Έντουαρντ Κόδριγκτον

Βρετανός ναύαρχος

Ο Σερ Έντουαρντ Κόντρινγκτον ή Κόδριγκτον (αγγλ.: Sir Edward Codrington, 27 Απριλίου 1770 - 28 Απριλίου 1851), ήταν ναύαρχος του Βρετανικού στόλου, ήρωας της ναυμαχίας του Τραφάλγκαρ και της ναυμαχίας του Ναυαρίνου.[1]

Σερ Έντουαρντ Κόδριγκτον
Γέννηση27 Απριλίου 1770 (1770-04-27)
Ντόντιγκτον
Θάνατος28 Απριλίου 1851 (81 ετών)
Λονδίνο
Χώρα Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό
ΒαθμόςΝαύαρχος
Μάχες/πόλεμοιΝαπολεόντειοι Πόλεμοι

Ελληνική Επανάσταση του 1821

ΤιμέςΜετάλλιο Τάγματος του Λουτρού.
ΣύζυγοςJane Hall (27  Δεκεμβρίου 1802)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Τα νεανικά του χρόνια

Επεξεργασία

Ο σερ Έντουαρντ Κόντρινγκτον, όπως αναφέρεται στη χώρα του, στην Ελλάδα είναι γνωστός ως Κόδριγκτον. Γεννήθηκε στις 27 Απριλίου του 1770 στο Λονδίνο. Ο πατέρας του καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια γαιοκτημόνων και στρατιωτικών. Ήταν ο νεότερος από τέσσερα αδέλφια, που ορφάνεψαν σε πολύ μικρή ηλικία, καθώς η μητέρα του πέθανε κατά τον τοκετό [2]. Αρχικά την εκπαίδευσή του ανέλαβε ένας θείος του, ο Κρίστοφερ Μπέθελ, ενώ στη συνέχεια και για μικρό χρονικό διάστημα φοίτησε και στο Κολέγιο του Χάροου . Προφανώς επηρεασμένος από την οικογενειακή παράδοση, τον Ιούλιο του 1783, σε ηλικία 13 ετών, εγκατέλειψε τις σπουδές του για να καταταχτεί στο αγγλικό πολεμικό ναυτικό ως δόκιμος αξιωματικός (midshipman).

1792-1802. Εποχή των πολέμων της Γαλλικής Επανάστασης

Επεξεργασία

Το 1793, στην έναρξη των πολέμων της Γαλλικής Επανάστασης, ο Κόδριγκτον, υπηρετούσε ως σημαιοφόρος στο «Βασίλισσα Σαρλότ», τη ναυαρχίδα του λόρδου Χάου, ένα πλοίο με 100 κανόνια που ηγείτο του στόλου, ο οποίος έλαβε μέρος στην πρώτη και μεγαλύτερη ναυμαχία αυτού του πολέμου εναντίον του Γαλλικού στόλου του Ατλαντικού. Η ναυμαχία έγινε την 1η Ιουνίου 1794, σε απόσταση περίπου 700 χιλιόμετρων δυτικά από τις γαλλικές ακτές και δηλώθηκε ως νίκη και από τους δύο αντιπάλους, παρόλο που έδειξε τις αδυναμίες των στόλων τους, κυρίως σε θέματα πειθαρχίας των πλοιάρχων. Αυτό δεν εμπόδισε τους Άγγλους από το να την αναφέρουν ως η Ένδοξη πρώτη Ιουνίου (Glorious First of June).

Στη συνέχεια μετατέθηκε σε υπηρεσίες ξηράς του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού, όπου και παρέμεινε μέχρι τον Μάιο του 1802. Τότε, στις 23 Μαΐου 1802, είχε υπογραφεί μεταξύ Άγγλων και Γάλλων η Ειρήνη της Αμιένης, με την οποία τερματίστηκαν οι εχθροπραξίες που αναφέρονται ως πόλεμοι της Γαλλικής Επανάστασης. Την ίδια χρονιά, ο Κόδριγκτον ξαναγύρισε στη θάλασσα και τοποθετήθηκε κυβερνήτης του πλοίου «Ωρίων». Το Δεκέμβριο του 1802 νυμφεύθηκε την Τζέιν Χωλ, κόρη βρετανικής οικογένειας από το Κίνγκστον της Τζαμάικα, με την οποία απέκτησε 3 γιους και 3 κόρες, στο πλαίσιο μιας αγαπημένης οικογένειας[3].

1803-1811. Ναπολεόντειοι πόλεμοι και η ναυμαχία του Τραφάλγκαρ

Επεξεργασία

Η ειρήνη της Αμιένης, μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας, δεν κράτησε πολύ, καθώς τον επόμενο χρόνο ξεκίνησαν οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι (1803-1815). Στα πλαίσια αυτού του πολέμου, ο Κόδριγκτον ως κυβερνήτης του πλοίου «Ωρίων», το 1805, συμμετείχε στις επιχειρήσεις στόλου υπό τη διοίκηση του ναυάρχου Οράτιου Νέλσον. Τότε, έλαβε μέρος στη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ (21 Οκτωβρίου 1805) εναντίον του γαλλοϊσπανικού στόλου. Η ναυμαχία αυτή, που έληξε με νίκη των Βρετανών, ήταν καθοριστική για τη βρετανική κυριαρχία στη θάλασσα. Ο Κόδριγκτον διακρίθηκε στη ναυμαχία, καθώς αρχικά αιχμαλώτισε το γαλλικό πλοίο «Swiftsure». Αμέσως μετά καταδιώκοντας και πλέοντας τριγύρω από το γαλλικό πλοίο «Intrepide» κατόρθωσε, με συνεχείς κανονιοβολισμούς, να το αναγκάσει να παραδοθεί. Ήταν το μόνο, που είχε διαφύγει από τη ναυμαχία ανέπαφο [4]. Όμως, μετά την ήττα των Γάλλων στη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ, οι Ισπανοί θεώρησαν ότι δεν υπήρχε πλέον λόγος συμμαχίας με τη Γαλλία. Ο Ναπολέων τότε εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία που του παρουσιάστηκε για να επεκτείνει την κατοχή του και στην Ισπανία, επιτιθέμενος κυρίως εναντίον των εξεγερθεισών ισπανικών πόλεων. Στα πλαίσια αυτού του πολέμου, που αναφέρεται ως «Πόλεμος της Ιβηρικής Χερσονήσου», το 1808 ο Κόδριγκτον συνεργάσθηκε με τους Ισπανούς εναντίον των Γάλλων στη Μεσόγειο. Την περίοδο εκείνη διοικούσε μοίρα, η οποία διενεργούσε καταδρομικές επιχειρήσεις σε γαλλικά πλοία και στις γαλλικές ακτές. Από τον Μάιο μέχρι τον Ιούνιο του 1811, ως διοικητής μιας μοίρας του Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου, ήταν υπεύθυνος για την ενίσχυση της πόλεως Ταρραγόνα της Καταλονίας, την οποία πολιορκούσαν οι Γάλλοι. Ο Κόδριγκτον οδήγησε το στόλο του στη μάχη και επενέβη τόσο με κανονιοβολισμούς από το λιμάνι προς τον εχθρικό στρατό, όσο και με τη μεταφορά πολλών μονάδων ισπανικού πεζικού προς ενίσχυση των πολιορκημένων. Όταν τέλος, η Ταρραγόνα καταλήφθηκε από τους Γάλλους στις 29 Ιουνίου 1811, παρά το σφοδρό εχθρικό πυρ, ο Κόδριγκτον συνέβαλε στη διάσωση 600 περίπου ανθρώπων κατά την εκκένωση της πόλης.

1812-1815. Υποναύαρχος στη Μοίρα Βορείου Αμερικής

Επεξεργασία

Ο Κόδριγκτον προαχθείς σε υποναύαρχο (Rear Admiral) στις 4 Ιουνίου 1814, υπηρέτησε την περίοδο 1814-1815 σε Μοίρα Βορείου Αμερικής του Βρετανικού Ναυτικού ως κυβερνήτης του πλοίου «Tonnant», υπό τις διαταγές του ναυάρχου Αλεξάντερ Κόχραν, θείου του Τόμας Κόχραν, του μετέπειτα αρχηγού του Ελληνικού στόλου. Από τη θέση αυτή, με αρχικό ορμητήριο τις Βερμούδες [5], έλαβε μέρος στον πόλεμο και συμμετείχε στις επιχειρήσεις εναντίον της Ουάσιγκτον, της Βαλτιμόρης και της Νέας Ορλεάνης[6].

