Άνοιγμα κυρίου μενού
Stone building fronted by a tall gateway, a colonnade, and another gateway.
Ο Ναός της Ίσιδας στη Νήσο Φίλαι, με τους πυλώνες και την περίκλειστη αυλή στα αριστερά και το εσωτερικό κτίριο στα δεξιά

Οι Αιγυπτιακοί ναοί χτίστηκαν για την επίσημη λατρεία των θεών και για τη μνημόνευση των φαραώ στην αρχαία Αίγυπτο και σε περιοχές υπό Αιγυπτιακή εξουσία. Οι ναοί θεωρούνται οίκοι των θεών και των βασιλέων στους οποίους ήταν αφιερωμένοι. Στο εσωτερικό τους οι Αιγύπτιοι έκαναν μια πληθώρα τελετουργικών, τις κεντρικές λειτουργίες της Αιγυπτιακής θρησκείας: την απόδοση προσφορών στους θεούς, την αναπαράσταση των μυθολογικών αλληλεπιδράσεών τους μέσα από γιορτές, και την αναχαίτιση των δυνάμεων του χάους. Αυτές οι τελετές θεωρούνταν απαραίτητες για τους θεούς ώστε να συνεχίζουν να συγκρατούν την μάατ, τη θεία τάξη του σύμπαντος. Η στέγαση και φροντίδα των θεών ήταν υποχρεώσεις των φαραώ, οι οποίοι ούτως αφιέρωναν άφθονους πόρους στην κατασκευή και συντήρηση των ναών. Λόγω πρακτικών προβλημάτων οι φαραώ αναγκάζονταν να μεταφέρουν τα περισσότερα τελετουργικά τους καθήκοντα σε μια πλειάδα ιερέων, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του λαού ήταν αποκλεισμένο από την άμεση συμμετοχή σε τελετές και απαγορευόταν να εισέρχεται στις ιερότερες περιοχές ενός ναού. Παρόλα αυτά, ο ναός ήταν θρησκευτική τοποθεσία για όλες τις τάξεις των Αιγυπτίων, οι οποίοι προσέρχονταν σε αυτούς για να προσευχηθούν, να προσφέρουν αναθήματα και να ζητήσουν μαντική καθοδήγηση από τον θεό που κατοικούσε μέσα του.

Το πλέον σημαντικό μέρος του ναού ήταν το ιερό, το οποίο τυπικά περιείχε ένα είδωλο, ένα άγαλμα του θεού. Τα δωμάτια έξωθεν του ιερού έγινε μεγαλύτερο και πιο περίτεχνο με το χρόνο, ώστε οι ναοί εξελίχθηκαν από μικρά λατρευτικά προσκυνήματα στην ύστερη Προδυναστική Περίοδο (τέλη τέταρτης χιλιετίας π.Χ.), σε μνημειώδη πέτρινα οικοδομήματα κατά το Νέο Βασίλειο (περ. 1550–1070 π.Χ.) και έπειτα. Αυτά τα οικοδομήματα ανήκουν στα μεγαλύτερα και πιο ανθεκτικά παραδείγματα Αιγυπτιακής αρχιτεκτονικής, των οποίων τα στοιχεία ήταν διατεταγμένα και διακοσμημένα σύμφωνα με περίπλοκα μοτίβα θρησκευτικού συμβολισμού. Ο τυπικός σχεδιασμός τους αποτελείτο από μια σειρά κεκλεισμένων αιθουσών, ανοιχτών αυλών και τεράστιων πυλώνων ευθυγραμμισμένων κατά μήκος της διαδρομής που χρησιμοποιείτο για εορταστικές λιτανείες. Πέραν του κυρίως ναού υπήρχε ένας εξωτερικός τοίχος που περιέκλειε μια ευρεία ποικιλία δευτερευόντων κτιρίων.

Μεγάλοι ναοί επίσης κατείχαν μεγάλα κομμάτια γης και απασχολούσαν χιλιάδες λαϊκών για την ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους. Ούτως, οι ναοί ήταν καίρια οικονομικά και θρησκευτικά κέντρα. Οι ιερείς που διαχειρίζονταν αυτά τα παντοδύναμα ιδρύματα ασκούσαν σημαντική επιρροή και παρά την τυπική υποταγή τους στο βασιλιά είναι πιθανό ότι δημιούργησαν σημαντικές προκλήσεις ενάντια στην εξουσία τους.

Η ναοδομία στην Αίγυπτο συνεχίστηκε παρά την παρακμή της χώρας και την τελικά απώλεια της ανεξαρτησίας της κατά την Ρωμαϊκή εποχή.

Πίνακας περιεχομένων

ΛειτουργίεςΕπεξεργασία

ΘρησκευτικέςΕπεξεργασία

 
Ανάγλυφο του Σέτι Α΄ που κάνει τελετουργικά για τον θεό Άμμωνα

Οι αρχαίοι Αιγυπτιακοί ναοί ήταν σχεδιασμένοι ως σημεία κατοικίας των θεών στη γη. Πράγματι, ο όρος που χρησιμοποιούσαν οι Αιγύπτιοι περισσότερο για την περιγραφή του κτιρίου του ναού, ḥwt-nṯr, σημαίνει "κατοικία (ή κεκλεισμένος χώρος) του θεού".[1][2] Η παρουσία ενός θεού στο ναό συνέδεε το ανθρώπινο με το θείο βασίλειο και επέτρεπε στους ανθρώπους να αλληλεπιδρούν με τον θεό μέσω τελετουργιών. Αυτά τα τελετουργικά, όπως πιστευόταν, διατηρούσαν τον θεό και του επέτρεπαν να συνεχίζει να παίζει τον κατάλληλο ρόλο του στη φύση. Ούτως αποτελούσαν βασικό μέρος της διατήρησης της μάατ, της ιδεατής τάξης της φύσης και της αιγυπτιακής κοινωνίας κατά τις Αιγυπτιακές πεποιθήσεις.[3] Η διατήρηση της μάατ ήταν ο μοναδικός σκοπός της Αιγυπτιακής θρησκείας,[4]και ήταν ο σκοπός ενός ναού επίσης.[5]

Επειδή αποδιδόταν και στον ίδιο θεϊκή εξουσία,[Note 1] ο φαραώ, ως ιερός βασιλιάς, θεωρούταν ως ο αντιπρόσωπος των Αιγυπτίων απέναντι στους θεούς και ως ο βασικότερος τηρητής των αξιών της Μάατ.[7] Ούτως, ήταν θεωρητικά καθήκον του να διεξάγει τις τελετουργίες του ναού. Παρότι είναι αβέβαιο πόσο συχνά συμμετείχε πραγματικά σε αυτές τις τελετές, η ύπαρξη ναών σε όλη την Αίγυπτο καθιστούσε αδύνατη την προσωπική του παρουσία σε όλες τις περιστάσεις και τον περισσότερο καιρό αυτά τα καθήκοντα ανατίθενταν στους ιερείς. Ο φαραώ ήταν όμως υποχρεωμένος να διατηρεί, φροντίζει και να επεκτείνει τους ναούς σε όλη την επικράτειά του.[8]

Μολονότι ο φαραώ είχε μεταβιβάσει την εξουσία του αυτή, η διεξαγωγή των τελετουργιών στους ναούς ήταν οπωσδήποτε επίσημο καθήκον και το δικαίωμά της περιοριζόταν στα ανώτερα μέλη του ιερατείου. Η συμμετοχή του λαού στις περισσότερες τελετές απαγορευόταν. Μείζον μέρος της θρησκευτικής δραστηριότητας των λαϊκών στρωμάτων στην Αίγυπτο λάμβανε χώρα αντ' αυτού σε ιδιωτικούς και κοινοτικούς χώρους προσκυνηματικής λατρείας, ξεχωριστά από τους επίσημους ναούς. Όμως, όντας κύριος σύνδεσμος μεταξύ του θεϊκού και ανθρώπινου βασιλείου, οι ναοί προσέλκυαν σημαντικότατη λατρεία και τιμή από τους κοινούς Αιγύπτιους.[9]

Κάθε ναός είχε μία βασική θεότητα, και οι περισσότεροι ήταν ταυτόχρονα αφιερωμένοι σε άλλους θεούς.[10] Δεν είχαν όμως όλες οι θεότητες ναούς αφιερωμένους σε αυτούς. Πολλοί δαίμονες και οικιακοί θεοί πρωταγωνιστούσαν κυρίως σε ιδιωτικές τελετές και πρακτικές μαγείας, έχοντας μικρή ή μηδαμινή παρουσία σε ναϊκές τελετές. Υπήρχαν ακόμα άλλοι θεοί που είχαν σημαντικό ρόλο στην κοσμοθεωρία αλλά για αβέβαιους λόγους δεν τιμούνταν σε δικούς τους ναούς.[11] Από αυτούς τους θεούς που είχαν δικούς τους ναούς, πολλού τιμούνταν κυρίως σε συγκεκριμένες περιοχές της Αιγύπτου, παρότι πολλοί θεοί με έντονη τοπική παρουσία ήταν επίσης σημαντικοί σε όλη τη χώρα.[12] Ακόμα και θεότητες των οποίων η λατρεία εκτεινόταν σε όλη τη χώρα συνδέονταν πολύ έντονα με τις πόλεις όπου βρίσκονταν οι σημαντικότεροι ναοί τους. Στους αρχαίους Αιγυπτιακούς μύθους της δημιουργίας, ο πρώτος ναός χρησιμοποιείτο αρχικά σαν καταφύγιο για ένα θεό - το ποιός θεός ήταν διέφερε ανάλογα με την πόλη - που στεκόταν στο λόφο που ξεκίνησε η διαδικασία της δημιουργίας. Οπότε κάθε ναός στην Αίγυπτο εξισωνόταν με τον αρχικό ναό και με την ίδια την τοποθεσία της δημιουργίας.[13] Ως ο αρχέγονος οίκος του θεού και η μυθολογική τοποθεσία της ίδρυσης της πόλης ο ναός θεωρείτο λίκνο της περιοχής, από το οποίο ο προστάτης θεός της πόλης την εξουσίαζε.[14]

Οι φαραώ έχτιζαν επίσης ναούς όπου γίνονταν προσφορές για τη διατήρηση των πνευμάτων τους μετά θάνατον, συχνά συνδεδεμένους με ή κοντά στους τάφους τους. Αυτοί οι ναοί ονομάζονται παραδοσιακά νεκρικοί ναοί (mortuary temples) και θεωρούνται ουσιαστικά διαφορετικοί από τους θεϊκούς ναούς. Πιο πρόσφατα μερικοί αιγυπτιολόγοι, όπως ο Γκέρχαρντ Χέινι, έχουν ισχυριστεί ότι δεν υφίσταται καθαρή διάκριση μεταξύ των δύο. Οι Αιγύπτιοι δεν αναφέρονταν με συγκεκριμένο όνομα στους νεκρικούς ναούς.[15][Note 2] Ούτε υπήρχαν τελετουργικά για τους νεκρούς και τους θεούς εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους· ο συμβολισμός γύρω από το θάνατο ήταν παρών σε όλους τους νεκρικούς ναούς.[17] Η λατρεία των θεών ήταν παρούσα σε κάποιο βαθμό στους νεκρικούς ναούς, και ο αιγυπτιολόγος Στίβεν Κουίρκ έχει δηλώσει ότι "σε όλες τις περιόδους η βασιλική λατρεία περιλαμβάνει τους θεούς, αλλά και αντιστοίχως όλη η λατρεία των θεών περιλαμβάνει τον βασιλιά".[18] Παρόλα αυτά, συγκεκριμένοι ναοί χρησιμοποιήθηκαν για να μνημονεύσουν νεκρούς βασιλείς και να δέχονται προσφορές για το πνεύμα τους. Ο ακριβής σκοπός τους δεν είναι εντελώς κατανοητός· ίσως χρησιμοποιούνταν για να ενώνουν τον βασιλιά με τους θεούς, ανυψώνοντάς τον σε θεϊκή υπόσταση μεγαλύτερη από αυτήν της συνηθισμένης βασιλείας.[19] Σε κάθε περίπτωση, η δυσκολία διαχωρισμού ανάμεσα σε θεϊκούς και νεκρικούς ναούς αντανακλά την στενή σύνδεση της θεϊκότητας και της βασιλικής ιδιότητας στις Αιγυπτιακές πεποιθήσεις.[20]

