Αλβανικός Γολγοθάς

Με τον όρο Αλβανικός Γολγοθάς (σερβικά : Албанска голгота) αναφέρεται στην σερβική ιστορία η υποχώρηση του Σερβικού στρατού το χειμώνα του 1915-1916 μέσω Μαυροβουνίου και Αλβανίας στην Αδριατική κατά τον Α΄παγκόσμιο πόλεμο, μετά την εισβολή των Κεντρικών Δυνάμεων. Η πορεία αυτή που χαρακτηρίστηκε ως «έξοδος» του σερβικού στρατού και λαού μέσω εχθρικού εδάφους προς τα ελληνικά νησιά του Ιονίου , την Ιταλία και τη Βόρεια Αφρική. Εκτιμάται ότι δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες και πολίτες σκοτώθηκαν ή πέθαναν κατά την αποχώρηση από τα τραύματα και την εξάντληση, τον στρατό ακολούθησαν, πεζοί κυρίως, στην υποχώρηση ο βασιλιάς η κυβέρνηση οι αρχιερείς και πλήθος λαού. Μετά την ανάκτηση, περίπου 150.000 μέλη του σερβικού στρατού εντάχθηκαν στα συμμαχικά στρατεύματα στο μέτωπο Θεσσαλονίκης, τον Ιούνιο του 1916.

Η υποχώρηση στον χάρτη
Η υποχώρηση (από γαλλική αφίσα)

Τριπλή εισβολήΕπεξεργασία

 
Περνώντας την Αδριατική με πλοία

Μετά τη νίκη του σερβικού στρατού στη Μάχη του Κολουμπάρα τον Δεκέμβριο του 1914, στο μέτωπο της Σερβίας μέχρι τις αρχές του φθινοπώρου του 1915 υπήρξε μικρή ανακωχή. Ωστόσο στις 6 Οκτωβρίου 1915, υπό τις διαταγές του Στρατάρχη Άουγκουστ φον Μάκενσεν η Αυστροουγγαρία και Γερμανία επιτέθηκαν ξανά στη Σερβία, με περίπου 500.000 στρατιώτες, 10 μοίρες αεροσκαφών και στολίσκο στους ποταμούς Δούναβη και Σάβα. Έως 15 Οκτωβρίου 1915, παρά την ακραία θυσία του Σερβικού στρατού, ο Αυστροουγγρικός στρατός κατευθύνθηκε κατά μήκος του ποταμού Σάβα και Ντρίνα και κατέλαβε το Βελιγράδι, το Σμεντέρεβο, το Ποζάρεβατς και το Γκόλουμπατς δημιουργώντας προγεφύρωμα νότια των ποταμών Σάβα και Δούναβη, αναγκάζοντας τις σερβικές δυνάμεις να αποσυρθούν στη νότια Σερβία.

 
Η πορεία στα αλβανικά βουνά

Την ίδια ημέρα, στις 15 Οκτωβρίου 1915 χωρίς κήρυξη πολέμου, εισέβαλε στη Σερβία ο Βουλγαρικός στρατός και κατάφερε να διεισδύσει στην κοιλάδα του ποταμού Μοράβα κοντά στο Βράτζιε, στις 22 Οκτωβρίου 1915. Οι Βούλγαροι κατέλαβαν το Κουμάνοβο, το Στιπ, τα Σκόπια, και εμπόδισαν την απόσυρση του σερβικού στρατού από τα ελληνικά σύνορα προς την Θεσσαλονίκη. Το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου και στις αρχές Νοεμβρίου, πριν από την αποχώρηση του σερβικού στρατού στο νότο, οι πρόσφυγες που είχαν υποχωρήσει στα νότια της χώρας βρίσκονταν σε απελπιστική κατάσταση στο Κοσσυφοπέδιο και τα Μετόχια. Ο δρόμος για την Θεσσαλονίκη είχε κοπεί. Ο αυστροουγγρικός στρατός από τα βορειοδυτικά, ο γερμανικός στρατός από τον βορρά και ο βουλγαρικός στρατός στα νότια και ανατολικά προχωρούσαν με μοναδικό στόχο να καταστρέψουν ολοκληρωτικά τον σερβικό στρατό. Η μόνη διέξοδος για τους πρόσφυγες και τον στρατό της Σερβίας ήταν να φτάσουν την ακτή της Αδριατικής μέσα από τα βουνά της Αλβανίας. Υπό την πίεση των επιτιθεμένων, η Ανώτατη Διοίκηση του σερβικού στρατού, στις 24 Νοέμβριου 1915 ,αποφάσισε να υποχωρήσει από το Μαυροβούνιο και την Αλβανία προς την Αδριατική Θάλασσα. Η απόφαση ήρθε μετά από μια ανεπιτυχή προσπάθεια να αποσύρει τον στρατό μέσα από την κοιλάδα του Αξιού.