1821-1826. Στα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης

Επεξεργασία

Επτά χρόνια αργότερα, στις 10 Ιουλίου 1821, προβιβάσθηκε σε αντιναύαρχο (Vice Admiral), ενώ από το 1822 έως το 1826 υπηρέτησε σε επιτελικές υπηρεσίες. Τον Φεβρουάριο του 1822, η Βασιλική Εταιρεία τον τίμησε με τον τίτλο του Εταίρου. Όμως τον Ιανουάριο 1823 έζησε ένα οικογενειακό δράμα όταν πληροφορήθηκε τον πνιγμό του γιού του Έντουαρντ, ο οποίος σε ηλικία 19 ετών υπηρετούσε ως δόκιμος αξιωματικός στη φρεγάτα «Cambrian», όταν το πλοίο του αντιμετώπισε κακοκαιρία κοντά στην Ύδρα το Νοέμβριο του 1822. Το Δεκέμβριο του 1826 ο Κόδριγκτον διορίσθηκε διοικητής του Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου. Με αυτή την ιδιότητα και με έδρα τη Μάλτα, σημαντική υπευθυνότητα του θα ήταν η προστασία των Επτανήσων, που αποτελούσαν τμήμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Έτσι, επιβαίνοντας στη ναυαρχίδα «Ασία» ξεκίνησε για τη Μάλτα την 1η Φεβρουαρίου 1827, έχοντας στο πλοίο όλη του την οικογένεια, με τον μεγαλύτερο γιό Ουίλιαμ σε άδεια από τη φρουρά όπου υπηρετούσε, και τον μικρότερο, τον Χένρι 18 ετών, ως δόκιμο αξιωματικό διορισμένο στο ίδιο πλοίο, στην «Ασία» [7]. Μετά τη Μάλτα κατευθύνθηκε προς την Κέρκυρα, αλλά παρέκαμψε προς το Λιβόρνο (Leghorn), όπου τον Μάιο 1827, άφησε την οικογένειά του για να περιηγηθούν στην Ιταλία [8]. Τότε, ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος μπορούσε να φανταστεί πως στο ταξίδι αυτό τα επερχόμενα γεγονότα θα σημάδευαν την προσωπική του ιστορία. Στην Κέρκυρα φιλοξενήθηκε από τον ύπατο αρμοστή των Επτανήσων, τον Φρέντερικ Άνταμ, με τον οποίο ανέπτυξαν αμοιβαία εκτίμηση και φιλία, που συνεχίστηκε με πυκνή αλληλογραφία. Ο Άνταμ τον ενημέρωσε για την κατάσταση στα Επτάνησα, τα νέα που έρχονταν από τις ακτές της Ηπείρου και για το σοβαρό θέμα της πειρατείας, που απασχολούσε τόσο τους Άγγλους. Τέλος, μαζί με τον Άνταμ ταξίδεψαν, με σταθμούς στη Κεφαλονιά και στη Ζάκυνθο, μέχρι τα Κύθηρα, όπου ο Άνταμ αποβιβάστηκε, ενώ ο Κόδριγκτον συνέχισε για το Ναύπλιο, στο οποίο έφθασε στις 8 Ιουλίου [9]. Η κατάσταση στο Ναύπλιο ήταν απογοητευτική, καθώς βίωσε την εμφύλια διαμάχη μεταξύ του φρούραρχου του Παλαμηδιού, του οπλαρχηγού από την Ακαρνανία Θεόδωρου Γρίβα, που ήταν φανατικός εχθρός του Κολοκοτρώνη, και του προσκείμενου στον Κολοκοτρώνη Νάσου Φωτομάρα, που κατείχε την Ακροναυπλία. Οι αψιμαχίες γινόταν με πιστόλια, αλλά και με κανονιοβολισμούς μεταξύ των δύο φρουρίων. Μετά από ένα δεκαήμερο προσπαθειών συμφιλίωσης και μη διαβλέποντας κάποιο τέλος στην παραπάνω διαμάχη, δήλωσε ότι «οι Έλληνες δεν είχαν κυβέρνηση, καθώς δεν μπορούσε να αναγνωρίσει κυβέρνηση που ήταν κάτω από τα πυροβόλα του Γρίβα»[10],[11]. Έτσι αποφάσισε να συνεχίσει το ταξίδι του προς τη Σμύρνη, όπου θα συναντούσε τον βρετανό πρέσβη Στράτφορντ Κάνινγκ.

Το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης και η Συνθήκη του Λονδίνου

Επεξεργασία

Στο μεταξύ, στη Μεγάλη Βρετανία αποφασιστικό ρόλο στα Ελληνικά θέματα έπαιζε ο φιλέλληνας Τζωρτζ Κάνινγκ (George Canning), ο οποίος ως υπουργός εξωτερικών την περίοδο 1822-1827 υποστήριζε σταθερά τον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία. Αυτός, στις 23 Μαρτίου /4 Απριλίου του 1826, μετά το θάνατο του τσάρου Αλεξάνδρου Α΄ και την άνοδο στο θρόνο του Νικολάου Α΄ είχε προωθήσει μια συμφωνία με τη Ρωσία, που κατέληξε στο Πρωτόκολλο της Πετρούπολης. Αυτό προέβλεπε την ανάληψη διαμεσολάβησης των δύο δυνάμεων στον πόλεμο μεταξύ της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και των επαναστατημένων Ελλήνων [12], [13]. Σκοπός της διαμεσολάβησης ήταν αρχικά η ανακωχή και στη συνέχεια η δημιουργία αυτόνομου ελληνικού κράτους, υποτελούς φορολογικά στο σουλτάνο. Το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης δεν εφαρμόστηκε στην πράξη [14]. Τον Απρίλιο του 1827, στη Μεγάλη Βρετανία ανέλαβε πρωθυπουργός ο Τζωρτζ Κάνινγκ, που παρόλο ότι κυβέρνησε μόνο για τέσσερεις μήνες, πριν πεθάνει από πνευμονία, πρόλαβε και οδήγησε με πρωτοβουλίες του, στις 6 Ιουλίου 1827, τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις στην υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου [15]. Με τη συνθήκη αυτή, ο Κάνινγκ ενέταξε και τους Γάλλους στην ελληνική υπόθεση, αφού προηγουμένως είχε εξασφαλίσει την πρόθυμη συναίνεση του βασιλιά Καρόλου Ι΄, αλλά με απώτερο στόχο να χειραγωγηθεί σε κάποιο βαθμό η επιρροή της Ρωσίας. Στην ουσία η Συνθήκη απευθυνόταν κυρίως στην Πύλη από την οποία απαιτούσε άμεση ανακωχή, αλλά και τη δημιουργία μιας αυτόνομης Ελλάδας φόρου υποτελούς στο Σουλτάνο [16], [17]. Τότε όμως, στις 6 Ιουλίου του 1827, το σημαντικότερο γεγονός ήταν ότι οι τρείς δυνάμεις συμφώνησαν να στείλουν στόλους στην Ελλάδα, με εντολή να επιβάλουν την εφαρμογή της Συνθήκης. Τέλος, σύμφωνα με την Συνθήκη του Λονδίνου, η νέα χώρα που θα προέκυπτε θα ονομαζόταν «Ελλάς» και τα βόρειά της σύνορά της θα εκτείνονταν μεταξύ του Αχελώου και του Σπερχειού ποταμού [18]. Υπήρχε όμως και ένα «συμπληρωματικό», υποτιθέμενο μυστικό, αλλά σημαντικό άρθρο, βάσει του οποίου εάν η Υψηλή Πύλη, εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση της Συνθήκης, απέρριπτε τη διαμεσολάβηση ή δεν απαντούσε, τότε οι Μεγάλες Δυνάμεις θα λάμβαναν κάθε απαραίτητο μέτρο για τον τερματισμό των συγκρούσεων. Με δεδομένο όμως ότι η Οθωμανική αυτοκρατορία θα ήταν σαφώς και κατηγορηματικά αντίθετη με τους όρους της Συνθήκης, ο όρος αυτός ουσιαστικά προέτρεπε, όπως και ερμηνεύθηκε από τον Κόδριγκτον και τους άλλους δύο ναυάρχους, στη χρήση στρατιωτικών μέσων [19]. Όταν στις 8 Αυγούστου 1827 απεβίωσε ο Τζωρτζ Κάνινγκ, η πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας άλλαξε ριζικά. Τόσο ο Γκόουντριτς, που κυβέρνησε τους επόμενους μήνες του 1827, όσο και κυρίως ο Άρθουρ Γουέσλι, Δούκας του Ουέλλινγκτον, ο γνωστός νικητής του Ναπολέοντα στο Βατερλό, ο οποίος τον ακολούθησε στην πρωθυπουργία για περίπου τρία χρόνια, δεν ήθελαν αρχικά να υποστηρίξουν την ελληνική υπόθεση, καθώς θεωρούσαν απαραίτητη την ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ώστε να αναχαιτίζει τους Ρώσους στην επιθυμία τους να κατέβουν στη Μεσόγειο.

Την ίδια περίοδο, ο Ιμπραήμ Πασάς στην Πελοπόννησο και οι Τούρκοι στην Στερεά Ελλάδα, συμπεριφέρονταν ωσάν η Επανάσταση να είχε κατασταλεί. Τρομοκρατούσαν τους κατοίκους, κατέστρεφαν χωριά και καλλιέργειες και υποχρέωναν τους Έλληνες να προσκυνήσουν. Παράλληλα, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ και ο κυβερνήτης της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή, πατέρας του Ιμπραήμ Πασά, σχεδίαζαν μία τελική επίθεση εναντίον της Ύδρας, την οποία θεωρούσαν το τελευταίο προπύργιο των επαναστατημένων Ελλήνων.

Τα γεγονότα Ιουλίου- Σεπτεμβρίου μετά τη Συνθήκη του Λονδίνου

Επεξεργασία

Στις19 Ιουλίου ο Κόδριγκτον ταξιδεύοντας προς τη Σμύρνη, συνάντησε έξω από τις Σπέτσες το αγγλικό πολεμικό «Cambrian» με επιβάτη τον Mr. Elliot, γραμματέα του βρετανού πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη και εξαδέλφου του Τζωρτζ Κάνινγκ, του Στράτφορντ Κάνινγκ. Ο απεσταλμένος του Στράτφορντ Κάνινγκ παρέδωσε στον Κόδριγκτον ένα σημαντικό μήνυμα. Την υπογραφή της Συνθήκης της 6ης Ιουλίου [20]. Αμέσως ο Κόδριγκτον επέστρεψε στο Ναύπλιο συγκέντρωσε επανειλημμένα στη ναυαρχίδα του, την «Ασία», τους Έλληνες πολιτικούς και οπλαρχηγούς, μέχρις ότου επιτεύχθηκε κάποια συμφωνία για τη λήξη της εμφύλιας διαμάχης στο Ναύπλιο, για την οποία ο Elliot έγραψε ένα μήνυμα προς τον προϊστάμενο του πρεσβευτή, το οποίο παρέλαβε ο Κόδριγκτον και στις 22 Ιουλίου αναχώρησε για τη Σμύρνη. Στην Μικρασιατική ακτή ο Κόδριγκτον έφθασε στις 24 Ιουλίου όπου και παρέμεινε τρείς εβδομάδες, μέχρι 16 Αυγούστου, αγκυροβολώντας άλλοτε στο λιμάνι της Σμύρνης και άλλοτε στα Βουρλά, έχοντας τακτική αλληλογραφία με τον Στράτφορντ Κάνινγκ, τον Φρέντερικ Άνταμ, τη σύζυγό του και τον γιό του Ουίλιαμ.