Οικονομικές και διοικητικέςΕπεξεργασία

Οι ναοί ήταν επίσης σημαντικά κέντρα οικονομικής δραστηριότητας. Οι μεγαλύτεροι εξ αυτών απαιτούσαν πληθώρα πόρων και απασχολούσαν δεκάδες χιλιάδων ιερέων, τεχνιτών και εργατών.[21] Οι οικονομικές εργασίες ενός ναού ήταν ανάλογες εκείνων ενός μεγάλου Αιγυπτιακού νοικοκυριού, με υπηρέτες αφοσιωμένους στην υπηρεσία του θεού του ναού όπως θα υπηρετούσαν τον αφέντη ενός υποστατικού. Αυτή η ομοιότητα αντικατοπτρίζεται στον Αιγυπτιακό όρο για τις γαίες τους ναού και την διοίκησή τους, pr, που σημαίνει "οίκος" ή "υποστατικό".[22]

Μερικές από τις ανάγκες των ναών καλύπτονταν από απευθείας δωρεές του βασιλιά. Στο Νέο Βασίλειο, όταν η Αίγυπτος ήταν αυτοκρατορική δύναμη, αυτές οι δωρεές προέρχονταν από τα λάφυρα των στρατιωτικών επιχειρήσεων του βασιλιά ή τους φόρους από τα υποτελή κράτη.[23] Ο βασιλιάς μπορούσε ακόμα να επιβάλλει φόρους που διοχετεύονταν άμεσα για την υποστήριξη ενός ναού.[24] Άλλα έσοδα προέρχονταν από ιδιώτες οι οποίοι προσέφεραν γη, σκλάβους ή αγαθά στους ναούς εις αντάλλαγμα της παροχής ιερατικών υπηρεσιών για την διατήρησή των πνευμάτων τους στη μεταθανάτια ζωή.[25]

 
Ανάγλυφο προσωποποιημένων επαρχιών της Αιγύπτου που φέρουν προσφορές για τον θεό του ναού[26]

Μεγάλο μέρος της οικονομικής υποστήριξης ενός ναού προερχόταν από δικούς του πόρους. Αυτοί περιελάμβαναν μεγάλες εκτάσεις γης πέραν της κεκλεισμένης περιοχής του ναού, ενίοτε σε μια τελείως διαφορετική περιοχή από αυτήν που βρισκόταν ο ναός. Το πιο σημαντικό είδος ιδιοκτησίας ήταν η αγροτική γη που παρήγαγε σιτηρά, φρούτα ή κρασί ή έτρεφε κοπάδια οικόσιτων ζώων. Ο ναός είτε διαχειριζόταν απευθείας αυτές τις εκτάσεις είτε τις νοίκιαζε σε αγρότες έναντι μέρους της παραγωγής, ή τις διαχειριζόταν από κοινού με τη βασιλική διοίκηση. Οι ναοί οργάνωναν επίσης αποστολές στην έρημο για τη συλλογή πόρων όπως το αλάτι, το μέλι και άγρια θηράματα ή για την εξόρυξη πολύτιμων ορυκτών.[27] Μερικοί είχαν ιδιόκτητους στόλους πλοίων με τους οποίους διεξήγαγαν το δικό τους εμπόριο κατά μήκος της χώρας ή ακόμα και πέραν των συνόρων της Αιγύπτου. Έτσι, όπως λέει ο Ρίτσαρντ Χ.Ουίλκινσον, η ακίνητη περιουσία του ναού "συχνά αντιπροσώπευε τίποτα λιγότερο από μια μικρογραφία της ίδιας της Αιγύπτου".[28] Ως μείζον οικονομικό κέντρο και εργοδότης μεγάλους μέρους του τοπικού πληθυσμού, οι εγκαταστάσεις του ναού ήταν καίριο τμήμα της πόλης στην οποία βρισκόταν. Αντίστροφα, όταν ένας ναός ιδρυόταν σε έρημη γη, μια νέα πόλη χτιζόταν για να τον υποστηρίξει.[29]

Όλη αυτή η οικονομική εξουσία ήταν σε τελική ανάλυση υπό τον έλεγχο του φαραώ και τα προϊόντα και η περιουσία του ναού συχνά φορολογούνταν. Οι εργαζόμενοί τους, ακόμα και οι ιερείς, υπόκειντο στο κρατικό σύστημα "καταναγκαστικής εργασίας" (corvée), που επιστράτευε την εργατική δύναμη για την παραγωγή της βασιλικής παραγωγής.[30] Ακόμα μπορούσε να τους δοθεί εντολή να προσφέρουν προμήθειες για συγκεκριμένους σκοπούς. Η εμπορική αποστολή του Χαρκούφ (Autobiography of Harkhuf) κατά το Παλαιό Βασίλειο είχε άδεια να πάρει προμήθειες από όποιο ναό επιθυμούσε,[30] και οι νεκρικοί ναοί της Νεκρόπολης των Θηβών στο Νέο Βασίλειο επέβλεπαν την τροφοδοσία των εργατών στους τάφους που είχαν επιστρατευθεί από τον φαραώ στο Ντέιρ ελ- Μεντίνα.[31] Οι βασιλείς μπορούσαν επίσης να απαλλάσσουν ναούς ή τάξεις προσωπικού από τη φορολογία και την επστράτευση.[30]

Η βασιλική διοίκηση μπορούσε ακόμα να δώσει εντολή σε ένα ναό να διοχετεύσει τους πόρους του σε έναν άλλο ναό του οποίου την επιρροή ήθελε να αυξήσει. Ούτως, οι βασιλείς μπορούσαν να αυξήσουν τα εισοδήματα των ναών που ανήκαν σε θεούς που ήταν ευνοϊκοί προς αυτούς, και οι νεκρικοί ναοί των νέων ηγεμόνων έτειναν να αποσπούν το εισόδημα ναών αφιερωμένων σε φαραώ που είχαν πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια[32] Το δραστικότερο μέσο ελέγχου της ακίνητης περιουσίας των ναών ήταν η πλήρης αναθεώρηση της κατανομής της περιουσίας τους σε εθνικό επίπεδο, τα οποία μπορούσαν να φτάσουν μέχρι το κλείσιμο συγκεκριμένων ναών. Τέτοιες αλλαγές μπορούσαν να αλλάξουν σημαντικά το οικονομικό τοπίο της Αιγύπτου.[33] Οι ναοί ήταν λοιπόν σημαντικά όργανα με τα οποία ο βασιλιάς διαχειριζόταν τους εθνικούς πόρους και τον λαό του.[34] Σαν απευθείας επιβλέποντες της δικής τους οικονομικής σφαίρας, οι διοικήσεις των μεγάλων ναών ασκούσαν διόλου αμελητέα επιρροή και μπορούσαν να αποτελέσουν πρόβλημα στην εξουσία ενός αδύναμου φαραώ,[35] αν και είναι δεν είναι σίγουρο πόσο ανεξάρτητοι ήταν στην πραγματικότητα.[36]

Όταν η Αίγυπτος έγινε Ρωμαϊκή επαρχία, οι Ρωμαίοι αξιωματούχοι προσπάθησαν να περιορίσουν την δύναμη και την ανεξαρτησία των ναών. Οι ναοί είτε έπρεπε να πληρώνουν ενοίκιο στην κυβέρνηση για τη γη που κατείχαν ή να παραδώσουν τη γη αυτή στο κράτος σε αντάλλαγμα μιας χρηματοδότησης από την κυβέρνηση.[37] Η λατρεία τους καθορίστηκε αυστηρά, μειώθηκε η εξάρτησή τους από την κυβέρνηση και η αυτοϋποστήριξή τους[38] καθώς και διάφορες μικρές πηγές εσόδων τους.[39]

Ιστορική εξέλιξηΕπεξεργασία

Αρχική ιστορίαΕπεξεργασία

Οι αρχαιότερες γνωστές τοποθεσίες προσκυνήματος εμφανίστηκαν στην Αίγυπτο κατά την ύστερη προδυναστική περίοδο, στα τέλη της τέταρτης χιλιετίας π.Χ., σε τοποθεσίες όπως η Σάις και η Βουτώ στην Κάτω Αίγυπτο και το Νεκχέν και η Κόπτος στην Άνω Αίγυπτο. Η πλειονότητα αυτών των προσκυνημάτων ήταν κατασκευασμένα από φθαρτά υλικά όπως το ξύλο, στρώσεις από χόρτα, και λασπότουβλα.[40] Παρά την προσωρινή φύση των πρώιμων αυτών κτιρίων, η μεταγενέστερη Αιγυπτιακή τέχνη συνεχώς επαναχρησιμοποίησε και προσάρμοσε στοιχεία από αυτούς, επικαλούμενη τις αρχαίες λατρευτικές τοποθεσίες για να προβάλει την αιώνια φύση των θεών και των τόπων κατοικίας τους.[41]

Κατά την Πρώιμη Δυναστική Περίοδο (περ. 3100–2686 π.Χ.), οι πρώτοι φαραώ έχτιζαν ταφικά συμπλέγματα στο θρησκευτικό κέντρο της Αβύδου που ακολουθούσαν ένα μοναδικό γενικό μοτίβο, με ένα τετράγωνο οικοδόμημα από λασπότουβλα.[42] Στο Παλαιό Βασίλειο (περ. 2686–2181 π.Χ.) που ακολούθησε την Πρώιμη Δυναστική Περίοδο, τα βασιλικά ταφικά μνημεία επεκτάθηκαν ευρέως, ενώ οι περισσότεροι θεϊκοί ναοί παρέμειναν συγκριτικά μικροί, υποδεικνύοντας ότι η επίσημη θρησκεία αυτή την περίοδο έδινε έμφαση στη λατρεία του θεϊκού βασιλιά περισσότερο από ότι στην απευθείας λατρεία των θεοτήτων.[43] Θεότητες στενά συνδεδεμένες με το βασιλιά, όπως ο θεός του ήλιου Ρα, λάμβαναν περισσότερες βασιλικές συνεισφορές από άλλες θεότητες.[44] Ο ναός του Ρα στην Ηλιούπολη ήταν ένα από τα μεγάλα θρησκευτικά κέντρα της εποχής, και αρκετοί φαραώ του Παλαιού Βασιλείου έχτισαν μεγάλους ναούς του ήλιου προς τιμήν του κοντά στις πυραμίδες τους.[45] Εν τω μεταξύ, οι μικροί επαρχιακοί ναοί διατήρησαν μια ποικιλία τοπικών ρυθμών από τα προδυναστικά χρόνια, ανεπηρέαστοι από τις τοποθεσίες της βασιλικής λατρείας.[46]

 
Αναπαράσταση ενός πυραμιδικού ναού του Παλαιού Βασιλείου, με ανυψωμένο δρόμο (causeway) που οδηγεί στο ναό της πεδιάδας.

Η επέκταση των νεκρικών μνημείων άρχισε κατά τη βασιλεία του Djoser, ο οποίος έκτισε το σύμπλεγμά του εξ ολοκλήρου από πέτρα και τοποθέτησε στο έγκλεισμα μια βαθμιδωτή πυραμίδα κάτω από την οποία τάφηκε: την Πυραμίδα του Ζόζερ (Pyramid of Djoser). Για το υπόλοιπο της περιόδου του Παλαιού Βασιλείου, ο τύμβος και ο ναός ήταν ενωμένοι σε περίπλοκα πυραμιδικά συμπλέγματα.[47] Κοντά σε κάθε πυραμίδα υπήρχε μια κωμόπολη που ικανοποιούσε τις ανάγκες της, καθώς συνέβαινε σε όλη την αιγυπτιακή ιστορία. Άλλες αλλαγές έγιναν κατά τη βασιλεία του Σνεφρού, ο οποίος με αφετηρία την πρώτη του πυραμίδα στο Μεϊντούμ, ανέγειρε πυραμιδικά συμπλέγματα συμμετρικά κατά μήκος ενός άξονα δύσης-ανατολής, με μια κοιλάδα ναών στις όχθες του Νείλου που συνδεόταν με έναν πυραμιδικό ναό στη βάση της πυραμίδας. Οι φαραώ που βασίλεψαν αμέσως μετά τον Σνεφρού ακολούθησαν την ίδια πρακτική, αλλά με την έναρξη του Παλαιού Βασιλείου τα πυραμιδικά συγκροτήματα συνδύασαν διαφορετικά στοιχεία από το αξονικό και ορθογώνιο σχέδιο του Djoser.[48] Για την προμήθεια των πυραμιδικών συμπλεγμάτων, οι μονάρχες ίδρυαν νέες κωμοπόλεις και αγροτικές εκτάσεις σε μη ανεπτυγμένες περιοχές σε όλη την Αίγυπτο. Η ροή των αγαθών από αυτές τις εκτάσεις προς την κεντρική εξουσία και τους ναούς της συνετέλεσε στην ενοποίηση του βασιλείου.[49]

Οι ηγεμόνες του Μέσου Βασιλείου (περ. 2055–1650 π.Χ.) συνέχισαν την ανέγερση πυραμίδων και σχετικών συμπλεγμάτων.[50] Τα σπάνια ερείπια ναών του Μέσου Βασιλείου, όπως αυτού στο Μεντίνετ Μάντι, δείχνουν ότι τα σχέδια των ναών έγιναν συμμετρικότερα αυτήν την περίοδο, και οι θεϊκοί ναοί χρησιμοποιούσαν όλο καιπερισσότερο πέτρα. Η διάταξη ενός sanctuary πίσω από από μια αίθουσα με κίονες εμφανίζεται συχνά σε ναούς του Μέσου Βασιλείου, και ενίοτε αυτά τα δύο στοιχεία βρίσκονται όπισθεν ανοιχτών αυλών, προοιωνίζοντας το καθιερωμένο σχέδιο ναών σε μεταγενέστερες εποχές.[51]

Νέο ΒασίλειοΕπεξεργασία

 
Εισόδιος πυλώνας του Ναού του Λούξορ, ενός από τους μείζονες ναούς του Νέου Βασιλείου[52]

Με αυξημένη δύναμη και πλούτο κατά το Νέο Βασίλειο (περ. 1550–1070 π.Χ.), η Αίγυπτος αφιέρωσε ακόμα περισσότερους πόρους στους ναούς της, που έγιναν μεγαλύτεροι και πιο περίτεχνοι.[53] Υψηλόβαθμα ιερατικά αξιώματα έγιναν μόνιμα από κυλιόμενα και έλεγχαν ένα ευμεγέθες μέρος του πλούτου της Αιγύπτου. Ο Άντονι Σπάλινγκερ διατείνεται ότι με την επέκταση της επιρροής των ναών οι θρησκευτικοί εορτασμοί που κάποτε ήταν εντελώς δημόσιοι απορροφήθηκαν από τα αυξανόμενα σημαντικά εορταστικά τελετουργικά των ναών.[54] Ο σημαντικότερος θεός της εποχής ήταν ο Άμμων, του οποίου το κύριο λατρευτικό κέντρο, ήταν το Precinct of Amun-Re στο Καρνάκ των Θηβών, που έγινε τελικά ο μεγαλύτερος ναός και του οποίου οι αρχιερείς πιθανόν ασκούσαν μεγάλη επιρροή.[55]

Πολλοί ναοί χτίζονταν πλέον εξ ολοκλήρου από πέτρα και το γενικό τους σχέδιο σταθεροποιήθηκε, με το ιερό, τις αίθουσες, τις αυλές και τις εισόδους με τους πυλώνες να έχουν προσανατολιστεί κατά μήκος της διαδρομής των εορταστικών πομπών. Οι φαραώ του Νέου Βασιλείου έπαψαν να χρησιμοποιούν τις πυραμίδες σαν ταφικά μνημεία και τοποθετούσαν πλέον τους τάφους τους μακριά από τους νεκρικούς τους ναού. Χωρίς πυραμίδες να αποτελούν κέντρο γύρω από το οποίο ανεγείρονταν τα υπόλοιπα οικοδομήματα, οι νεκρικοί ναοί άρχισαν να χρησιμοποιούν το ίδιο σχέδιο με αυτό των ναών που ήταν αφιερωμένοι σε θεούς.[56]

Στο μέσο του Νέου Βασιλείου ο Φαραώ Ακενατών πρόβαλε τον θεό Ατέν πάνω από όλους τους υπόλοιπους και τελικά κατάργησε την επίσημη λατρεία των περισσότερων άλλων θεοτήτων. Οι παραδοσιακοί ναοί παραμελήθηκαν ενώ ανεγέρθηκαν ναοί του Ατέν με τεράστιες διαφορές στο σχεδιασμό και την κατασκευή. Αλλά η επανάσταση του Ακενατόν αντιστράφηκε γρήγορα μετά το θάνατό του και οι παραδοσιακές λατρείες επανεμφανίστηκαν ενώ οι καινούργιοι ναοί κατεδαφίστηκαν. Νεότεροι φαραώ αφιέρωσαν ακόμα περισσότερους πόρους στους ναούς, ειδικά ο Ραμσής Β΄, ο σημαντικότερος κατασκευαστής μνημείων στην Αιγυπτιακή ιστορία.[53] Καθώς ο πλούτος του ιερατείου συνέχισε να μεγαλώνει, ομοίως αυξήθηκε η θρησκευτική τους επιρροή: μαντεία στους ναούς, ελεγχόμενα από τους ιερείς, έγιναν μια ολοένα δημοφιλέστερη μέθοδος λήψης αποφάσεων.[57] Pharaonic power waned, and in the eleventh century BC a military leader, Herihor, made himself High Priest of Amun and the de facto ruler of Upper Egypt, beginning the political fragmentation of the Third Intermediate Period (c. 1070–664 BC).[58]

Κατά τη διάλυση του Νέου Βασιλείου η ανοικοδόμηαη νεκρικών ναών έπαυσε και δεν αναβίωσε ποτέ.[59] Ορισμένοι ηγεμόνες της Τρίτης Μεταβατικής Περιόδου, όπως εκείνοι στην Τάνιδα,[60] τάφηκαν μεσα στα εγκλείσματα των θεϊκών ναών, συνεχίζοντας την στενή σχέση ανάμεσα σε ναό και τάφο.[61]

Μεταγενέστερη εξέλιξηΕπεξεργασία

Κατά την Τρίτη Ενδιάμεση Περίοδο και την συνακόλουθη Ύστερη Περίοδο (664–323 π.Χ.), το εξασθενημένο Αιγυπτιακό κράτος βρέθηκε υπό την εξουσία μιας σειράς εξωτερικών δυνάμεων, βιώνοντας περιστασιακές μόνο περιόδους ανεξαρτησίας. Πολλοί ξένοι ηγεμόνες χρηματοδότησαν και επέκτειναν ναούς για να ενισχύσουν τη διεκδίκησή τους στο θρόνο της Αιγύπτου.[62] One such group, the Kushite pharaohs of the eighth and seventh centuries BC, adopted Egyptian-style temple architecture for use in their native land of Nubia, beginning a long tradition of sophisticated Nubian temple building.[63] Σε αυτήν την αναταραχή η κατάσταση πολλών ναών και ομάδων του κλήρου άλλαξε και η ανεξαρτησία το ιερατείου του Άμμωνα έπαυσε, αλλά η εξουσία του ιερατείου γενικά συνεχίστηκε.[62]

ΚατασκευήΕπεξεργασία

 
Stone construction in a temple wall

Ναοί οικοδομούντο σε όλη την Άνω και Κάτω Αίγυπτο, όπως επίσης και σε οάσεις ελεγχόμενες από την Αίγυπτο στην Λιβική έρημο και προ δυσμάς μέχρι και στην Σίβα και σε προκεχωρημένους σταθμούς στη Σιναϊτική χερσόνησο και την Τίμα. Σε περιόδους αιγυπτιακής κυριαρχίας στη Νουβία, οι Αιγύπτιοι ηγεμόνες έχτιζαν ναούς και εκεί, φτάνοντας στα νότια μέχρι το Τζεμπέλ Μπαρκάλ.[64] Οι περισσότερες αιγυπτιακές πόλεις είχαν εναν ναό,[65] αλλά ενίοτε, όπως συνέβαιν με τος νεκρικούς ναούς ή τους ναούς της Νουβίας, ο ναός ήταν ένα νέο θεμέλιο σε προηγουμένως ελεύθερη γη.[29] Το ακριβές σημείο ενός ναού επιλεγόταν για θρησκευτικούς λόγους· it might, for example, be the mythical birthplace or burial place of a god. The temple axis might also be designed to align with locations of religious significance, such as the site of a neighboring temple or the rising place of the sun or particular stars. Ο Μεγάλος Ναός του Αμπού Σίμπελ, για παράδειγμα, είναι ευθυγραμμισμένος ώστε δύο φορές το χρόνο ο ανατέλλων ήλιος φωτίζει τα αγάλματα των θεών στο εσώτατο δωμάτιο. Οι περισσότεροι ναοί ήταν ευθυγραμμισμένοι προς το Νείλο με εναν άξονα από ανατολάς προς δυσμάς.[66][Note 3]

Μια περίτεχνη σειρά τελετουργιών θεμελίωσης προηγούνταν της κατασκευής. Μια επιπλέον σειρά τελετών ακολουθούσε την ολοκλήρωση του ναού, όπου γινόταν η αφιέρωση στον προστάτη θεό του. Αυτές οι τελετές διεξάγονταν, τουλάχιστον θεωρητικά, από τον βασιλιά ως μέρος των ρησκευτικών του καθηκόντων· πράγματι, κατά τις αιγυπτιακές πεποιθήσεις όλη η διαδικασίακατασκευής του ναού ήταν δικό του έργο.[67] Ουσιαστικά ήταν το έργο εκατοντάδων υπηκόων του, επιστρατευμένων με το σύστημα corvée.[68] Η διαδικασία κατασκευής ενός νέου ναού, ή μια μεγάλη προσθήκη σε έναν υπάρχοντα ναό, μπορούσε να διαρκέσει χρόνια ή και δεκαετίες.[69]

Η χρήση πέτρας στου αιγυπτιακούς ναούς έδινε έμφαση στο σκοπό τος ως αιώνιοι οίκοι των θεών και τους ξεχώριζε από τα κτίρια που χρησιμοποιούσαν οι θνητοί, τα οποία κτίζονταν από τούβλα λάσπης.[70] Οι πρώιμοι ναοί κατασκευάζονταν από τούβλα ή άλλα φθαρτά υλικά, και τα περισσότερα εξώτερα κτίρια στα εγκλείσματα των ναών παρέμενααν πλίθινα σε όλη την αιγυπτιακή ιστορία.[71] Τα κυριότερα είδη πέτρας που χρησιμοποιούντο στην κατασκευή ναών ήταν ο ασβεστόλιθος και ο ψαμμίτης, κοινά υλικά στην Αίγυπτο· πέτρες σκληρότερες και δυσκολότερες στο σκάλισμα, όπως ο γρανίτης, χρησιμοποιούντο σε μικρότερο βαθμό για ανεξάρτητα στοιχεία όπως οι οβελίσκοι.[72] Η πέτρα ίσως εξορυσσόταν από λατομεία πλησίον ή μεταφερόταν στο Νείλο από πιο απομακρυσμένα λατομεία.[73]

Οι δομές των ναών δημιουργήθηκαν σε θεμέλια πέτρινων πλακών τοποθετημένων μέσα αυλάκια γεμάτα άμμο.[74] Κατά τις περισσότερες περιόδους, οι τοίχοι και άλλες δομές χτίζονταν με μεγάλα μπλοκ διαφόρων σχημάτων.[75][Note 4]

Σχεδιασμός και διακόσμησηΕπεξεργασία

Διάδρομοι και αυλέςΕπεξεργασία

 
Υποστύλιο στο ναό της Έσνα

Διάδρομοι με υποστύλια, καλυμμένα δωμάτια με κίονες, εμφανίζονται σε όλη την Αιγυπτιακή ιστορία. Μέχρι την έλευση του Νέου Βασιλείου βρίσκονταν συνήθως απευθείας μπροστά από την περιοχή του ιερού.[77] Αυτοί οι διάδρομοι ήταν λιγότερο περιορισμένης πρόσβασης σε σχέση με τα εσώτερα δωμάτια, όντας ανοιχτοί τουλάχιστον σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Συχνά ηταν επίσης λιγότεροι σκοτεινοί: οι αίθουσες υψώνονταν σε ψηλά κεντρικά περάσματα πάνω από τη διαδρομή της λιτανείας, επιτρέποντας την εισροή φωτός από ένα clerestory. Η επιτομή αυτού του ύφους είναι το Great Hypostyle Hall στο Καρνάκ, του οποίου οι μεγαλύτεροι κίονες έχουν ύψος 69 feet (21 m).