Εκεί, την 1η Αυγούστου τον επισκέφτηκε ο Henri de Rigny (Ανρί ντε Ρινί, γνωστός στην Ελλάδα ως Δεριγνύ) επικεφαλής ενός γαλλικού στόλου και επίσης φιλέλληνας. Ο Δεριγνύ, φθάνοντας στη Σμύρνη είχε ενημερωθεί για τη Συνθήκη της 6ης Ιουλίου από το Γάλλο πρεσβευτή. Τότε, σε μια σειρά συναντήσεων με τον Δεριγνύ, παρά τις αρχικές επιφυλάξεις του Κόδριγκτον προς ένα Γάλλο αξιωματούχο, εκπρόσωπο αντιπάλων σε όλα τα χρόνια της στρατιωτικής του ζωής, δημιούργησαν φιλικό κλίμα συνεργασίας [21]. Οι δύο συμφώνησαν ότι, παρά την αρχική αντίσταση της Υψηλής Πύλης, με την επίδειξη της ισχύος τους θα κατάφερναν την υποχώρηση και τη συμμόρφωσή της.

Ο Κόδριγκτον, μαζί με τον Γάλλο ναύαρχο συνέπλευσαν προς το Ναύπλιο, όπου έφτασαν στις 5/17 Αυγούστου. Εκεί η κατάσταση εξακολουθούσε να είναι εμφυλιοπολεμική με κανονιοβολισμούς μεταξύ των φρουρίων του Παλαμηδιού και της Ακροναυπλίας. Η πρώτη επαφή που είχαν οι δύο ναύαρχοι στην «Ασία» ήταν με τον Έλληνα γραμματέα των Εξωτερικών Γεώργιο Γλαράκη και τους Ανδρέα Ζαΐμη και Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, στους οποίους, μιλώντας και εκ μέρους του Ρώσου συναδέλφου τους, τους είπαν ότι «έχοντας επισήμως γνώση της Συνθήκης, ήλθαν να προτρέψουν τους Έλληνες να δεχθούν την ανακωχή». Τα ίδια επανέλαβαν την επομένη, σε δεύτερη συνάντηση με τους Έλληνες επισήμους στην οποία παρέστησαν και τα τρία μέλη της Αντικυβερνητικής Επιτροπής, που είχαν εντολή να ασκούν την εκτελεστική εξουσία μέχρι την άφιξη του κυβερνήτη. Η επίσημη δήλωση με ημερομηνία 18 Αυγούστου 1827, επιδόθηκε στις αρχές από τον G. W. Hamilton, κυβερνήτη της αγγλικής φρεγάτας «Cambrian», τον C. Hugon, κυβερνήτη της γαλλικής φρεγάτας «Armide», και τον Timoni, τον εντεταλμένο επίτροπο της ρωσικής πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως. Η Αντικυβερνητική Επιτροπή εξέδωσε διακήρυξη με την οποία γνωστοποιούσε τη Συνθήκη και πρόβαλε την ανακωχή που επέβαλαν οι όροι της Συνθήκης.

Στη συνέχεια η Επιτροπή αποφάσισε να μεταφέρει την έδρα της, μακριά από τις εμφύλιες ταραχές που αναστάτωναν τότε το Ναύπλιο, στην Αίγινα, όπως είχαν υποδείξει ο Ζαΐμης και ο Μαυροκορδάτος, αλλά και οι ναύαρχοι. Τη μετακίνηση της Επιτροπής ακολούθησε και η Βουλή. Παρά την κρισιμότητα των στιγμών, στην Αίγινα συνεχίστηκε να διεξάγεται κοινός αγώνας της Αντικυβερνητικής Επιτροπής και των «πολιτικών» εναντίον της άφιξης του Καποδίστρια, αλλά και μεταξύ τους για το ποιος θα καταλάμβανε την εξουσία.

Στην επίσημη δήλωση, που εστάλη εκ μέρους των ναυάρχων στην Αντικυβερνητική Επιτροπή, δεν απάντησε η ίδια, αλλά ένα επταμελές συμβούλιο, η απάντηση του οποίου προς τους αντιπροσώπους των ναυάρχων και τον Timoni, αναφερόταν αποκλειστικά και μόνο στην ανακωχή, την οποία και δέχονταν, αποσιωπώντας την αντίρρησή τους στην αυτονομία και την επικυριαρχία του Σουλτάνου. Το έγγραφο υπέγραψαν, στις 9/21 Αυγούστου 1827, ο πρόεδρος του επταμελούς συμβουλίου και πρόεδρος του Βουλευτικού Ν. Ρενιέρης, καθώς και ο γραμματέας των Εξωτερικών Γ. Γλαράκης [22]. Στο μεταξύ, ο βρετανός πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη, ο Στράτφορντ Κάνινγκ, μαζί με τους άλλους δύο πρεσβευτές των συμμαχικών δυνάμεων, στις 16 Αυγούστου 1827 ενημέρωσαν την Υψηλή Πύλη για τη Συνθήκη, ενώ υπέβαλαν και το σχετικό αίτημα συμμόρφωσης. Ο Κόδριγκτον, ελπίζοντας ότι ο Στρ. Κάνινγκ θα τον βοηθούσε με περισσότερες λεπτομέρειες, στις 20 Αυγούστου αποφάσισε να επιστρέψει στη Σμύρνη.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου ο Κόδριγκτον ευρισκόμενος στην Ύδρα, όπου είχε μεταβεί για να προστατέψει το νησί από πιθανή επίθεση του αιγυπτιακού στόλου, έλαβε από τον Στράτφορντ Κάνινγκ επιστολή με την οποία τον πληροφορούσε ότι η Πύλη είχε απορρίψει την πρόταση ανακωχής και επομένως με σύμφωνη γνώμη και των δύο άλλων πρεσβευτών εντέλλονταν να εφαρμόσει τις οδηγίες των Συμμαχικών Κυβερνήσεων. Όταν, στις 12 Σεπτεμβρίου, ο Κόδριγκτον έφθασε στο Ναβαρίνο, διαπίστωσε ότι ο τουρκο-αιγυπτιακός στόλος με τις ενισχύσεις προς τον Ιμπραήμ είχε φτάσει εκεί τρείς μέρες νωρίτερα, στις 9 Σεπτεμβρίου [23]. Στενοχωρημένος που δεν πρόλαβε να εμποδίσει το στόλο που ενίσχυσε τον Ιμπραήμ, μόνος του, απουσία των συμμάχων, αντιμετώπιζε διπλωματικά διλήμματα. Εν τούτοις στις 19 Σεπτεμβρίου αποφάσισε και κοινοποίησε στον αρχηγό του τουρκικού στόλου, τον Ταχήρ πασά τη Συνθήκη.