ΔιακόσμησηΕπεξεργασία

 
Decoration on doorframes and ceilings at Medinet Habu

Το οικοδόμημα του ναού διακοσμείτο πλούσια με ανάγλυφα και ανεξάρτητα γλυπτά, όλα με θρησκευτική σημασία. Οι θεοί θεωρούντο παρόντες σε αυτές τις εικόνες όπως και στο λατρευτικό είδωλο, περιβάλλοντες το ναό με ιερή δύναμη.[78] Σύμβολα τοποθεσιών της Αιγύπτου ή περιοχών του κόσμου ενίσχυαν τη μυθική γεωγραφία που ήταν ήδη παρούσα στην αρχιτεκτονική των ναών. Εικόνες τελετών εξυπηρετούσαν το σκοπό της υποστήριξης του μαγικού χαρακτήρα των τελετών και της διαιώνισης αυτής της επίδρασης ακόμα και μετά τη λήξη του τελετουργικού. Λόγω του θρησκευτικού τους χαρακτήρα, αυτές οι διακοσμήσεις παρουσίαζαν μια ιδεατή εκδοχή της πραγματικότητας, αντιπροσωπευτική του σκοπού του ναού περισσότερο παρά της πραγματικών γεγονότων.[79] Για παράδειγμα, ο βασιλιάς απεικονιζόταν να διεξάγει τις περισσότερες τελετές, ενώ οι ιερείς, εάν απεικονίζονταν, είχαν δευτερεύουσα παρουσία. Ήταν ασήμαντο ότι σπάνια παρευρισκόταν σε αυτές τις τελετές· σημασία είχε ο ευρύτερος ρόλος του ως ενδιάμεσος κρίκος με τους θεούς.[80]

Η σημαντικότερη μορφή διακόσμησης ήταν τα ανάγλυφα.[81] Τα ανάγλυφα έγιναν ακριβότερα κατά το πέρασμα του χρόνου, και στους μεταγενέστερους ναούς οι τοίχοι, οι οροφές, οι κίονες και οι δοκοί ήταν διακοσμημένα,[82] καθώς επίσης και οι ανεξάρτητες στήλες που ανεγείρονταν μέσα στο έγκλεισμα.[83] Οι Αιγύπτιοι καλλιτέχνες χρησιμοποιούσαν χαμηλά ανάγλυφα και βυθισμένα ανάγλυφα. Το χαμηλό ανάγλυφο επέτρεπε λιγότερο πομπώδη και λιγότερο ευδιάκριτα καλλιτεχνήματα αλλά απαιτούσε περισσότερο σκάλισμα από τα βυθισμένα ανάγλυφα. Η τεχνική του βυθισμένου ανάγλυφου εφαρμοζόταν λοιπόν σε σκληρότερη, πιο δύσκολη πέτρα και όταν οι δημιουργοί ήθελαν να τελειώσουν γρήγορα.[84] Ήταν επίσης κατάλληλο για εξωτερικές επιφάνειες, όπου οι σκιές έκαναν τις μορφές να ξεχωρίζουν στο λαμπρό φως του ήλιου.[69]

Η διακόσμηση των ναών αποτελεί μια σημαντικότατη πηγή πληροφοριών για την Αρχαία Αίγυπτο. Περιλαμβάνει ημερολόγια εορτών, μυθικές διηγήσεις, απεικονίσεις τελετουργικών, και κείμενα ύμνων. Οι φαραώ κατέγραφαν τις ανεγέρσεις ναών που έκαναν καθώς και τις εκστρατείες τους ενάντια στους εχθρούς της Αιγύπτου.[81] Οι Πτολεμαϊκοί ναοί προχωρώντας περισσότερο περιελάμβαναν πληροφορίες όλων των ειδών από τις βιβλιοθήκες των ναών.[85]Τα σημαντικότερα αγάλματα των ναών ήταν τα λατρευτικά είδωλα, τα οποία συνήθως κατασκευάζονταν ή διακοσμούνταν με πολύτιμα υλικά όπως ο χρυσός και το λάπις λάζουλι.[86]

ΈγκλεισμαΕπεξεργασία

Εκτός του κυρίως οικοδομήματος του ναού βρισκόταν το έγκλεισμα του ναού, περιβεβλημένο από έναν ορθογώνιο τοίχο από πλίθους ο οποίος συμβολικά προστάτευε τον ιερό χώρο από εξωτερικές διαταραχές.[87] Περιστασιακά αυτή η λειτουργία ήταν εκτός από συμβολική και πρακτική, όπως όταν κατά τις τελευταίες ιθαγενείς δυναστείες του 4ου αιώνα π.Χ. οι τοίχοι οχυρώθηκαν πλήρως για το ενδεχόμενο εισβολής των Αχαιμενιδών.[88] Σε ύστερους ναούς αυτοί οι τοίχοι συχνά είχαν εναλλασσόμενες κοίλες και κυρτές διαταξεις πλίθων, ώστε η κορυφή του τοίχου undulated vertically. This pattern may have been meant to evoke the mythological waters of chaos.[89]

 
Πλίθινες αποθήκες στο Ραμσείο

Οι τοίχοι περιέκλειαν πολλά κτίρια που σχετίζονταν με τη λειτυοργία του ναού. Κάποια εγκλείσματα περιέχουν μικρότερους, δορυφορικούς ναΐσκους αφιερωμένους σε θεότητες συνδεδεμένες με τη θεότητα του ναού, περιλαμβανομένων mammisis που εόρταζαν τη γέννηση του μυθολογικού τέκνου του θεού. Ιερές λίμνες που υπάρχουν σε πολλά ναϊκά εγκλείσματα χρησίμευαν σαν ταμιευτήρες για το νερό που χρησιμοποιείο σε τελετές, σαν σημεία τελετουργικού καθαρισμού των ιερέω και σαν αναπαράτάσεις των υδάτων από τα οποία αναδύθηκε ο κόσμος.[90]

Οι ταφικοί ναοί ενίοτε περιέχουν ένα παλάτι για το πνεύμα του βασιλιά στον οποίο ο ναός ήταν αφιερωμένος, χτισμένο απέναντι στον κυρίως ναό.[91] Ο ταφικός ναός του Σέτι Α' στην Άβυδο περιλαμβάνει μια ασυνήθιστη υπόγεια δομή, το Οσίρειο, που ίσως λειτουργούσε ως συμβολικός τάφος για τον βασιλιά.[92] Σανατόρια που υπήρχαν σε μερικούς ναούς αποτελούσαν μέρη όπου οι ασθενείς προσδοκούσαν θεραπευτικά όνειρα σταλμένα από τη θεότητα. Άλλα κτίρια των ναών περιελάμβαναν κουζίνες, εργαστήρια και αποθήκες για την τροφοδοσία του ναού.[93]

Εξαιρετικής σημασίας ήταν ο pr ꜥnḫ "οίκος της ζωής", όπου ο ναός επεξεργαζόταν, αντέγραφε και αποθήκευε τα θρησκευτικά του κείμενα, περιλαμβανομένων εκείνων που χρησιμοποιούντο στις τελετουργίες του ναού. Ο οίκος της ζωής επίσης χρησίμευε ως γενικό κέντρο μάθησης, περιέχοντας έργα μη θρησκευτικών τομέων όπως η ιστορία, γεωγραφία, αστρονομία και ιατρική.[94] Although these outlying buildings were devoted to more mundane purposes than the temple itself, they still had religious significance; even granaries might be used for specific ceremonies.[93]


ΠροσωπικόΕπεξεργασία

 
Ιερέας που καίει αρωματικές ουσίες

Οι ναοί χρειάζονταν πολλούς ανθρώπους για την διεξαγωγή των τελετών τους και την πλήρωση των αναγκών τους. Οι ιερείς τελούσαν τις απαραίτητες τελετουργικές λειτουργίες του ναού, αλλά στην Αιγυπτιακή θρησκευτική ιδεολογία ήταν μακράν λιγότερο σημαντικοί του βασιλιά. Όπως δείχνει η διακόσμηση των ναών, όλες οι τελετές ήταν θεωρητικά βασιλικές πράξεις και οι ιερείς απλά έπαιρναν τη θέση του βασιλιά. Το ιερατείο συνεπώς υπόκειτο στην αρμοδιότητα του βασιλιά και εκείνος μπορούσε να διορίσει οποιονδήποτε επιθυμούσε σε ιερατικό αξίωμα. Ουσιαστικά στο Παλαιό και το Νέο Βασίλειο οι περισσότεροι ιερείς ήταν κυβερνητικοί αξιωματούχοι που εγκατέλειπαν τα κοσμικά τους καθήκοντα για μέρος του έτους ώστε να υπηρετούν το ναό σε βάρδιες.[95] Όταν η ιερωσύνη έγινε πιο επαγγελματική ο βασιλιάς φαίνεται ότι χρησιμοποιούσε την εξουσία του επί των διορισμών κυρίως όσον αφορά τους υψηλόβαθμες θέσεις, συνήθως ως επιβράβευση σε έναν ευνοούμενο με τη μορφή μιας θέσης ή ως παρέμβαση για πολιτικούς λόγους στις υποθέσεις μιας σημαντικής συγκεκριμένης λατρείας. Οι ελάσσονες διορισμοί ανατίθενταν στον βεζίρη ή τους ίδιους τους ιερείς. Στην τελευταία περίπτωση, ο κάτοχος ενός αξιώματος ονόμαζε το γιο του διάδοχο ή ο κλήρος του ναού συνερχόταν για να αποφασίσει ποιος θα έπρεπε να αναλάβει μια χηρεύουσα θέση.[96] Τα ιερατικά αξιώματα ήταν εξαιρετικά κερδοφόρα και κατέχονταν κατά κανόνα από τα πλουσιότερα και σημαντικότερα μέλη της Αιγυπτιακής κοινωνίας,[97] ωσότου οι Ρωμαϊκές οικονομικές μεταρρυθμίσεις μείωσαν τους πόρους των ναών.[98]

Οι απαιτήσεις για την ανάρρηση στην ιερωσύνη διέφεραν ανά τις εποχές και στις λατρείες διαφορετικών θεών. Παρότι τα ιερατικά αξιώματα περιελάμβαναν θεολογικές γνώσεις, λίγα είναι γνωστά σχετικά με τις γνώσεις ή την εκπαίδευση που απαιτείτο από τους αξιωματούχους. Οι ιερείς ήταν όμως υποχρεωμένοι να ακολουθούν αυστηρούς κανόνες τελετουργικής καθαρότητας στον ιερό χώρο. Ξύριζαν το κεφάλι και το σώμα τους, πλένονταν πολλάκις ημερησίως, και φορούσαν μόνο καθαρά λινά ρούχα. Δεν τους επιβαλλόταν η αγαμία, αλλά η σεξουαλική επαφή τους καθιστούσε ακάθαρτους μέχρις ότου υφίσταντο περαιτέρω εξαγνισμό. Οι λατρείες συγκεκριμένων θεών μπορούσαν να επιβάλουν επιπρόσθετους περιορισμούς αντλούμενους από τη μυθολογία του θεού, όπως κανόνες εναντίον της κατανάλωσης κρέατος ζώου που αναπαριστούσε το θεό..[99] Η αποδοχή γυναικών στην ιερωσύνη ποίκιλε. Στο Παλαιό Βασίλειο πολλές γυναίκες ήταν ιερείς, αλλά η παρουσία τους στον κλήρο μειώθηκε δραστικά στο Μέσο Βασίλειο προτού αυξηθεί ξανά κατά την Τρίτη Ενδιάμεση Περίοδο. Ελάσσονες θέσεις, όπως αυτή του μουσικού στις τελετές, παρέμειναν ανοιχτές σε γυναίκες ακόμα και κατά τις πλέον περιοριστικές περιόδους, όπως και ο εξειδικευμένος ρόλος της επίτιμης συζύγου του θεού. Αυτός ο τελευταίος ρόλος ήταν μεγάλης επιρροής και η σημαντικότερη από αυτές τις συζύγους, η God's Wife of Amun, υποκαθιστούσε ακόμα και τον Αρχιερέα του Άμμωνα κατά την Ύστερη Περίοδο.[100]

Στην κεφαλή της ιεραρχίας του ναού ήταν ο αρχιερέας, ο οποίος επέβλεπε όλες τις θρησκευτικές και οικονομικές λειτουργίες και σε ευρύτερους κύκλους λατρείας ήταν σημαντική πολιτική μορφή. Κάτωθεν του μπορεί να βρίσκονταν μέχρι τρεις βαθμίδες υφιστάμενων ιερέων που μπορούσαν να τον υποκαταστήσουν σε τελετές.[101] Ενώ αυτές οι ανώτερες βαθμίδες ήταν συνεχούς παρουσίας από την περίοδο του Νέου Βασιλείου και ύστερα, οι κατώτερες βαθμίδες ιερωσύνης δούλευαν ακόμα σε βάρδιες κατά τη διάρκεια του χρόνου.[102]

Θρησκευτικές δραστηριότητεςΕπεξεργασία

Καθημερινές τελετουργίεςΕπεξεργασία

Οι καθημερινές τελετουργίες στους περισσότερους ναούς αποτελούνταν από δύο ακολουθίες τελετών προσφοράς: μία για τον καθαρισμό και την ένδυση του θεού για την συγκεκριμένη ημέρα και μία για να του προσφέρουν ένα γεύμα. Η ακριβής σειρά των γεγονότων σε αυτά τα τελετουργικά είναι αμφισβητήσιμη και ίσως διέφερε κάθε φορά που διεξάγονταν. Επιπλέον, οι δύο ακολουθίες πιθανώς επικάλυπταν η μία την άλλη.[103] Κατά την ανατολή του ηλίου το άτομο που ιερουργούσε εισερχόταν στο ιερό, μεταφέροντας ένα κερί για να φωτίζεται το δωμάτιο. Άνοιγε τις πόρτες του προσκυνήματος και διπλωνόταν στο πάτωμα ενώπιον της εικόνας του θεού, απαγγέλοντας ύμνους που τον επαινούσαν. Αφαιρούσε τον θεό από το προσκύνημα, τον έντυνε (αντικαθιστώντας τα ρούχα της προηγούμενης ημέρας), και τον άλειφε με λάδι και μπογιά.[104] Κάποια στιγμή ο ιερέας παρουσίαζε το γεύμα του θεού, που του αποτελούσαν ποικιλίες φρούτων, κρεάτων, λαχανικών και άρτου.[105] Ο θεός θεωρείτο ότι κατανάλωνε μόνο την πνευματική ουσία του γεύματος. Αυτή η πεποίθηση επέτρεπε τη διανομή του φαγητού σε άλλους,πράξη που οι Αιγύπτιοι ονόμαζαν "αντιστροφή των προσφορών". Η τροφή διοχετευόταν πρώτα στα άλλα αγάλματα του ναού, κατόπιν στα τοπικά ταφικά παρεκκλήσια για των συντήρηση των νεκρών και τελικά στους ιερείς που τελικά το έτρωγαν.[106][Note 5] Καλλιτεχνήματα των ναών συχνά δείχνουν το βασιλιά να παρουσιάζει μια εικόνα της θεάς Μάατ στη θεότητα του ναού, κάτι που αντιπροσώπευε τον σκοπό όλων των άλλων προσφορών.[104][Note 6]

Άλλα τελετουργικά προσφορών λάμβαναν χώρα το μεσημέρι και κατά τη δύση του ήλιου, αν και το ιερό δεν ανοιγόταν κατά τη διάρκειά τους.[104] Μερικές τελετές πέραν των προσφορών επίσης γίνονταν καθημερινά, όπως τα τελετουργικά που αφορούσαν έναν συγκεκριμένο θεό. Στη λατρεία του θεού του ήλιου Ρα, για παράδειγμα, ψέλλονταν ύμνοι ολημερίς και ολονυχτίς για κάθε ώρα του ταξιδιού του θεού στον ουρανό.[109] Πολλές από τις τελετές αναπαριστούσαν σε τελετουργικά τη μάχη ενάντια στις δυνάμεις του χάους. Μπορεί, για παράδειγμα, να περιελάμβαναν την καταστροφή μοντέλων απεχθών θεών όπως ο Απέπ και ο Σηθ, πράξεις που θεωρούντο ότι είχαν πραγματική επίδραση μέσω τς αρχής της χέκα.[105]

Ουσιαστικά οι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι όλες οι συμβολικές πράξεις επετύγχαναν το αποτέλεσμά του μέσω της heka.[110] Η heka, συνήθως μεταφραζόμενη ως "magic" ήταν μια θεμελιώδης δύναμη που τα τελετουργικά στόχευαν να χειραγωγήσουν. ΜΕ τη χρήση μαγείας οι άνθρωποι, τα αντικείμενα και οι πράξεις εξισώνονταν με τα αντίστοιχά τους στο θείο βασίλειο και ούτως θεωρούντο ότι επηρέαζαν τα γεγονότα μέσω των θεών.[111] Στην καθημερινές προσφορές για παράδειγμα, το λατρευτικό άγαλμα, άσχετα του ποια θεότητα αντιπροσώπευε, συνδεόταν με τον Όσιρι, θεό των νεκρών. Ο ιερέας που πραγματοποιούσε το τελετουργικό ταυτιζόταν με τον Ώρο, ζωντανό γιο του Όσιρι, ο οποίος στη μυθολογία διατήρησε τον πατέρα του μετά θάνατον μέσω προσφορών.[112] Εξισώνοντας μαγικά τον εαυτό του με ένα θεό σε ένα μύθο ο ιερέας μπορούσε να αλληλεπιδράσει με τη θεότητα του ναού.[111]

Ιερά ζώαΕπεξεργασία

 
Ο ταύρος του Άπιδος

Μερικοί ναοί διατηρούσαν ιερά ζώα, τα οποία θεωρούνταν εκφάνσεις του ba της θεότητας του ναού ομοιοτρόπως όπως οι λατρευτικές εικόνες. Καθένα από τα ιερά αυτά ζώα παρέμενε στο ναό και λατρευόταν για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που κυμαινόταν από ένα έτος μέχρι τη διάρκεια ζωής του ζώου. Στο τέλος εκείνης της περιόδου αντικαθίσταντο με ένα νέο ζώο του ίδιου είδους, το οποίο επιλεγόταν από ένα θεϊκό μαντείο ή βάσει συγκεκριμένων σημαδιών που υποθετικά επεδείκνυαν την θεϊκή του φύση. Τα πιο επιφανή ζώα τέτοιου είδους ήταν ο ταύρος Άπις, με λατρευτικό κέντρο τη Μέμφιδα ως προσωποποίηση του θεού Πτα, και το γεράκι στο Εντφού που αντιπροσώπευε τον θεό Ώρο.[113]

Κατά την Ύστερη Περίοδο, αναπτύχθηκε μια διαφορετική μορφή λατρείας. Σε αυτή την περίπτωση, οι λαϊκοί, οι πιστοί δηλαδή, πλήρωναν τους ιερείς για να σκοτώσουν, να μουμιοποιήσουν και να θάψουν ένα συγκεκριμένο είδος σαν προσφορά σε μια θεότητα. Αυτά τα ζώα δεν θεωρούνταν ιδιαίτερα ιερά, αλλά ως είδη ήταν συνδεδεμένα με την θεότητα επειδή απεικονιζόταν με τη μορφή αυτού του ζώου. Ο θεός Θωθ, για παράδειγμα, μπορούσε να απεικονιστεί σαν ίβις ή μπαμπουίνος, και του προφέρονταν και τα δύο είδη.[114] Παρότι αυτή η πρακτική διέφερε από τη λατρεία ενός σγκεκριμένου θεϊκού αντιπροσώπου, μερικοί ναοί διατηρούσαν αποθέματα ζώων που μπορούσαν να επιλεχθούν και για τους δύο σκοπούς.[115] Αυτές οι πρακτικές δημιούργησαν μεγάλα κοιμητήρια γύρω πέριξ του Σεραπείου της Σακκάρα όπου οι ταύροι του Άπιδος θάβονταν μαζί με εκατομμύρια προσφορών υπό μορφή ζώων.[116]

ΓιορτέςΕπεξεργασία

Σε ημέρες ιδιαίτερης θρησκευτικής σημασίας, οι καθημερινές τελετουργίες αντικαθίσταντο με εορταστικές τελετές. Διαφορετικές εορτές λάμβαναν χώρα σε διαφορετικά διαστήματα, παρότι οι περισσότερες ήταν ετήσιεςl.[117] Η χρονική τους στιγμή βασιζόταν στο Αιγυπτιακό ημερολόγιο, το οποίο τον περισσότερο καιρό ήταν ασυγχρόνιστο με το πραγματικό έτος. Ούτως, αν και πολλές εορτές είχαν εποχιακή προέλευση, η διεξαγωγή τους έπαψε να συσχετίζεται με τις πραγματικές εποχές.[118] Οι περισσότεροι εορτασμοί λάμβαναν χώρα σε έναν μοναδικό ναό, αλλά άλλοι περιελάμβαναν δύο ή περισσότερους ναούς ή μια ολόκληρη περιοχή της Αιγύπτου· μερικές γιορτές γίνονταν σε όλη τη χώρα. Από το Νέο Βασίλειο και εντεύθεν, το εορταστικό ημερολόγιο σε έναν μόνο ναό μπορούσε να περιλαμβάνει δεκάδες εκδηλώσεων, οπότε είναι πιθανό ότι στις περισσότερες από αυτές τις εκδηλώσεις συμμετείχαν μόνο οι ιερείς.[119] Σε αυτές τις γιορτές που περιελάμβαναν μια λιτανεία εκτός του ναού, ο τοπικός πληθυσμός συγκεντρωνόταν επίσης για να παρακολουθήσει και γιορτάσει. Αυτές ήταν οι πιο μεγαλοπρεπείς ναϊκές τελετές, συνοδείᾳ απαγγελίας ύμνων και μουσικής.[120]

 
Ιερείς μεταφέρουν εορταστική barque σε ανάγλυφο από το Ραμσείο

Οι εαρτοαστικές τελετές περιελάμβαναν αναπαράσταση μυθολογικών γεγονότων ή την παράσταση άλλων συμβολικών πράξεων, όπως η κοπή μιας δέσμης σίτου κατά τη διάρκεια των εορτασμών του θεού Μιν που συνδέονταν με την συγκομιδή.[121] Πολλές από αυτές τις τελετές ελάμβαναν χώρα μόνο μέσα στο κτίριο του ναού, όπως η εορτή της "ένωσης με πν ηλιακό δίσκο" που διεξαγόταν στην Ύστερη Περίοδο και αργότερα, όταν χλατρευτικά αγάλματα μεταφέρονταν στην οροφή του ναού στην αρχή του Νέου Έτους για να αναζωογονηθούν από τις ακτίνες του ήλιου. Σε εορτές που περιελάμβαναν πομπή, οι ιερείς μετέφεραν το θείο εικόνισμα έξω από το ιερό, συνήθως στην ειδική του barque, για την επίσκεψη σε κάποια άλλη τοποθεσία. The barque might travel entirely on land or be loaded onto a real boat to travel on the river.[122]

Λαϊκή λατρείαΕπεξεργασία

Παρότι ήταν αποκλεισμένοι από τις επίσημες τελετουργίες ενός ναού, οι λαϊκοί προσπαθούσαν να αλληλεπιδρούν με τους θεούς. Υπάρχει περιορισμένη ποσότητα στοιχείων για τις θρησκευτικές πρακτικές ατόμων από την πρώιμη Αιγυπτιακή ιστορία, οπότε τα συμπεράσματα των αιγυπτιολόγων επί του θέματος προέρχονται κυρίως από το Νέο Βασίλειο ή νεότερες εποχές.[123] Τα στοιχεία από εκείνες τις περιόδους οι κοινοί Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν πολλές τοποθεσίες για αλληλεπίδραση με τα θεία, όπως οικιακά προσκυνήματα ή κοινοτικούς ναΐσκους. Οι επίσημοι ναοί όμως παρέμεναν αντικείμενο λατρείας των λαϊκών.[124]

 
Votive statue of a man donating a shrine containing a figure of Osiris

Αφού δεν μπορούσαν να απευθυνθούν στο λατρευτικό είδωλο απευθείας, οι πιστοί προσπαθούσαν παρ'όλα αυτά να μεταφέρουν τις προσευχές τους σε αυτό. Περιστασιακά έδιναν μηνύματα στους ιερείς για να τα παραδώσουν στη θεότητα του ναού; άλλοτε εξέφραζαν την ευσέβειά τους στα μέρη του ναού που είχαν πρόσβαση. Οι αυλές, οι θύρες και ο υποστυλωμένες αίθουσες πιθανόν είχαν χώρους καθορισμένους για δημόσια προσευχή. Ενίοτε άτομα απεύθυναν τις παρακλήσεις τους στους βασιλικούς κολοσσούς, που θεωρούντο θεϊκοί διαμεσολαβητές.[125] Σημεία με μεγαλύτερη ιδιωτικότητα για αφοσίωση βρίσκοναν στον εξωτερικό τοίχο του κτιρίου, where large niches served as "chapels of the hearing ear" for individuals to speak to the god.[126]