Η συνάντηση με τον Ιμπραήμ

Επεξεργασία

Στις 21 Σεπτεμβρίου, έξω από το Ναβαρίνο έφτασε και ο Δεριγνύ και την επόμενη μέρα στις 22 Σεπτεμβρίου, οι δύο ναύαρχοι, απαντώντας στην αμφιβολία που είχε εκφράσει ο Ιμπραήμ, σχετικά με την ενότητα των δύο δυνάμεων, έστειλαν από κοινού επιστολή στον Ιμπραήμ ενημερώνοντας τον για την απόφαση της επιβολής ανακωχής και για τις συνέπειες της μη συμμόρφωσής του [24]. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1827, η ναυαρχίδα του Κόδριγκτον «Ασία» μαζί με την ναυαρχίδα του Δεριγνύ «Σειρήνα» εισήλθαν στον κόλπο του Ναβαρίνου. Ο Άγγλος ναύαρχος είχε ζητήσει συνάντηση με τον πασά για να του εξηγήσει τη Συνθήκη και μάλιστα παρουσία όλων των Τούρκων και Αιγυπτίων αξιωματούχων της εκστρατείας του, στη οποία πρόταση ο Ιμπραήμ είχε απαντήσει θετικά. Έτσι την επομένη, 25 Σεπτεμβρίου στις 10 το πρωί, ο Κόδριγκτον συνοδευόμενος από τον πλοίαρχο της «Ασίας», τον γραμματέα του, τον πλοίαρχο Κράντοκ, αλλά ακόμη και από τον γιό του, τον δόκιμο Χένρυ Κόδριγκτον αποβιβάστηκαν στην ακτή. Εκεί συναντήθηκαν με την αντίστοιχη γαλλική αντιπροσωπεία υπό τον Δεριγνύ και προχώρησαν προς την τέντα του Ιμπραήμ. Παραταγμένοι σε μια πλευρά της τέντας, περίμεναν όλοι οι Τούρκοι και οι Αιγύπτιοι αξιωματούχοι, ενώ οι Άγγλοι και οι Γάλλοι πήραν θέσεις στην απέναντι πλευρά. Μετά τις συστάσεις και τις συνήθεις τουρκικές φιλοφρονήσεις, οι ναύαρχοι παρουσίασαν λεπτομερώς τη Συνθήκη της 6ης Ιουλίου, διαβάζοντας και αποσπάσματα των οδηγιών που είχαν λάβει, ώστε να γίνει πλήρως κατανοητό το αίτημά τους για ανακωχή. Ο Ιμπραήμ απάντησε ότι ως στρατιωτικός κατανοεί τα καθήκοντά τους, αλλά ότι και αυτός είχε λάβει οδηγίες να επιτεθεί στην Ύδρα, τις οποίες θα πρέπει να εκτελέσει και ακόμη ότι οι διαπραγματεύσεις δεν είναι στη δική του δικαιοδοσία, αλλά των διπλωματών. Επ’ αυτών οι σύμμαχοι ναύαρχοι, αφού τον συνεχάρησαν για το θάρρος του να αντισταθεί στη δύναμή τους, τον προειδοποίησαν ότι εάν αντιστεκόταν παρατάσσοντας τους στόλους του, θα ακολουθούσε ολική καταστροφή αυτών των στόλων. Η δήλωση αυτή έγινε ενώπιον όλων των αξιωματούχων του, ώστε να μην αμφιβάλει κανείς τους. Τότε ο Ιμπραήμ ανέφερε ότι οι οδηγίες, που είχε λάβει έγιναν πριν από την παρέμβαση των συμμάχων, και ότι αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να αναστείλει τις επιχειρήσεις του, μέχρις ότου λάβει νέες οδηγίες από την Κωνσταντινούπολη και την Αλεξάνδρεια και ότι μέχρι να επιστρέψουν οι ταχυδρόμοι του θα παρέμενε ακινητοποιημένος στο Ναβαρίνο. Τέλος ο Ιμπραήμ ανέφερε ότι δεν διανοείται να του επιβάλλουν αυτή την υποχρέωση, ενώ επιτρέπουν στους Έλληνες να συνεχίζουν επιθετικές κινήσεις. Η απάντηση ήταν ότι δεν μπορούσαν να συγκρίνουν τις δύο καταστάσεις, καθώς οι Έλληνες είχαν δεχθεί τη μεσολάβηση των συμμάχων, ενώ ο Σουλτάνος την είχε αρνηθεί. Έτσι έληξε η συνάντηση, που διάρκεσε τρεις ώρες, και οι ναύαρχοι επέστρεψαν στα πλοία τους [25]. Μετά από τη συνάντηση με τον Ιμπραήμ, ο Κόδριγκτον ήταν σχεδόν σίγουρος ότι οι Τουρκο-αιγύπτιοι θα αναδιπλώνονταν και θα αποχωρούσαν μόνο με τις απειλές του, χωρίς να εμπλακούν σε ναυμαχία. Φαίνεται όμως ότι στη συνάντηση ο Ιμπραήμ δεν είχε πεισθεί, ούτε για την αδιαλλαξία του Κόδριγκτον, ούτε και ότι οι ναύαρχοι πράγματι απαιτούσαν από αυτόν να μην βγει από τον κόλπο του Ναβαρίνου. Οι δύο σύμμαχοι ναύαρχοι, αφού προηγουμένως συμφώνησαν μεταξύ τους να συναντηθούν έξω από τον κόλπο του Ναβαρίνου στις 2 Οκτωβρίου, ο Κόδριγκτον μετέφερε τον στόλο του στη Ζάκυνθο, ενώ ο Δεριγνύ στην Ελαφόνησο. Στο Ναβαρίνο παρέμεινε η αγγλική φρεγάτα «Ντάρτμουθ» και η γαλλική φρεγάτα «Armide» με αποστολή να περιπολούν και να παρακολουθούν τις κινήσεις των Τουρκο-αιγυπτίων, ώστε να ειδοποιηθούν αντιστοίχως οι ναύαρχοι σε περίπτωση που θα παρατηρούσαν κάποια απρόβλεπτη κίνηση. Όπως αποδείχθηκε εκ των πραγμάτων, η απόφαση αυτή πρόλαβε μια πολύ δυσμενή εξέλιξη και διέσωσε την τιμή των συμμαχικών δυνάμεων. Θεωρητικά, η αποστολή του Κόδριγκτον ήταν να επιβάλει εκεχειρία, με κατάπαυση πυρός και από τα δύο μέρη. Παρόλα αυτά, εφόσον καθυστερούσε η συμμόρφωση του σουλτάνου στη Συνθήκη, δεν ένοιωθε υποχρεωμένος να απαγορεύσει στο ελληνικό ναυτικό και στο στρατό του Τσωρτς να συνεχίσουν τις πολεμικές επιχειρήσεις στον Κορινθιακό κόλπο, εφόσον δεν θα άνοιγαν καινούργια μέτωπα. Έτσι, ο φιλέλληνας πλοίαρχος της «Καρτερίας», ο Άστιγξ (Frank Abney Hastings), είχε πετύχει ανενόχλητος στις 18/30 Σεπτεμβρίου να καταστρέψει μικρό τουρκο-αλγερινό στόλο από επτά πολεμικά σε ναυμαχία έξω από το επίνειο των Σαλώνων στον κόλπο της Ιτέας [26]. Ο πλοίαρχος Άστιγξ επιχειρούσε στην περιοχή, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε λάβει από τον Κόχραν, και σε συνεργασία με τον στρατηγό Τσωρτς στην ξηρά, με σκοπό την εκδίωξη των Τούρκων του Κιουταχή από τη Στερεά Ελλάδα. Έτσι, η ανοχή του Κόδριγκτον στις Ελληνικές δυνάμεις συνέβαλε και στην προώθησή τους στα εδάφη της Στερεάς Ελλάδας.

Τα επεισόδια στον Άραξο

Επεξεργασία

Ο Ιμπραήμ, που δεν είχε πεισθεί για την αποφασιστικότητα των συμμάχων και όταν πληροφορήθηκε ότι ελληνικά πλοία επιτίθεντο στα παραθαλάσσια οχυρά των Τούρκων στον Κορινθιακό κόλπο, έστειλε 49 πολεμικά πλοία για να ενισχύσουν την πολιορκούμενη από τους Έλληνες Πάτρα και να καταδιώξουν τον μικρό Ελληνικό στόλο του Άστιγξ. Ακόμη, επιχείρησε και ο ίδιος ο Ιμπραήμ, με άλλα πλοία να κινηθεί και αυτός προς την Πάτρα.

Το πρωί της 4ης Οκτωβρίου το «Ντάρτμουθ» εμφανίστηκε στη Ζάκυνθο δείχνοντας με σήματα ότι σημαντικό τμήμα του τουρκικού στόλου είχε βγει από τον κόλπο του Ναβαρίνου. Τότε, ο Κόδριγκτον που μέχρι τότε ήταν βέβαιος ότι ο Ιμπραήμ θα τηρούσε την υπόσχεσή του και ότι δεν θα μετακινούσε κανένα πλοίο από το Ναβαρίνο, οργίσθηκε με τον Ιμπραήμ για την αθέτηση του λόγου του. Μόλις ο άνεμος επέτρεψε τον απόπλου της «Ασίας» και άλλων τριών βρετανικών πλοίων βγήκε από τη Ζάκυνθο και κινήθηκε με αποφασιστικότητα εναντίον του τουρκο-αιγυπτιακού στόλου. Στις 6 το απόγευμα βρέθηκε έξω από τον Άραξο ανάμεσα από τα μεγάλα αγκυροβολημένα πλοία των Τούρκων, ενώ τα μικρότερα προσέρχονταν να τα πλησιάσουν. Με επανειλημμένους κανονιοβολισμούς υποχρέωσε όλα τα μικρότερα πλοία, που έφερναν προμήθειες, αλλά και κάποια Αυστριακά πλοία που τα συνόδευαν, να μη πλησιάσουν στα πολεμικά των Τούρκο-αιγυπτίων που ήταν αγκυροβολημένα. Στο μεταξύ σκοτείνιασε, ενώ το βράδυ ο καιρός χειροτέρευσε με έντονη βροχή και κεραυνούς.

Την επόμενη μέρα ανάμεσα Ζάκυνθο και Κεφαλονιά εμφανίστηκαν άλλα πλοία καθοδηγούμενα από μια μεγάλη φρεγάτα χωρίς σημαία διοικητή, αλλά προφανώς με τον Ιμπραήμ, καθώς η φρεγάτα αυτή διεύθυνε τον υπόλοιπο στόλο με τα σήματα που έστελνε στα άλλα πλοία, καθώς και σε αυτά που είχαν τις σημαίες του Τούρκου Ταχήρ πασά και του Αιγυπτίου Μωχαρέμ μπέη. Τα αγγλικά πλοία αγκυροβόλησαν κοντά σε τουρκικά και αυστριακά πλοία. Ο Τούρκος πλοίαρχος μιας φρεγάτας, μαζί με τον Ιταλό τιμονιέρη του, ανέβηκαν στην «Ασία». Εκεί ο Τούρκος αξιωματούχος προσποιήθηκε ότι είχε την εντύπωση ότι η απαγόρευση των συμμάχων αφορούσε μόνον το να μην επιτεθούν στην Ύδρα και όχι να μη βγουν από τον κόλπο του Ναβαρίνου. Όμως οι οργισμένες απειλές του Κόδριγκτον έπεισαν τον Τούρκο ότι έπρεπε να γυρίσουν πίσω, όπως και έγινε[27], αφού προηγουμένως ενημέρωσαν τον Ιμπραήμ, ο οποίος έδωσε το σήμα της υποχώρησης. Όλα τα πλοία του εχθρικού στόλου άλλαξαν κατεύθυνση και επέστρεψαν στο Ναβαρίνο. Η τόλμη του Κόδριγκτον ήταν απίστευτη, όμως είχε διατρέξει ένα πολύ σοβαρό κίνδυνο καθώς η τουρκο-αιγυπτιακή μοίρα αποτελούνταν συνολικά από 56 πλοία, και αν είχε προκληθεί σύγκρουση στον Άραξο, τα ολιγάριθμα αγγλικά πολεμικά θα είχαν τουλάχιστον υποστεί πολύ σοβαρές ζημίες[28].