Οι Αιγύπτιοι επίσης αλληλεπιδρούσαν με θεότητες μέσω δωρεών και προσφορών, που κυμαίνονταν από απλά κομμάτια κοσμημάτων μέχρι λεπτομερώς σκαλισμένα αγάλματα και στήλες.[124] Ανάμεσα στις συνεισφορές τους περιλαμβάνονταν αγάλματα που εδράζονταν σε αυλές ναών, χρησιμεύοντας ως ενθυμήματα των δωρητών μετά το θανατό τους και λάμβαναν μερίδια των προσφορών που γίνονταν προς τον ναό για την διατήρηση των πνευμάτων των δωρητών. Άλλα αγάλματα ήταν δώρα στο θεό του ναού και εγχάρακτες στήλες μετέφεραν προς την κατοικούσα θεότητα τις προσευχές και τις ευχαριστίες των δωρητών. Στη διάρκεια των αιώνων, πολλά από αυτά τα αγάλματα συσσωρεύονταν μέσα στο κτίριο του ναού σε τέτοιο βαθμό που οι ιερείς μερικές φορές τα απομάκρυναν και τα έθαβαν σε κρύπτες κάτω από το πάτωμα.[127] Οι κονοί άνθρωποι προσέφεραν απλά ξύλινα ή πήλινα μοντέλα ως αναθήματα. Η μορφή αυτών των μοντέλων κατεδείκνυε ενίοτε και τον λόγο της δωρεάς. Figurines of women are among the most common types of votive figures, and some are inscribed with a prayer for a woman to bear a child.[128]

Μετά την εγκατάλειψηΕπεξεργασία

Αφότου έπαυσαν οι προορισμένες για αυτούς θρησκευτικές δραστηριότητες, οι Αιγυπτιακοί ναοί υπέφεραν από αργή φθορά. Πολλοί δέχτηκαν επίθεση από Χριστιανούς που προσπαθούσαν να σβήσουν τα κατάλοιπα της αρχαίας Αιγυπτιακής θρησκείας.[129] Μερικά κτίρια ναών, όπως τα mammisi στη Ντέντερα ή η αίθουσα με τα υποστύλια στη νήσο Φίλαι, μετατράπηκαν σε εκκλησίες ή άλλα είδη κτιρίων.[130] Συχνότερα οι τοποθεσίες αφέθηκαν σε αχρηστεία, όπως ο Ναός του Κνουμ στην Ελεφαντίνη, όπου οι ντόπιοι χρησιμοποίησαν την πέτρα για νέες κατασκευές.[131] Η διάλυση των ναών για την εξαγωγή πέτρας συνεχίστηκε μέχρι τη νεότερη εποχή.[132] Ο ασβεστόλιθος ήταν ιδιαίτερα χρήσιμος ως πηγή ασβέστη, οπότε οι ναοί από ασβεστόλιθο καταστράφηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Arnold, Dieter (1991). Building in Egypt: Pharaonic Stone Masonry. Oxford University Press. ISBN 0-19-511374-8. 
  • Arnold, Dieter (2003) [1994]. The Encyclopedia of Ancient Egyptian Architecture. Translated by Sabine H. Gardiner and Helen Strudwick. Edited by Nigel and Helen Strudwick. Princeton University Press. ISBN 0-691-11488-9. 
  • Arnold, Dieter (1999). Temples of the Last Pharaohs. Oxford University Press. ISBN 0-19-512633-5. 
  • Assmann, Jan (2001) [1984]. The Search for God in Ancient Egypt. Translated by David Lorton. Cornell University Press. ISBN 0-8014-3786-5. 
  • Bagnall, Roger S. (1993). Egypt in Late Antiquity. Princeton University Press. ISBN 978-0-691-06986-9. 
  • Bleeker, C. J. (1967). Egyptian Festivals: Enactments of Religious Renewal. E. J. Brill. 
  • Cruz-Uribe, Eugene (2010). «The Death of Demotic Redux: Pilgrimage, Nubia, and the Preservation of Egyptian Culture». Στο: Knuf, Hermann. Leitz, Christian. von Recklinghausen, Daniel, επιμ. Honi soit qui mal y pense: Studien zum pharaonischen, griechisch-römischen und spätantiken Ägypten zu Ehren von Heinz-Josef Thissen. Peeters. ISBN 978-90-429-2323-2. 
  • Dunand, Françoise. Zivie-Coche, Christiane (2004) [1991]. Gods and Men in Egypt: 3000 BCE to 395 CE. Translated by David Lorton. Cornell University Press. ISBN 0-8014-8853-2. 
  • Eaton, Katherine (2013). Ancient Egyptian Temple Ritual: Performance, Pattern, and Practice. Routledge. ISBN 978-0-415-83298-4. 
  • Egypt State Information Service. «Tourism: Introduction». Ανακτήθηκε στις January 6, 2011. 
  • Fagan, Brian (2004). The Rape of the Nile: Tomb Robbers, Tourists, and Archaeologists in Egypt, Revised Edition. Westview Press. ISBN 0-8133-4061-6. 
  • Frankfurter, David (1998). Religion in Roman Egypt: Assimilation and Resistance. Princeton University Press. ISBN 0-691-07054-7. 
  • Hahn, Johannes. Emmel, Stephen. Gotter, Ulrich, επιμ. (2008). From Temple to Church: Destruction and Renewal of Local Cultic Topography in Late Antiquity. Brill. ISBN 978-90-04-13141-5. 
  • Haring, B. J. J. (1997). Divine Households: Administrative and Economic Aspects of the New Kingdom Royal Memorial Temples in Western Thebes. Nederlands Instituut voor het Nabije Oosten. ISBN 90-6258-212-5. 
  • Johnson, Janet H. (1986). «The Role of the Egyptian Priesthood in Ptolemaic Egypt». Στο: Lesko, Leonard H., επιμ. Egyptological Studies in Honour of Richard A. Parker. Brown. ISBN 0-87451-321-9. 
  • Kemp, Barry (2006). Ancient Egypt: Anatomy of a Civilisation, Second Edition. Routledge. ISBN 0415012813. 
  • Lavan, Luke. Mulryan, Michael, επιμ. (2011). The Archaeology of Late Antique 'Paganism'. Brill. ISBN 0-7546-3603-8. 
  • Lehner, Mark (1997). The Complete Pyramids: Solving the Ancient Mysteries. Thames and Hudson. ISBN 0-500-05084-8. 
  • Lipiński, Edward, επιμ. (1978). State and Temple Economy in the Ancient Near East. Departement Oriëntalistiek. ISBN 90-70192-03-9. 
  • Meeks, Dimitri. Favard-Meeks, Christine (1996) [1993]. Daily Life of the Egyptian Gods. Translated by G. M. Goshgarian. Cornell University Press. ISBN 0-8014-8248-8. 
  • Monson, Andrew (2012). From the Ptolemies to the Romans: Political and Economic Change in Egypt. Cambridge University Press. ISBN 978-1-107-01441-1. 
  • Naerebout, Frederick G. (2007). «The Temple at Ras el-Soda. Is It an Isis Temple? Is It Greek, Roman, Egyptian, or Neither? And So What?». Στο: Bricault, Laurent. Versluys, Miguel John, επιμ. Nile into Tiber: Egypt in the Roman World. Proceedings of the IIIrd International Conference of Isis studies, Faculty of Archaeology, Leiden University, May 11–14, 2005. Brill. ISBN 978-90-04-15420-9. 
  • Quirke, Stephen, επιμ. (1997). The Temple in Ancient Egypt: New Discoveries and Recent Research. British Museum Press. ISBN 0-7141-0993-2. 
  • Quirke, Stephen (2001). The Cult of Ra: Sun Worship in Ancient Egypt. Thames and Hudson. ISBN 0-500-05107-0. 
  • Redford, Donald B., επιμ. (2001). The Oxford Encyclopedia of Ancient Egypt. Oxford University Press. ISBN 0-19-510234-7. 
  • Reymond, E. A. E. (1969). The Mythical Origin of the Egyptian Temple. Manchester University Press. ISBN 0-7190-0311-3. 
  • Ritner, Robert Kriech (1993). The Mechanics of Ancient Egyptian Magical Practice. The Oriental Institute of the University of Chicago. ISBN 0-918986-75-3. 
  • Robins, Gay (1986). Egyptian Painting and Relief. Shire Publications. ISBN 0-85263-789-6. 
  • Sauneron, Serge (2000) [1988]. The Priests of Ancient Egypt, New Edition. Translated by David Lorton. Cornell University Press. ISBN 0-8014-8654-8. 
  • Shafer, Byron E., επιμ. (1997). Temples of Ancient Egypt. Cornell University Press. ISBN 0-8014-3399-1. 
  • Snape, Steven (1996). Egyptian Temples. Shire Publications. ISBN 0-7478-0327-7. 
  • Spalinger, Anthony J. (October 1998). «The Limitations of Formal Ancient Egyptian Religion». Journal of Near Eastern Studies 57 (4). 
  • Spencer, Patricia (1984). The Egyptian Temple: A Lexicographical Study. Kegan Paul International. ISBN 0-7103-0065-4. 
  • Teeter, Emily (2011). Religion and Ritual in Ancient Egypt. Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-61300-2. 
  • Ucko, Peter J.. Tringham, Ruth. Dimbleby, G. W., επιμ. (1973). Man, Settlement and Urbanism. Duckworth. ISBN 0-7156-0589-5. 
  • Verner, Miroslav (2013) [2010]. Temple of the World: Sanctuaries, Cults, and Mysteries of Ancient Egypt. Translated by Anna Bryson-Gustová. The American University in Cairo Press. ISBN 978-977-416-563-4. 
  • Wendrich, Willeke (επιμ.). «UCLA Encyclopedia of Egyptology». Department of Near Eastern Languages and Cultures, UC Los Angeles. Ανακτήθηκε στις January 6, 2015. 
  • Wilkinson, Richard H. (2000). The Complete Temples of Ancient Egypt. Thames and Hudson. ISBN 0-500-05100-3. 