8/20 Οκτωβρίου 1827. Ναυμαχία του Ναβαρίνου

Επεξεργασία

Όταν στις 10 Οκτωβρίου 1827, ο Κόδριγκτον ειδοποιήθηκε ότι 7 Ρωσικά πολεμικά πλοία κατέπλεαν έξω από τις ακτές της Κέρκυρας, έστειλε το «Talbot» με επιστολή προς τον Χέυδεν, με την οποία του ζητούσε να συναντηθούν έξω από το Ναβαρίνο. Το πρωί της 13ης Οκτωβρίου συναντήθηκαν οι Άγγλοι με τους Ρώσους και αργότερα με τους Γάλλους. Ο Ρωσικός στόλος είχε ξεκινήσει από τη νήσο Κρονστάνδη του κόλπου της Πετρούπολης, υπό την ηγεσία του ολλανδικής καταγωγής υποναυάρχου Lodewijk van Heyden (Λούντεβεϊκ βαν Χέιντεν, το όνομα του οποίου στα Ελληνικά αναφέρεται ως Λογγίνος Χέυδεν). Το βράδυ οι Γάλλοι κατευθύνθηκαν προς τη Ζάκυνθο, ενώ οι Άγγλοι με τους Ρώσους συνέχισαν προς το Ναβαρίνο. Τελικά, την επομένη, οι τρεις στόλοι της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας αγκυροβόλησαν έξω από τη Σφακτηρία. Τότε ολοκληρώθηκε ο συμμαχικός στόλος υπό την διοίκηση του πλέον υψηλόβαθμου, του αντιναυάρχου Κόδριγκτον, όπως είχε ορισθεί. Από την άλλη πλευρά μαθεύτηκε ότι οι Γάλλοι αξιωματικοί που υπηρετούσαν σε αιγυπτιακά πλοία, μετά από προειδοποίηση του Δεριγνύ, όλοι εκτός από τον επικεφαλή τους τον Λετελιέ (Letellier), παραιτήθηκαν και επιβιβάστηκαν σε αυστριακό πλοίο για να διαφύγουν [29]. Στις 6/18 Οκτωβρίου συνεδρίασαν ξανά οι τρεις ναύαρχοι, όπου επιβεβαιώθηκε ότι και οι τρείς επιθυμούσαν να επισπευσθεί η ανάληψη δράσης, γιατί δεν ήθελαν να τους βρει ο χειμώνας στο Ναβαρίνο. Τελικά, αποφάσισαν ομόφωνα, ότι αντί να περιμένουν εσαεί, καθώς η Πύλη δεν επρόκειτο να αλλάξει στάση, να μπουν στον κόλπο και να ελλιμενίσουν τα πλοία τους δίπλα στα τουρκικά και τα αιγυπτιακά, ώστε να ανανεώσουν τις προτάσεις τους στον Ιμπραήμ, ελπίζοντας ότι αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί, χωρίς πολεμική εμπλοκή και χωρίς αιματοχυσία. Όμως ο σχεδιασμός του τρόπου εισόδου των συμμαχικών στόλων στον κόλπο, που επέλεξε ο Κόδριγκτον, σαφώς προέβλεπε την πιθανότητα εμπλοκής.

Ο ενιαίος συμμαχικός στόλος διέθετε 27 πλοία με 1.324 κανόνια, με τα οποία θα αντιμετώπιζε τα κανόνια των πλοίων του εχθρού, αλλά και αυτά των οχυρών που βρίσκονταν στην ακτή. Βέβαια, ο συμμαχικός στόλος υστερούσε αριθμητικά σε σχέση με αυτόν του εχθρού, καθώς στον κόλπο του Ναβαρίνου, είχε αναπτυχθεί ο τουρκο-αιγυπτιακός στόλος, που τον αποτελούσαν 89 πολεμικά πλοία τα οποία διέθεταν 2.240 κανόνια [30]. Στον κόλπο υπήρχαν και 41 αιγυπτιακά μεταγωγικά. Αρχηγός των Τούρκων ήταν ο Ταχήρ πασάς και των Αιγυπτίων ο Μουσταφά Μπέης κι ο Μωχαρέμ μπέης. Οι διοικητές του τουρκο-αιγυπτιακού στόλου , ως φαίνεται, φοβόταν ότι δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν το συμμαχικό στόλο σε ανοικτή θάλασσα, όπως έδειξε η συνάντηση στον Άραξο, και καθώς έβλεπαν ότι ο στόλος τους υπερείχε αριθμητικά σε πλοία και σε κανόνια και ταυτόχρονα θα υποστηριζόταν και από επάκτια πυροβολεία, θεώρησαν ότι θα μπορούσαν να στήσουν ενέδρα στους συμμάχους [31]. Η νήσος Σφακτηρία κλείνει τον κόλπο του Ναβαρίνου από δυτικά αφήνοντας ένα στενό πέρασμα στο βορά, από το οποίο δεν μπορούν να διέλθουν μεγάλα πλοία και ένα ευρύτερο στο νότο, που χρησιμοποιούν τα μεγαλύτερα πλοία, όπως αυτά του συμμαχικού στόλου. Οι Τουρκο-αιγύπτιοι λοιπόν, με επιμελή επιστασία του Λετελιέ, είχαν διατάξει τα πλοία τους σε σχηματισμό πετάλου και σε τρείς στοίχους, πίσω από τη νότια είσοδο του κόλπου, περιμένοντας από εκεί την είσοδο του συμμαχικού στόλου και έχοντας συγκεντρώσει σημαντική δύναμη πυρός σε συνδυασμό και με το παράκτιο πυροβολικό.

Στις 8/20 Οκτωβρίου 1827, στις 2 το απόγευμα, ο Κόδριγκτον διέταξε το συμμαχικό στόλο να εισέλθει στον κόλπο του Ναβαρίνου και τα πλοία να αγκυροβολήσουν σε συγκεκριμένες θέσεις μπροστά από αυτά του εχθρού. Τα πλοία της βρετανικής μοίρας θα τοποθετούνταν στο κέντρο και θα ακολουθούσαν τα γαλλικά στα δεξιά και τα ρωσικά στα αριστερά. Με πρώτη τη ναυαρχίδα του Κόδριγκτον, την «Ασία», ο στόλος άρχισε να μπαίνει στον κόλπο.

Ο Ιμπραήμ ανέμενε αυτήν τη σύγκρουση και θεωρούσε ότι οι αρχηγοί του στόλου του είχαν στήσει καλή ενέδρα στον συμμαχικό στόλο. Από την άλλη όμως, ο Κόδριγκτον είχε μελετήσει την κατάσταση και ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξος, παρά την συντριπτική αριθμητική ισχύ του αντιπάλου. Ο συμμαχικός στόλος διέθετε «υψηλότερα» σκάφη, που ήταν εξοπλισμένα με ταχύτερα πυροβόλα, με μεγαλύτερη εμβέλεια και διαμέτρημα, και κυρίως διέθετε εκπαιδευμένους και εμπειροπόλεμους πυροβολητές, που οι βολές τους ήταν πολύ εύστοχες, ενώ, όπως αποδείχθηκε στη συνεχεία, τα πυρά των Τουρκο-αιγυπτίων πυροβολητών ήταν σε μεγάλο βαθμό άστοχα. Επιπλέον, τα συμμαχικά πλοία, λόγω της θέσης τους, είχαν δυνατότητες ελιγμών σε αντίθεση με τα στοιβαγμένα και αγκυροβολημένα οθωμανικά πλοία.

 
Εικονογράφηση της Ναυμαχίας του Ναβαρίνου, από την φαντασία του ζωγράφου Ambroise-Louis Garneray.

Καθώς ο στόλος εισέρχονταν στον κόλπο, ο πλοίαρχος Φέλλοους, κυβερνήτης της αγγλικής φρεγάτας «Ντάρτμουθ», που παρέμεινε στο στόμιο του κόλπου για να επιτηρεί κάποια τουρκικά πυρπολικά, τα οποία ήταν αγκυροβολημένα κοντά στη Σφακτηρία, παρατήρησε ένα από αυτά να κινείται προς το μέρος του, και αμέσως έστειλε ένα πλοιάριο για να ζητήσει την απομάκρυνσή του. Το αγγλικό πλοιάριο δέχθηκε πυρά με αποτέλεσμα να φονευθεί ο υποπλοίαρχος Φίτζροϊ και να τραυματισθούν κάποιοι από τους ναύτες, ενώ οι Τούρκοι άναψαν φωτιά στο πυρπολικό. Τότε, ο κυβερνήτης του «Ντάρτμουθ», έστειλε άλλο πλοιάριο, το οποίο βύθισε το εχθρικό πυρπολικό, αλλά και η φρεγάτα «Ντάρτμουθ», απάντησε στην πρόκληση με πυροβολισμούς. Το ίδιο έκανε και ο Δεριγνύ με πυροβολισμούς από τη ναυαρχίδα του, τη «Σειρήνα». Τότε μια αιγυπτιακή κορβέτα άρχισε να βάλει με τα κανόνια της εναντίον της γαλλικής ναυαρχίδας. Σχεδόν αμέσως, κι ενόσω τα υπόλοιπα συμμαχικά πλοία έμπαιναν στον κόλπο, το πυρ γενικεύθηκε.

 
Απεικόνιση της ναυμαχίας του Ναβαρίνου από τον άγγλο Τζορτζ Φίλιπ Ρέιναγκλ (George Phillip Reinagle), που έλαβε μέρος στη ναυμαχία.

Ίσως ο Κόδριγκτον υπήρξε τυχερός που η ναυμαχία άρχισε με το φως της ημέρας. Αν οι Μουσουλμάνοι περίμεναν να πέσει το σκοτάδι, όπως ήταν το αρχικό τους σχέδιο, η όλη έκβαση θα ήταν εντελώς διαφορετική [32].