Σημειώσεις και παραπομπέςΕπεξεργασία

Σημειώσεις
  1. Πολλοί Αιγυπτιολόγοι, όπως ο Βόλφγκανγκ Χελκ και ο Ντίτριχ Βίλντουνγκ, έχουν ισχυριστεί ότι οι Αιγύπτιοι δεν πίστευαν πραγματικά ότι οι βασιλείς τους ήταν θεϊκής φύσης. Ανεξαρτήτως αυτού, η θεϊκότητα του βασιλιά αποκτά ιδιαίτερη έμφαση σε επίσημα γραπτά: τα προϊόντα της βασιλικής αυλής και του θρησκευτικού κατεστημένου. Ούτως, ανεξαρτήτως του αν οι κοινοί Αιγύπτιοι πίστευαν σε αυτήν, η θεία φύση του βασιλιά είναι καίρια για την ιδεολογία του Αιγυπτιακού ναού.[6]
  2. The phrase "mansion of millions of years" is often taken as the Egyptian term for a mortuary temple. In several instances the Egyptians used this phrase to refer to sacred buildings that are not generally regarded as "mortuary", such as Luxor Temple and the Festival Hall of Thutmose III at Karnak.[15] Patricia Spencer suggests that the term applied to "any temple in which the cult of the king was observed, even if the temple was dedicated, in the first instance, to the chief god of the area."[16]
  3. Because the axis was aligned at 90 degrees from the river's generally north–south flow, irregularities in the Nile's course meant that the orientation did not always conform to true directions.[66]
  4. In their earliest stone constructions the Egyptians made small blocks shaped like mud bricks. Large blocks were typical of all other periods, except in the Amarna period, when temples to the Aten were built with small, standardized talatat blocks, possibly to speed up construction.[75] Ptolemaic and Roman temples were built in regular courses, with the blocks within each course cut to the same height.[76]
  5. Οι ποσότητες ακόμα και του καθημερινού γεύματος ήταν τόσο μεγάλες ώστε μόλις ένα μικρό μέρος τους ήταν δυνατό να τοποθετηθεί στην τράπεζα προσφοράς. Το μεγαλύτερο μέρος των προσφορών μάλλον διοχετευόταν απευθείας σε αυτές τις δευτερεύουσες χρήσεις.[107]
  6. The king may have presented a real figurine of Maat to the deity, or the temple reliefs depicting the act may have been purely symbolic.[108]
Citations
  1. Spencer 1984, σελίδες 22, 43
  2. [[#CITEREF|]]
  3. Dunand & Zivie-Coche 2004, σελίδες 89–91
  4. Assmann 2001, σελ. 4
  5. Shafer, Byron E., "Temples, Priests, and Rituals: An Overview", in Shafer 1997, σελίδες 1–2
  6. Haeny, Gerhard, "New Kingdom 'Mortuary Temples' and 'Mansions of Millions of Years', in Shafer 1997, σελίδες 126, 281
  7. Shafer, Byron E., "Temples, Priests, and Rituals: An Overview", in Shafer 1997, σελ. 3
  8. Wilkinson 2000, σελίδες 8, 86
  9. Dunand & Zivie-Coche 2004, σελίδες 103, 111–112
  10. Meeks & Favard-Meeks 1996, σελίδες 126–128
  11. Wilkinson 2000
  12. Teeter, Emily, "Cults: Divine Cults", in Redford 2001, vol. I, σελ. 340
  13. Reymond 1969, σελίδες 323–327
  14. Assmann 2001, σελίδες 19–25
  15. 15,0 15,1 Haeny, Gerhard, "New Kingdom 'Mortuary Temples' and 'Mansions of Millions of Years'", in Shafer 1997, σελίδες 89–102
  16. Spencer 1984, σελ. 25
  17. Shafer, Byron E., "Temples, Priests, and Rituals: An Overview", in Shafer 1997, σελίδες 3–4
  18. Quirke, Stephen, "Gods in the temple of the King: Anubis at Lahun", in Quirke 1997, σελ. 46
  19. Haeny, Gerhard, "New Kingdom 'Mortuary Temples' and 'Mansions of Millions of Years'", in Shafer 1997, σελίδες 123–126
  20. Shafer, Byron E., "Temples, Priests, anκd Rituals: An Overview", in Shafer 1997, σελίδες 2–3
  21. Wilkinson 2000, σελίδες 90–93
  22. Spencer 1984, σελ. 17
  23. Sauneron 2000, σελίδες 52–53
  24. Katary, Sally, "Taxation (until the End of the Third Intermediate Period)", 2011, in Wendrich, σελίδες 7–8
  25. Haring 1997, σελίδες 142–143
  26. Wilkinson 2000, σελ. 88
  27. Haring 1997, σελίδες 372–379
  28. Wilkinson 2000, σελίδες 50, 75
  29. 29,0 29,1 Kemp, Barry, "Temple and town in ancient Egypt", in Ucko, Tringham & Dimbleby 1973, σελίδες 661, 666–667
  30. 30,0 30,1 30,2 Katary, Sally, "Taxation (until the End of the Third Intermediate Period)", 2011, in Wendrich, σελίδες 4–7
  31. Haring 1997, σελ. 395
  32. Haring 1997, σελίδες 392–395
  33. Quirke 2001, σελ. 168
  34. Haring 1997, σελίδες 389, 394–396
  35. Sauneron 2000, σελίδες 169–170, 182
  36. Kemp 2006, σελίδες 297–299
  37. Monson 2012, σελίδες 136–141
  38. Frankfurter 1998, σελίδες 27, 143
  39. Bagnall 1993, σελίδες 266–267
  40. Verner 2013, σελίδες 511–515
  41. Snape 1996, σελίδες 15–17
  42. Arnold, Dieter, "Royal Cult Complexes of the Old and Middle Kingdoms", in Shafer 1997, σελίδες 32, 258
  43. Dunand & Zivie-Coche 2004, σελ. 78
  44. Goedicke, Hans, "Cult-Temple and 'State' During the Old Kingdom in Egypt", in Lipiński 1978, vol. I, σελίδες 121–124
  45. Quirke 2001, σελίδες 84–90
  46. Kemp 2006, σελίδες 113–114, 134–135
  47. Quirke 2001, σελίδες 118–119
  48. Lehner 1997, σελίδες 18–19, 230–231
  49. Lehner 1997, σελίδες 228–229
  50. Lehner 1997, σελ. 15
  51. Wilkinson 2000, σελίδες 22–23
  52. Bell, Lanny, "The New Kingdom 'Divine' Temple: The Example of Luxor", in Shafer 1997, σελ. 144
  53. 53,0 53,1 Wilkinson 2000, σελίδες 24–25
  54. Spalinger 1998, σελίδες 245, 247–249
  55. Sauneron 2000, σελίδες 52, 174–176
  56. Snape 1996, σελίδες 29–33, 41
  57. Sauneron 2000, σελίδες 182–183
  58. Kemp 2006, σελίδες 299–300
  59. Arnold 1999, σελ. 28
  60. Verner 2013, σελίδες 334–341
  61. Gundlach, Rolf, "Temples", in Redford 2001, vol. III, σελ. 379
  62. 62,0 62,1 Sauneron 2000, σελίδες 183–184
  63. Arnold 1999, pp. 46, 308
  64. Wilkinson 2000, σελίδες 100, 233, 234
  65. Wilkinson 2000, σελ. 16
  66. 66,0 66,1 Wilkinson 2000, σελίδες 36–37, 226
  67. Wilkinson 2000, σελ. 38
  68. Arnold 1991, σελ. 4
  69. 69,0 69,1 Wilkinson 2000, σελίδες 43–44
  70. Assmann 2001, σελ. 30
  71. Wilkinson 2000, σελίδες 19, 42
  72. Arnold 1991, σελίδες 27, 36
  73. Wilkinson 2000, σελ. 40
  74. Arnold 1991, σελίδες 109–113
  75. 75,0 75,1 Arnold 1991, σελίδες 120–122
  76. Arnold 1999, σελίδες 144–145
  77. Arnold 2003, σελίδες 113, 180
  78. Assmann 2001, σελ. 43
  79. Gundlach, Rolf, "Temples", in Redford 2001, vol. III, σελίδες 369, 371–372
  80. Eaton 2013, σελίδες 28, 121
  81. 81,0 81,1 Gundlach, Rolf, "Temples", in Redford 2001, σελ. 371
  82. Finnestad, Ragnhild Bjerre, "Temples of the Ptolemaic and Roman Periods: Ancient Traditions in New Contexts", in Shafer 1997, σελ. 191
  83. Hölzl, Regina, "Stelae", in Redford 2001, vol. III, σελίδες 320–322
  84. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα Robins 20.
  85. Finnestad, Ragnhild Bjerre, "Temples of the Ptolemaic and Roman Periods: Ancient Traditions in New Contexts", in Shafer 1997, σελ. 194
  86. Wilkinson 2000, σελ. 70
  87. Shafer 1997, σελ. 5
  88. Arnold 1999, σελ. 93
  89. Arnold 2003, σελ. 256
  90. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα Dunand 79.
  91. Arnold 2003, σελ. 169
  92. Snape 1996, σελ. 47
  93. 93,0 93,1 Wilkinson 2000, σελίδες 74–75
  94. Sauneron 2000, σελίδες 132–142
  95. Sauneron 2000, σελίδες 32–35
  96. Sauneron 2000, σελίδες 43–47
  97. Johnson 1986, σελίδες 81–82
  98. Monson 2012, σελίδες 218–227
  99. Sauneron 2000, σελίδες 35–43
  100. Doxey, Denise, "Priesthood", in Redford 2001, vol. III, σελίδες 69–70
  101. Teeter 2011, σελίδες 25–26
  102. Doxey, Denise, "Priesthood", in Redford 2001, σελίδες 71–72
  103. Eaton 2013, σελίδες 41–49
  104. 104,0 104,1 104,2 Dunand & Zivie-Coche 2004, σελίδες 90–91
  105. 105,0 105,1 Thompson, Stephen E., "Cults: An Overview", in Redford 2001, vol. I, σελ. 328
  106. Englund, Gertie, "Offerings: An Overview", in Redford 2001, vol. II, σελ. 566
  107. Janssen, Jac J., "The Role of the Temple in the Egyptian Economy During the New Kingdom", in Lipiński 1978, vol. II, σελ. 512
  108. Eaton 2013, σελίδες 24–25
  109. Quirke 2001, σελ. 54
  110. Bleeker 1967, σελ. 44
  111. 111,0 111,1 Ritner 1993, σελίδες 247–249
  112. Assmann 2001, σελίδες 49–51
  113. Meeks & Favard-Meeks 1996, σελίδες 129–130
  114. Ray, John D., "Cults: Animal cults", in Redford 2001, vol. I, σελ. 346
  115. Dunand and Zivie-Coche, p. 21
  116. Davies, Sue, and H. S. Smith, "Sacred Animal Temples at Saqqara", in Quirke 1997, σελίδες 116–120, 123
  117. Spalinger, Anthony, "Festivals", in Redford 2001, vol. I, σελ. 521
  118. Spalinger 1998, σελίδες 257–258
  119. Wilkinson 2000, σελίδες 95–96
  120. Sauneron 2000, σελίδες 92–94, 96
  121. Bleeker 1967, σελίδες 25, 40
  122. Verner 2013, σελίδες 17–18
  123. Dunand & Zivie-Coche 2004, σελίδες 107, 110
  124. 124,0 124,1 Lesko, Barbara S., "Cults: Private Cults", in Redford 2001, vol. I, σελίδες 337–338
  125. Dunand & Zivie-Coche 2004, σελίδες 112–113
  126. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα Teeter 77.
  127. Wilkinson 2000, σελίδες 62–64, 99
  128. Teeter 2011, σελίδες 87–90
  129. Baines, John, "Temples as symbols, guarantors, and participants in Egyptian civilization", in Quirke 1997, σελ. 234
  130. Dijkstra, Jitse, "The Fate of the Temples in Late Antique Egypt", in Lavan & Mulryan 2011, σελίδες 405–406, 427
  131. Dijkstra, Jitse, "The Fate of the Temples in Late Antique Egypt", in Lavan & Mulryan 2011, σελίδες 420–421
  132. Πρότυπο:Fagan

Works citedΕπεξεργασία

  • Arnold, Dieter (1991). Building in Egypt: Pharaonic Stone Masonry. Oxford University Press. ISBN 978-0-19-511374-7. 
  • Arnold, Dieter (1997). «Royal Cult Complexes of the Old and Middle Kingdoms». Στο: Shafer, Byron E., επιμ. Temples of Ancient Egypt. Cornell University Press, σελ. 31–85. ISBN 978-0-8014-3399-3. 
  • Arnold, Dieter (1999). Temples of the Last Pharaohs. Oxford University Press. ISBN 978-0-19-512633-4. 
  • Arnold, Dieter (2001). «Architecture». Στο: Redford, Donald B., επιμ. The Oxford Encyclopedia of Ancient Egypt. 1. Oxford University Press, σελ. 113–125. ISBN 978-0-19-510234-5. 
  • Arnold, Dieter (2003) [German edition 1994]. The Encyclopedia of Ancient Egyptian Architecture. Translated by Sabine H. Gardiner and Helen Strudwick. Edited by Nigel and Helen Strudwick. Princeton University Press. ISBN 978-0-691-11488-0. 
  • Assmann, Jan (2001) [German edition 1984]. The Search for God in Ancient Egypt. Translated by David Lorton. Cornell University Press. ISBN 978-0-8014-3786-1. 
  • Bagnall, Roger S. (1993). Egypt in Late Antiquity. Princeton University Press. ISBN 978-0-691-06986-9. 
  • Baines, John (1997). «Temples as Symbols, Guarantors, and Participants in Egyptian Civilization». Στο: Quirke, Stephen, επιμ. The Temple in Ancient Egypt: New Discoveries and Recent Research. British Museum Press, σελ. 216–241. ISBN 978-0-7141-0993-0. 
  • Bell, Lanny (1997). «The New Kingdom 'Divine' Temple: The Example of Luxor». Στο: Shafer, Byron E., επιμ. Temples of Ancient Egypt. Cornell University Press, σελ. 127–184. ISBN 978-0-8014-3399-3. 
  • Bleeker, C. J. (1967). Egyptian Festivals: Enactments of Religious Renewal. Brill. 
  • Cruz-Uribe, Eugene (2010). «The Death of Demotic Redux: Pilgrimage, Nubia, and the Preservation of Egyptian Culture». Στο: Knuf, Hermann. Leitz, Christian. von Recklinghausen, Daniel, επιμ. Honi soit qui mal y pense: Studien zum pharaonischen, griechisch-römischen und spätantiken Ägypten zu Ehren von Heinz-Josef Thissen. Peeters, σελ. 499–506. ISBN 978-90-429-2323-2. 
  • Quirke, Stephen, επιμ. (1997). «Sacred Animal Temples at Saqqara». The Temple in Ancient Egypt: New Discoveries and Recent Research. British Museum Press, σελ. 112–131. ISBN 978-0-7141-0993-0. 
  • Dijkstra, Jitse (2011). «The Fate of the Temples in Late Antique Egypt». Στο: Lavan, Luke. Mulryan, Michael, επιμ. The Archaeology of Late Antique 'Paganism'. Brill, σελ. 389–436. ISBN 978-0-7546-3603-8. 
  • Doxey, Denise (2001). «Priesthood». Στο: Redford, Donald B., επιμ. The Oxford Encyclopedia of Ancient Egypt. 3. Oxford University Press, σελ. 68–73. ISBN 978-0-19-510234-5. 
  • Dunand, Françoise. Zivie-Coche, Christiane (2004) [French edition 1991]. Gods and Men in Egypt: 3000 BCE to 395 CE. Translated by David Lorton. Cornell University Press. ISBN 978-0-8014-8853-5. 
  • Eaton, Katherine (2013). Ancient Egyptian Temple Ritual: Performance, Pattern, and Practice. Routledge. ISBN 978-0-415-83298-4. 
  • Englund, Gertie (2001). «Offerings: An Overview». Στο: Redford, Donald B., επιμ. The Oxford Encyclopedia of Ancient Egypt. 2. Oxford University Press, σελ. 564–569. ISBN 978-0-19-510234-5. 
  • Egypt State Information Service. «Tourism: Introduction». Ανακτήθηκε στις January 6, 2011. 
  • Fagan, Brian (2004). The Rape of the Nile: Tomb Robbers, Tourists, and Archaeologists in Egypt, Revised Edition. Westview Press. ISBN 978-0-8133-4061-6. 
  • Finnestad, Ragnhild Bjerre (1997). «Temples of the Ptolemaic and Roman Periods: Ancient Traditions in New Contexts». Στο: Shafer, Byron E., επιμ. Temples of Ancient Egypt. Cornell University Press, σελ. 185–237. ISBN 978-0-8014-3399-3. 
  • Frankfurter, David (1998). Religion in Roman Egypt: Assimilation and Resistance. Princeton University Press. ISBN 978-0-691-07054-4. 
  • Goedicke, Hans (1978). «Cult-Temple and 'State' During the Old Kingdom in Egypt». Στο: Lipiński, Edward, επιμ. State and Temple Economy in the Ancient Near East. 1. Katholieke Universiteit Leuven, σελ. 115–131. ISBN 978-90-70192-03-7. 
  • Gundlach, Rolf (2001). «Temples». Στο: Redford, Donald B., επιμ. The Oxford Encyclopedia of Ancient Egypt. 3. Oxford University Press, σελ. 363–379. ISBN 978-0-19-510234-5. 
  • Hahn, Johannes. Emmel, Stephen. Gotter, Ulrich, επιμ. (2008). «The Conversion of the Cult Statues: The Destruction of the Serapeum 392 A.D. and the Transformation of Alexandria into the 'Christ-Loving' City». From Temple to Church: Destruction and Renewal of Local Cultic Topography in Late Antiquity. Brill, σελ. 335–365. ISBN 978-90-04-13141-5. 
  • Hahn, Johannes. Emmel, Stephen. Gotter, Ulrich, επιμ. (2008). «'From Temple to Church': Analysing a Late Antique Phenomenon of Transformation». From Temple to Church: Destruction and Renewal of Local Cultic Topography in Late Antiquity. Brill, σελ. 1–22. ISBN 978-90-04-13141-5. 
  • Haeny, Gerhard (1997). «New Kingdom 'Mortuary Temples' and 'Mansions of Millions of Years'». Στο: Shafer, Byron E., επιμ. Temples of Ancient Egypt. Cornell University Press, σελ. 86–126. ISBN 978-0-8014-3399-3. 
  • Haring, B. J. J. (1997). Divine Households: Administrative and Economic Aspects of the New Kingdom Royal Memorial Temples in Western Thebes. Nederlands Instituut voor het Nabije Oosten. ISBN 90-6258-212-5. 
  • Hölzl, Regina (2001). «Stelae». Στο: Redford, Donald B., επιμ. The Oxford Encyclopedia of Ancient Egypt. 3. Oxford University Press, σελ. 319–324. ISBN 978-0-19-510234-5. 
  • Janssen, Jac J. (1978). «The Role of the Temple in the Egyptian Economy During the New Kingdom». Στο: Lipiński, Edward, επιμ. State and Temple Economy in the Ancient Near East. 2. Katholieke Universiteit Leuven, σελ. 505–515. ISBN 978-90-70192-03-7. 
  • Johnson, Janet H. (1986). «The Role of the Egyptian Priesthood in Ptolemaic Egypt». Στο: Lesko, Leonard H., επιμ. Egyptological Studies in Honour of Richard A. Parker. Brown, σελ. 70–84. ISBN 978-0-87451-321-9. 
  • Katary, Sally (2011). Wendrich, Willeke, επιμ. «Taxation (until the End of the Third Intermediate Period)». UCLA Encyclopedia of Egyptology. Department of Near Eastern Languages and Cultures, UC Los Angeles. ISBN 978-0615214030. Ανακτήθηκε στις 6 January 2015. 
  • Kemp, Barry (1973). «Temple and Town in Ancient Egypt». Στο: Ucko, Peter J.. Tringham, Ruth. Dimbleby, G. W., επιμ. Man, Settlement and Urbanism. Duckworth, σελ. 657–678. ISBN 978-0-7156-0589-9. 
  • Kemp, Barry (2006). Ancient Egypt: Anatomy of a Civilisation, Second Edition. Routledge. ISBN 978-0-415-01281-2. 
  • Kozloff, Arielle P. (2001). «Sculpture: Divine Sculpture». Στο: Redford, Donald B., επιμ. The Oxford Encyclopedia of Ancient Egypt. 3. Oxford University Press, σελ. 243–246. ISBN 978-0-19-510234-5. 
  • Kruchten, Jean-Marie (2001). «Oracles». Στο: Redford, Donald B., επιμ. The Oxford Encyclopedia of Ancient Egypt. 2. Oxford University Press, σελ. 609–612. ISBN 978-0-19-510234-5. 
  • Lavan, Luke (2011). «The End of the Temples: Towards a New Narrative?». Στο: Lavan, Luke. Mulryan, Michael, επιμ. The Archaeology of Late Antique 'Paganism'. Brill, σελ. xv–lxv. ISBN 978-0-7546-3603-8. 
  • Lehner, Mark (1997). The Complete Pyramids. Thames and Hudson. ISBN 978-0-500-05084-2. 
  • Lesko, Barbara S. (2001). «Cults: Private Cults». Στο: Redford, Donald B., επιμ. The Oxford Encyclopedia of Ancient Egypt. 1. Oxford University Press, σελ. 336–339. ISBN 978-0-19-510234-5. 
  • Meeks, Dimitri. Favard-Meeks, Christine (1996) [French edition 1993]. Daily Life of the Egyptian Gods. Translated by G. M. Goshgarian. Cornell University Press. ISBN 978-0-8014-8248-9. 
  • Monson, Andrew (2012). From the Ptolemies to the Romans: Political and Economic Change in Egypt. Cambridge University Press. ISBN 978-1-107-01441-1. 
  • Naerebout, Frederick G. (2007). «The Temple at Ras el-Soda. Is It an Isis Temple? Is It Greek, Roman, Egyptian, or Neither? And So What?». Στο: Bricault, Laurent. Versluys, Miguel John. Meyboom, Paul G. P., επιμ. Nile into Tiber: Egypt in the Roman World. Proceedings of the IIIrd International Conference of Isis studies, Faculty of Archaeology, Leiden University, May 11–14, 2005. Brill, σελ. 506–554. ISBN 978-90-04-15420-9. 
  • Quirke, Stephen (1997a). «Editorial Foreword». Στο: Quirke, Stephen, επιμ. The Temple in Ancient Egypt: New Discoveries and Recent Research. British Museum Press, σελ. viii–x. ISBN 978-0-7141-0993-0. 
  • Quirke, Stephen (1997b). «Gods in the Temple of the King: Anubis at Lahun». Στο: Quirke, Stephen, επιμ. The Temple in Ancient Egypt: New Discoveries and Recent Research. British Museum Press, σελ. 24–48. ISBN 978-0-7141-0993-0. 
  • Quirke, Stephen (2001). The Cult of Ra: Sun Worship in Ancient Egypt. Thames and Hudson. ISBN 978-0-500-05107-8. 
  • Ray, John D. (2001). «Cults: Animal Cults». Στο: Redford, Donald B., επιμ. The Oxford Encyclopedia of Ancient Egypt. 1. Oxford University Press, σελ. 345–348. ISBN 978-0-19-510234-5. 
  • Reymond, E. A. E. (1969). The Mythical Origin of the Egyptian Temple. Manchester University Press. ISBN 978-0-7190-0311-0. 
  • Ritner, Robert Kriech (1993). The Mechanics of Ancient Egyptian Magical Practice. The Oriental Institute of the University of Chicago. ISBN 978-0-918986-75-7. 
  • Robins, Gay (1986). Egyptian Painting and Relief. Shire Publications. ISBN 978-0-85263-789-0. 
  • Sauneron, Serge (2000) [French edition 1988]. The Priests of Ancient Egypt, New Edition. Translated by David Lorton. Cornell University Press. ISBN 978-0-8014-8654-8. 
  • Shafer, Byron E. (1997). «Temples, Priests, and Rituals: An Overview». Στο: Shafer, Byron E., επιμ. Temples of Ancient Egypt. Cornell University Press, σελ. 1–30. ISBN 978-0-8014-3399-3. 
  • Snape, Steven (1996). Egyptian Temples. Shire Publications. ISBN 978-0-7478-0327-0. 
  • Spalinger, Anthony J. (October 1998). «The Limitations of Formal Ancient Egyptian Religion». Journal of Near Eastern Studies 57 (4). 
  • Spalinger, Anthony (2001). «Festivals». Στο: Redford, Donald B., επιμ. The Oxford Encyclopedia of Ancient Egypt. 1. Oxford University Press, σελ. 521–525. ISBN 978-0-19-510234-5. 
  • Spencer, Patricia (1984). The Egyptian Temple: A Lexicographical Study. Kegan Paul International. ISBN 978-0-7103-0065-2. 
  • Stadler, Martin (2008). Wendrich, Willeke, επιμ. «Taxation (until the End of the Third Intermediate Period)». UCLA Encyclopedia of Egyptology. Department of Near Eastern Languages and Cultures, UC Los Angeles. ISBN 978-0615214030. Ανακτήθηκε στις 6 January 2015. 
  • Teeter, Emily (2001). «Cults: Divine Cults». Στο: Redford, Donald B., επιμ. The Oxford Encyclopedia of Ancient Egypt. 1. Oxford University Press, σελ. 340–345. ISBN 978-0-19-510234-5. 
  • Teeter, Emily (2011). Religion and Ritual in Ancient Egypt. Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-61300-2. 
  • Thompson, Stephen E. (2001). «Cults: An Overview». Στο: Redford, Donald B., επιμ. The Oxford Encyclopedia of Ancient Egypt. 1. Oxford University Press, σελ. 326–332. ISBN 978-0-19-510234-5. 
  • Uphill, Eric (1973). «The Concept of the Egyptian Palace as a 'Ruling Machine'». Στο: Ucko, Peter J.. Tringham, Ruth. Dimbleby, G. W., επιμ. Man, Settlement and Urbanism. Duckworth, σελ. 721–734. ISBN 978-0-7156-0589-9. 
  • Verner, Miroslav (2013) [Czech edition 2010]. Temple of the World: Sanctuaries, Cults, and Mysteries of Ancient Egypt. Translated by Anna Bryson-Gustová. The American University in Cairo Press. ISBN 978-977-416-563-4. 
  • Wilkinson, Richard H. (2000). The Complete Temples of Ancient Egypt. Thames and Hudson. ISBN 978-0-500-05100-9. 

Περαιτέρω ανάγνωσηΕπεξεργασία

  • Arnold, Dieter (1992) (στα German). Die Tempel Ägyptens: Götterwohnungen, Kültstatten, Baudenkmäler. Bechtermünz Vlg. ISBN 3-86047-215-1. 
  • Oakes, Lorna (2003). Temples and Sacred Centres of Ancient Egypt: A Comprehensive Guide to the Religious Sites of a Fascinating Civilisation. Southwater. ISBN 1-84215-757-4. 
  • Vörös, Győző (2007). Egyptian Temple Architecture: 100 Years of Hungarian Excavations in Egypt, 1907–2007. Translated by David Robert Evans. The American University in Cairo Press. ISBN 963-662-084-9. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Egyptian temple της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).