Λεπτομερείς περιγραφές της μάχης [33] , [34] αναφέρουν ότι τα πλοία ήταν τόσο κοντά μεταξύ τους, ώστε εμπλέκονταν τα ξάρτια τους, ενώ οι ναύτες έβαλαν ακόμη και με πιστόλια. Όλες τις ώρες της ναυμαχίας στο Ναβαρίνο, ο βρετανός ναύαρχος στεκόταν διαρκώς όρθιος και αγέρωχος στο κατάστρωμα της ναυαρχίδας του «Ασία» δίνοντας εντολές, παρά το ότι αποτελούσε εύκολο στόχο για τους σκοπευτές του εχθρού. Ακόμη και όταν ο γιος του, ο δόκιμος Χένρυ Κόδριγκτον, που υπηρετούσε και αυτός στην «Ασία», τραυματίστηκε, ο ναύαρχος έλειψε για λίγα λεπτά για να τον δει και αμέσως επανήλθε στη θέση του. Η ναυμαχία του Ναβαρίνου ήταν η τελευταία ναυμαχία στην ιστορία μεταξύ ιστιοφόρων πλοίων. Διάρκεσε λιγότερο από τέσσερεις ώρες. Από τα 89 πλοία του τουρκο-αιγυπτιακού στόλου, βυθίσθηκαν από τα πυρά των συμμάχων τα περισσότερα, ώστε την επομένη εξακολουθούσαν να πλέουν μόνο 29. Από τα 27 πλοία των συμμάχων δεν βυθίστηκε κανένα, αν και πολλά υπέστησαν σοβαρές ζημιές. Τουλάχιστον 4.000 Οθωμανοί σκοτώθηκαν και περισσότεροι τραυματίσθηκαν, ενώ οι απώλειες των συμμάχων ανέρχονταν συνολικά σε 176 αξιωματικούς και ναύτες [35] Ο ναύαρχος Δεριγνύ ανέφερε ότι «στην ιστορία δεν υπήρξε μεγαλύτερη καταστροφή στόλου». Στη διάρκεια της μάχης η ναυαρχίδα «Ασία» δέχθηκε πολλές βολές και έπαθε σημαντικές ζημίες. Φαίνεται ότι η ναυμαχία στο Ναβαρίνο αποτελούσε σχέδιο και στρατηγική επιλογή του Τζωρτζ Κάνινγκ, το οποίο εκτέλεσε με επιτυχία ο ναύαρχος Έντουαρντ Κόδριγκτον. Η οδηγία ήταν να εκδιώξει τον Ιμπραήμ με την διπλωματική γλώσσα, και εάν αυτό δεν αρκούσε με την ισχύ των όπλων. Την επομένη ημέρα της ναυμαχίας, οι σύμμαχοι απαίτησαν από τον Ιμπραήμ, που τον πρόλαβαν να φεύγει προς στα ορεινά της Μεσσηνίας, να διατάξει κατάπαυση του πυρός, υπό την απειλή κήρυξης γενικευμένου πολέμου. Οι Οθωμανοί αποδέχθηκαν την πρόταση και έτσι υπεγράφη ανακωχή στην ναυαρχίδα του Κόδριγκτον. Ο Κόδριγκτον απέστειλε λεπτομερή έκθεση στο Βρετανικό Ναυαρχείο, στην οποία ανέφερε εμπεριστατωμένα την ανάγκη της ναυμαχίας, τόσο για την επιβολή των όρων της Συνθήκης του Λονδίνου, όσο και για την προστασία των Ελληνικών πληθυσμών που υπέφεραν από τους Τουρκο-αιγυπτίους. Αφετέρου επισύναψε αναφορές υφισταμένων του, όπως του υποναυάρχου Ρόουαν Χάμιλτον (rear admiral Rowan Hamilton), οι οποίες επιβεβαίωναν τις πράξεις του Ιμπραήμ [36].

Η Βρετανική κυβέρνηση δέχθηκε την είδηση με αμηχανία. Η Μεγάλη Βρετανία, που φοβόταν το ενδεχόμενο καθόδου των Ρώσων στη Μεσόγειο, αντιμετώπιζε την νίκη στο Ναβαρίνο με συγκράτηση, καθώς στο Λονδίνο θεωρούσαν ότι η Οθωμανική αυτοκρατορία αποτελούσε ανάχωμα κατά της Ρωσίας. Επικρατούσε η άποψη ότι ο Κόδριγκτον είχε υπερβεί τις εντολές που είχε λάβει, ενώ, όπως φαίνεται, ο Κόδριγκτον είχε σχηματίσει την απόλυτη πεποίθηση ότι οι οδηγίες τού επέτρεπαν να αναλάβει δράση με πιθανή εμπλοκή σε εχθροπραξίες [37].Τέλος, δεν ήταν εύκολο να ασκηθεί δίωξη εναντίον του Άγγλου ναυάρχου, καθώς η κυριότερη πηγή πληροφοριών για το τι είχε συμβεί ήταν η προσωπική του μαρτυρία [38]. Μετά την υπογραφή της ανακωχής με τους τουρκο-αιγυπτίους και την αποστολή της έκθεσης στο Βρετανικό Ναυαρχείο, ο Κόδριγκτον με τον αγγλικό και τον ρωσικό στόλο, απέπλευσαν προς τη Μάλτα, με σκοπό τις επισκευές και την αναδιοργάνωση του στόλου, ενώ ο γαλλικός στόλος κατευθύνθηκε στη Τουλόν.

Όπως ήταν προγραμματισμένο από το Αγγλικό Ναυαρχείο, ο Καποδίστριας οδηγήθηκε από την Αγκώνα στην Ελλάδα με το αγγλικό πλοίο «Γουώρσπάϊτ» και με ενδιάμεσο σταθμό τη Μάλτα, ώστε να δοθεί στον Κόδριγκτον η ευκαιρία να επιβεβαιώσει την κοινή τους πολιτική στην εφαρμογή της Συνθήκης. Ο Καποδίστριας έφθασε στη Μάλτα στις 9 Ιανουαρίου 1828, όπου φιλοξενήθηκε από τον Κόδριγκτον με τις αρμόζουσες τιμές. Εκεί, αφού διαπιστώθηκε η σύμπτωση απόψεων και η αμοιβαία κατανόηση, ο Καποδίστριας κέρδισε την απόλυτη εμπιστοσύνη του Κόδριγκτον, όπως αναφέρεται και σε μεταγενέστερη επιστολή του τελευταίου προς τον Φρέντερικ Άνταμ, τον ύπατο αρμοστή των Επτανήσων [39] . Μάλιστα ο Κόδριγκτον ικανοποίησε και το αίτημα του Καποδίστρια να τον συνοδεύσουν στην Ελλάδα τρία συμμαχικά πλοία, ένα από κάθε μία από τις μεγάλες δυνάμεις, καθώς δεν ήθελε να εμφανιστεί στην Ελλάδα ως άνθρωπος των Ρώσων. Έτσι έφτασε στις 7/19 Ιανουαρίου 1828 στο Ναύπλιο και στις 12/24 Ιανουαρίου στην Αίγινα, όπου την μεθεπόμενη ορκίσθηκε επισήμως ως κυβερνήτης [40].

Στο μεταξύ, στην Κωνσταντινούπολη οι πρεσβευτές των τριών συμμάχων είχαν ζητήσει από τον Σουλτάνο να αποδεχθεί τη Συνθήκη του Λονδίνου, δηλώνοντας ότι σε διαφορετική περίπτωση θα αποχωρούσαν. Τελικά οι τρείς πρεσβευτές αποχώρησαν από την Κωνσταντινούπολη στις 8 Δεκεμβρίου 1827 και μετέβησαν στην Κέρκυρα, καθώς μέχρι τότε δεν είχαν πάρει σαφή απάντηση από τους Οθωμανούς. Αντιθέτως, ο σουλτάνος κήρυξε «ιερό πόλεμο», και έδωσε έτσι αφορμή στον Τσάρο Νικόλαο Α΄ να κηρύξει αργότερα τον Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο του 1828-1829, τον οποίο κέρδισε η Ρωσία.

Ο αγγλικός στόλος ξεχειμώνιασε στη Μάλτα μέχρι το Μάιο του 1828, οπότε και επανήλθε στην Πελοπόννησο και ξαναενώθηκε με τους Γάλλους και τους Ρώσους, με σκοπό να επιτύχουν την ειρηνική αποχώρηση του Ιμπραήμ Πασά, ο οποίος, ακόμη και με τον Καποδίστρια στην Αίγινα, έθετε διαρκώς προσκόμματα και ουσιαστικά αρνούνταν να αποχωρήσει. Έτσι, ο Καποδίστριας, γύρω στο τέλος του Ιουνίου 1828 έσπευσε στη Ζάκυνθο, όπου βρισκόταν ο Κόδριγκτον, ειδικά για να του υποβάλει την ιδέα να πλεύσει στην Αλεξάνδρεια προκειμένου να πείσει τον Μεχμέτ Αλή να διατάξει την εκκένωση της Πελοποννήσου [41]. Ο Κόδριγκτον, αφού συμβουλεύτηκε τον Στράτφορντ Κάνινγκ και τους πρεσβευτές των άλλων δύο Δυνάμεων, που βρίσκονταν στην Κέρκυρα, και με τη σύμφωνη γνώμη του Δεριγνύ, πήγε στην Αλεξάνδρεια, όπου μετά από διαπραγματεύσεις με τον Μεχμέτ Αλή κατέληξαν στη συμφωνία της 9ης Αυγούστου 1828, σύμφωνα με την οποία τα στρατεύματα του Ιμπραήμ θα εκκένωναν την Πελοπόννησο [42]. Έτσι, δέκα μήνες μετά τη ναυμαχία, ο Κόδριγκτον ολοκλήρωσε την αποστολή του, όπως την αντιλαμβάνονταν ο ίδιος, και ανέθεσε στον πλοίαρχο Λάυονς να επιβλέψει την εκτέλεσή της. Κατά την επιστροφή του στη Μάλτα, ο Κόδριγκτον πληροφορήθηκε ότι η Βρετανική κυβέρνηση από 21 Ιουνίου 1828, τον είχε ανακαλέσει στο Λονδίνο. Ο Ιμπραήμ όμως δεν αποχώρησε, παρά μόνο μετά την απόβαση το Σεπτέμβριο του 1828 των 14.000 Γάλλων στρατιωτών στην Πελοπόννησο υπό την ηγεσία του Νικολάου-Ιωσήφ Μαιζόν (Nicolas-Joseph Maison). Μάλιστα ο Λάυονς και ο Μαιζόν, παρουσιαστήκαν μαζί προ του φρουρίου του Ρίου, που ήταν το τελευταίο το οποίο παραδόθηκε από τους Αιγυπτίους, λίγο πριν το τέλος του 1828 [43]. Οι Γάλλοι στρατιώτες του Μαιζόν παρέμειναν στην Πελοπόννησο μέχρι τον Μάιο του 1829, οπότε αναχώρησαν κατόπιν έντονου αγγλικού διαβήματος.

Ο Κόδριγκτον ανακαλείται απολογούμενος

Επεξεργασία

Τον Ιανουάριο του 1828, όπως ήδη αναφέρθηκε, είχε αλλάξει η Κυβέρνηση στο Λονδίνο, και η εξουσία είχε περάσει στον δούκα του Ουέλλινγκτον. Με δεδομένο τον φόβο καθόδου της Ρωσίας στη Μεσόγειο, ο Ουέλλινγκτον χαρακτήρισε τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο «απροσδόκητη» και «ατυχές γεγονός». Η κίνηση αυτή κρίθηκε αναγκαία σε πολιτικό επίπεδο για να διατηρηθούν οι διπλωματικές σχέσεις της Βρετανίας με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο σχεδιασμός όμως του Τζωρτζ Κάνινγκ, είχε επιτευχθεί.

Όταν ο Κόδριγκτον επέστρεψε στη Μεγάλη Βρετανία το Σεπτέμβριο του 1828, τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Το αιτιολογικό ήταν ότι αμέλησε να διενεργήσει πλήρεις ελέγχους στα πλοία του τουρκο-αιγυπτιακού στόλου που διασώθηκαν στο Ναβαρίνο, με αποτέλεσμα να επιτύχουν οι Οθωμανοί τη μεταφορά Ελλήνων σκλάβων από την Πελοπόννησο προς την Αλεξάνδρεια. Είχε προηγηθεί εντυπωσιασμός της κοινής γνώμης του Λονδίνου, όταν τους πρώτους μήνες του 1828 έφθασαν πληροφορίες ότι 5.500 Έλληνες από την Πελοπόννησο, κυρίως γυναίκες και παιδιά, πωλούνταν στα σκλαβοπάζαρα της Αλεξάνδρειας. Προκλήθηκε έντονη συζήτηση στο Κοινοβούλιο, που έφερε σε δύσκολη θέση τη Βρετανική κυβέρνηση. Ο ναύαρχος Κόδριγκτον, απολογούμενος, εξήγησε ότι οι συνθήκες που επικρατούσαν μετά την ναυμαχία δεν επέτρεψαν τη διενέργεια νηοψίας σε όλα τα αιγυπτιακά πλοία. Έτσι ο Κόδριγκτον έπεσε σε δυσμένεια, φαινομενικά για αμέλεια, στην πραγματικότητα όμως για την επιθετικότητα που έδειξε στο Ναβαρίνο [44].

Οι Ελληνικές επαναστατικές δυνάμεις αξιοποίησαν τον Ρωσο-τουρκικό πόλεμο και την αδυναμία των Τουρκο-αιγυπτίων να επικρατήσουν στη Στερεά Ελλάδα. Οι νίκες των Ρωσικών στρατευμάτων του πρωσικής καταγωγής στρατάρχη Χανς Καρλ φον Ντίμπιτς (Diebitsch), που προχωρούσαν προς την Κωνσταντινούπολη, ανάγκασε τον σουλτάνο να δεχθεί στις 2/14 Σεπτεμβρίου 1829 τη Συνθήκη Ειρήνης της Αδριανουπόλεως. Έτσι δέχτηκε, μεταξύ πολλών άλλων και την ελληνική αυτονομία, που προέβλεπε η συνθήκη της 6ης Ιουλίου 1827, αλλά ακόμη αποδέχτηκε και τη συνοριακή γραμμή Αμβρακικού – Παγασητικού [45]. Η νίκη των Ρώσων σε αυτό τον πόλεμο ήταν το δεύτερο γεγονός, μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου, που συνέβαλε, ώστε ένα χρόνο μετά, οι μεγάλες δυνάμεις να προχωρήσουν στην ίδρυση και αναγνώριση του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Συγκεκριμένα, η συνθήκη της Αδριανουπόλεως οδήγησε τον Ουέλλινγκτον, για να ξεπεράσει τη συμβολή των Ρώσων, να στραφεί προς την προοπτική ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους. Έτσι στο Λονδίνο, δυόμιση έτη μετά από τη συνθήκη της 6 Ιουλίου 1827, και με βάση αυτή, συμφωνήθηκε και η σύνταξη του Οριστικού Πρωτοκόλλου Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος, που αναφέρεται και ως «Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830». Το τελευταίο αυτό υπογράφηκε στο βρετανικό υπουργείο εξωτερικών, στο Ουάιτχολ, απουσία Ελλήνων και Τούρκων, από τον βρετανό υπουργό εξωτερικών λόρδο Αμπερντίν και τους πρέσβεις της Γαλλίας και της Ρωσίας, στις 3 Φεβρουαρίου 1830 [46]. Αυτή τη φορά την πρωτοβουλία είχε ο βρετανός πρωθυπουργός Άρθουρ Ουέλλσλυ, Δούκας του Ουέλλινγκτον, ο οποίος θεωρώντας πλέον ότι το συμφέρον της Αγγλίας ήταν να υπάρξει ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος, έδωσε τη σχετική γραπτή εντολή στον υπουργό του επί των Εξωτερικών. Με το πρωτόκολλο αυτό κατοχυρώθηκε η σύσταση του πρώτου Ελληνικού κράτους και η πλήρης ανεξαρτησία του.

1831-1851. Τα τελευταία του χρόνια και οι τιμές που δέχθηκε

Επεξεργασία

Το Σεπτέμβριο του 1830 ο Κόδριγκτον ανταποκρίθηκε σε πρόσκληση του Ρώσου Αυτοκράτορα Νικολάου Α΄ και επισκέφτηκε την Αγία Πετρούπολη, όπου τιμήθηκε με τον Σταυρό του Αγίου Γεωργίου 2ας Τάξεως για τη δράση του, ενώ ταυτόχρονα τιμήθηκε και ο γιος του, ο υποπλοίαρχος Χένρυ Κόδριγκτον, με το Παράσημο του Αγίου Βλαδίμηρου για τη γενναιότητά του στο Ναβαρίνο. Το ταξίδι φυσικά έγινε με πλοίο και διάρκεσε δύο μήνες, από 6 Σεπτεμβρίου μέχρι 9 Νοεμβρίου, ενώ παρέμεινε φιλοξενούμενος στα ανάκτορα της Αγίας Πετρούπολης περίπου 20 ημέρες. Εκεί του επιφυλάχθηκε μια πολύ τιμητική, αλλά και συγχρόνως εγκάρδια φιλική υποδοχή από τον Νικόλαο Α΄ και την αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα Φιοντόροβνα. Πριν ξεκινήσει το ταξίδι της επιστροφής, ευρισκόμενος στη νήσο Κρονστάνδη ανήμερα της επετείου της ναυμαχίας του Ναυαρίνου, συναντήθηκε με τον Χέυδεν στη ναυαρχίδα του τελευταίου, ο οποίος του παρέθεσε γεύμα όπου έγιναν προπόσεις υπέρ των 3 ναυάρχων.

Το 1831 ο Κόδριγκτον τοποθετήθηκε διοικητής Εκπαιδευτικής Μοίρας του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού και το 1832 τιμήθηκε από το βασιλιά Γουλιέλμο Δ΄, με το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Λουτρού. Το Δεκέμβριο του 1832 εξελέγη βουλευτής των Φιλελευθέρων στην περιφέρεια του Devonport, με πρωθυπουργό τον επίσης φιλελεύθερο Τσαρλς Γκρέι (Sir Charles Grey).Το κίνητρο που τον ώθησε να εμπλακεί στην πολιτική ήταν η πρόθεσή του να υποστηρίξει τους επιζώντες αξιωματικούς και ναύτες που είχαν λάβει μέρος στη ναυμαχία του Ναβαρίνου, καθώς οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν τους αναγνώριζαν το δικαίωμα αποζημίωσης για τις βλάβες και τους τραυματισμούς που είχαν υποστεί, παρόλο ότι αυτό συνήθως αναγνωριζόταν σε όλες τις προηγούμενες ναυμαχίες. Ο Κόδριγκτον, για την αποκατάσταση αυτής της αδικίας, προσπαθούσε από το Νοέμβριο του 1827 με επανειλημμένες επιστολές σε αρμόδιους αξιωματούχους [47]. Μάλιστα, για αυτό το λόγο, ο ίδιος είχε αρνηθεί τη σύνταξη των 800 λιρών ετησίως που του είχε προφέρει η βρετανική κυβέρνηση. Όταν όμως τον Μάρτιο του 1833 υποβλήθηκε στο Βρετανικό Κοινοβούλιο πρόταση μομφής από τον σερ Ρόμπερτ Πιλ (sir Robert Peel,2nd Baronet) κατά του Κόδριγκτον για το Ναβαρίνο, που ίσως είχε προσχηματικό χαρακτήρα, o Κόδριγκτον απάντησε με μια μακρά ομιλία, που όχι μόνο απέδειξε την αθωότητά του, αλλά και κατόρθωσε να ψηφισθεί απόφαση αποκατάστασης της αδικίας κατά των πληρωμάτων του στο Ναβαρίνο. Η απόφαση υλοποιήθηκε με την παροχή 60.000 λιρών ως αποζημίωσή τους. Όπως ο ίδιος δήλωσε στην οικογένειά του, τότε μόνο απαλλάχτηκε από το βάρος της ευθύνης που δεν του επέτρεπε ήρεμο ύπνο.

 
Τα απομνημονεύματα του Κοδριγκτον, όπως δημοσιεύτηκαν από την κόρη του Lady Bourchier

Το Φεβρουάριο του 1834, ο βασιλεύς της Ελλάδος Όθων, αναγνωρίζοντας την συνεισφορά του υπέρ της Ελλάδος, τον τίμησε με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Σωτήρος [48]. Μετά από 36 έτη έγγαμου βίου, τον Ιανουάριο 1837 απεβίωσε η σύζυγός του και έκτοτε το πρόσωπο που τον παρηγορούσε ήταν η μεγαλύτερη του κόρη. Σ’ αυτήν ο Κόδριγκτον άρχισε να υπαγορεύει τα απομνημονεύματά του. Τέλος, το 1839, ο Κόδριγκτον τιμήθηκε με το Ναυτικό Μετάλλιο Γενικής Υπηρεσίας, προήχθη σε ναύαρχο (full admiral) και τοποθετήθηκε, από το Νοέμβριο 1839 μέχρι το Δεκέμβριο 1842, ως αρχηγός του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού, με έδρα το Πόρτσμουθ (Commander in chief at Portsmouth) [49]. Τότε παραιτήθηκε από το Κοινοβούλιο και μετακόμισε στο Πόρτσμουθ όπου εγκαταστάθηκε, μαζί με τις τρεις του κόρες, στην προβλεπόμενη κατοικία για τον αρχηγό (Admiralty House). Ο Κόδριγκτον υπηρέτησε πιστά το στέμμα της Βρετανίας, υπερασπιζόμενος τα συμφέροντα της πατρίδας του, στη διάρκεια της βασιλείας των τελευταίων τεσσάρων βασιλέων του οίκου του Ανόβερου. Στη διάρκεια του πολέμου της Ελληνικής Ανεξαρτησίας υπερασπίσθηκε αποφασιστικά και τους Έλληνες με τρόπο που δικαιολογημένα να θεωρείται ένας από τους κυριότερους συντελεστές της επιτευχθείσας ανεξαρτησίας [50]. Ο σερ Έντουαρντ Κόδριγκτον απεβίωσε στο Λονδίνο στις 28 Απριλίου του 1851, την επόμενη ημέρα από την επέτειο των ογδοηκοστών πρώτων γενεθλίων του. Ετάφη αρχικά στον Ναό του Αγίου Πέτρου, αλλά το 1954 τα οστά του μεταφέρθηκαν στο Κοιμητήριο του Μπρούκγουντ (Brookwood) στο Σάρεϋ. Η μεγαλύτερη από τις κόρες του, η κατόπιν Λαίδη Μπάουτσερ, δημοσίευσε το 1873 τα απομνημονεύματα του πατέρα της και δώρισε στη Βουλή των Ελλήνων μια προσωπογραφία του [51].


Παραπομπές

Επεξεργασία
  1. Νέα Δομή, τόμος 17. (σελ. 275)
  2. Hannay, David: «Codrington, Sir Edward», Encyclopaedia Britannica, London, 1911, vol. 6.
  3. Καρακάσης, Δημήτριος: Μορφές Άγγλων από την Ιστορία, Εκδόσεις Αθ. Αλτιντζή, Θεσσαλονίκη, 2023, σελ.85, ISBN 978-960-9465-68-7.
  4. Codrington, Edward: Memoir of the Life of Admiral Sir Edward Codrington: With Selections from His Public and Private Correspondence, ed. by lady Bourchier, Longmans, Green & Co., London, 1873, Τομ. 1, σελ. 51-80.
  5. Codrington, Edward: Memoir of the Life of Admiral Sir Edward Codrington: With Selections from His Public and Private Correspondence, ed. by lady Bourchier, Longmans, Green & Co., London, 1873, Τομ. 1, σελ. 310.
  6. Codrington, Edward: Memoir: Στο ίδιο o.π.,Τομ. 1, σελ. 329
  7. Codrington, Edward: Memoir: Στο ίδιο o.π., Τομ. 1, σελ. 351
  8. Codrington,Edward: Memoir: Στο ίδιο o.π., Τομ. 1, σελ. 357
  9. Codrington,Edward: Memoir: Στο ίδιο, ο.π., Τομ. 1, σελ. 379.
  10. Δημητρακόπουλος, Οδυσσέας: Τα πολιτικά γεγονότα κατά τον Ιούνιο και Ιούλιο 1827, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΒ, σελ. 458.
  11. Codrington, Edward: Memoir: Στο ίδιο o.π.,Τομ. 1, σελ. 384
  12. Πετσάλης, Νικόλαος: Το πρωτόκολλο της Πετρουπόλεως της 24ης Απριλίου 1826, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΒ, σελ. 436-437.
  13. Codrington,Edward: Memoir: Appendix, Protocol at Petersburg, vol. 1, σελ. 501-502.
  14. Καρακάσης, Δημήτριος: Μορφές Άγγλων από την Ιστορία, Εκδόσεις Αθ. Αλτιντζή, Θεσσαλονίκη, 2023, σελ.94, ISBN 978-960-9465-68-7.
  15. Διονύσιος Κόκκινος: Η Ελληνική Επανάσταση, Μέλισσα, Αθήνα, 1974, τόμος 6, σελ. 136 : Η συνθήκη του Λονδίνου.
  16. Πετσάλης, Νικόλαος: Η συνθήκη της 6ης Ιουλίου 1827, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΒ, σελ. 461-462.
  17. Codrington, Edward: Memoir: Appendix, Treaty of London, Τομ. 1, σελ. 502-506.
  18. Παρά τις επανειλημμένες διπλωματικές προσπάθειες του κυβερνήτη Καποδίστρια για την αύξηση της έκτασης του Ελληνικού κράτους, ο τελικός καθορισμός των συνόρων, που συζητήθηκε σε πολλές συσκέψεις κατέληξε στη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού, μόνο μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη, με πρωτόκολλο του Λονδίνου στις 30 Αυγούστου 1832, που έγινε δεκτό από την Οθωμανική Πύλη στις 26 Δεκεμβρίου 1832 συγχρόνως με την αποδοχή του Όθωνα, ως βασιλιά της Ελλάδος.
  19. Ο Κόδριγκτον και ο Δεριγνύ έλαβαν τις «Οδηγίες προς τους ναυάρχους» στις 10 Αυγούστου 1827. Dakin, Douglas: O Αγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία 1821-1833, μεταφρ.: Σταυρίδη- Πατρικίου, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 1983, σελ. 278.
  20. Codrington, Edward: Memoir: Στο ίδιο, ο.π., Τομ. 1, σελ. 385.
  21. Codrington,Edward: Memoir: Στο ίδιο, ο.π., Τομ. 1, σελ. 412 και 421.
  22. Πετσάλης, Νικόλαος: Τα πολιτικά γεγονότα από τον Αύγουστο μέχρι τον Δεκέμβριο 1827, στην: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμος ΙΒ, σελ. 464.
  23. Codrington, Edward: Memoir: Στο ίδιο, ο.π., Τομ. 1, σελ. 451.
  24. Codrington, Edward: Memoir: Στο ίδιο, ο.π., Τομ. 2, σελ. 2.
  25. Codrington, Edward: Memoir: Στο ίδιο, ο.π.,Τομ.2, σελ. 5-26.
  26. Δημητρακόπουλος, Οδυσσέας: Καταστροφή τουρκικού στολίσκου από τον Άστιγξ και τον Τόμας, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΒ, σελ. 466.
  27. Codrington, Edward: Memoir: Στο ίδιο, ο.π., Τομ.2, σελ. 37-38.
  28. Dakin, Douglas: O Αγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία 1821-1833, μεταφρ.: Σταυρίδη- Πατρικίου, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 1983, σελ. 282.
  29. Codrington, Edward: Memoir: Στο ίδιο, ο.π., Τομ.2, σελ. 70.
  30. Dakin, Douglas: στο ίδιο ο.π., σελ. 286.
  31. Καρακάσης, Δημήτριος: στο ίδιο ο.π., σελ.115.
  32. Dakin, Douglas: στο ίδιο ο. π., σελ. 286.
  33. Πετσάλης, Νικόλαος: Η ναυμαχία του Ναβαρίνου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΒ, σελ. 466-469.
  34. Βασδραβέλλης, Ι. Κ.: Η πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων και η ναυμαχία του Ναυαρίνου, εκδ. Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, 1973.
  35. Dakin, Douglas: στο ίδιο ο. π., σελ. 287 .
  36. Dakin, Douglas: στο ίδιο ο. π., σελ. 288.
  37. Dakin, Douglas: στο ίδιο ο. π., σελ. 288.
  38. Dakin, Douglas: στο ίδιο ο. π., σελ. 287.
  39. Μαρκεζίνης, Σπύρ.: Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, εκδ. Πάπυρος, Αθήναι, 1966, τομ. Α΄, σελ. 42-43.
  40. Μαρκεζίνης, Σπύρ.: στο ίδιο ο. π., σελ. 45.
  41. Δεσποτόπουλος, Αλέξανδρος: Ισχυροποίηση και αίσια έκβαση της Ελληνικής επανάστασης (1828-1830), στο Τουρκοκρατία και Ελληνική Επανάσταση, εκδ. Explorer, ISBN 978-960-475-152-5, 2010, σελ. 124.
  42. Δεσποτόπουλος, Αλέξανδρος: Η συνθήκη της Αλεξάνδρειας, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΒ, σελ. 501.
  43. Μαρκεζίνης, Σπύρ.: Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, εκδ. Πάπυρος, Αθήναι, 1966, τομ. Α΄, σελ. 60-61.
  44. Dakin, Douglas: στο ίδιο ο. π., σελ.289.
  45. Δεσποτόπουλος, Αλέξανδρος: Η συνθήκη της Αδριανουπόλεως, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΒ, σελ. 535-536.
  46. Beaton, Roderick: Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 και η παγκόσμια σημασία της, (μεταφρ. Δ. Κανελλοπούλου), Αιώρα, Αθήνα, 2021, σελ.78-79.
  47. Codrington,Edward: Memoir: Στο ίδιο, ο.π., Τομ.2, σελ. 450-451.
  48. Κλάδου, Α. Ι.: Εφετηρίς του Βασιλείου της Ελλάδος δια το έτος 1837, Εκ της Βασιλικής Τυπογραφίας και Λιθογραφίας, Εν Αθήναις, 1837, σελ. 126.
  49. Hannay, David: Codrington, Sir Edward, Encyclopædia Britannica,1911.
  50. Καρακάσης, Δημήτριος: στο ίδιο ό.π., σελ.132.
  51. Λυκούδης, Στυλ. Ε.: λήμμα: Κόδριγκτων, Εγκυκλ. Λεξικόν Ηλίου, τομ. 10, σελ. 932-933.

Περαιτέρω μελέτη

Επεξεργασία
  • The Trafalgar Captains (2005) – Colin White and the 1805 Club, Chatham Publishing, Λονδίνο ISBN 1-86176-247-X

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Επεξεργασία