Οι στρατιωτικοί και πολιτικοί ηγέτες βρέθηκαν στο δίλημμα για το τι θα κάνουν στη συνέχεια, προκειμένου να αποφευχθεί πιο επικίνδυνη κρίση. Η συνθηκολόγηση είχε απορριφθεί κατηγορηματικά γιατί σήμαινε το τέλος του κράτους. Οι πολιτικοί ηγέτες συμφώνησαν με την απόφαση υποχώρησης μέσω της Αλβανίας στην Αδριατική όπου περίμεναν εκεί οι Σύμμαχοι. Ο Πρωθυπουργός Νικόλα Πάσιτς έστειλε τηλεγράφημα στη συμμαχική διοίκηση, αναφέροντας τα εξής:

«Παρά το γεγονός ότι η Σερβία βρέθηκε σε δύσκολη θέση, αν και μπορεί να συμβεί σε ακόμη χειρότερη θέση, αποφασισμένη να συνεχίση τον αγώνα κατά των κατακτητών, πιστή στους συμμάχους μας, δύναται αντέξει έως το τέλος του πολέμου, ο οποίος θα καταλήξει με την ήττα του εχθρού μας.»

Η σερβική κυβέρνηση ήρθε σε συμφωνία με τους Συμμάχους, ώστε να δημιουργηθεί βάση στη Σκόδρα και το Δυρράχιο, όπου θα περίμεναν συμμαχικά πλοία με τρόφιμα και άλλα εφόδια. Εν τω μεταξύ η σερβική κυβέρνηση κατάληξε σε συμφωνία με τον Πρωθυπουργό της Αλβανίας Εσάντ Πασά για την διέλευση του Σερβικού Στρατού μέσω της Αλβανίας.

 
Η υποχώρηση, τον Οκτώβριο του 1915

Η υποχώρησηΕπεξεργασία

Για τον Σερβικό στρατό η απόφαση ήταν εξαιρετικά δύσκολη, καθώς υπήρχε γενική κόπωση, κακός επισιτισμός και ερχόταν ο χειμώνας. Ωστόσο, η στρατιωτικο-πολιτική ηγεσία της Σερβίας δεν επρόκειτο να παραδοθεί. Στις 26 Νοέμβριου 1915 ξεκίνησαν από το Πρίζρεν Βεζιρόφ, περνώντας από τη γέφυρα προς τη Σκόδρα, ο βασιλιάς, η κυβέρνηση και το διπλωματικό σώμα. Λίγες μέρες αργότερα, στις 30 Νοέμβριου 1915, από το Πρίζρεν, πέρασε το δεύτερο τμήμα, κατευθυνόμενο προς άλλη πλευρά και το Ελμπασάν και τέλος τα Τίρανα. Το μεγαλύτερο μέρος του στρατού ακολούθησε την κατεύθυνση Ποντγκόριτσα, Σκόδρα, ένα άλλο τμήμα του από Γκιακόβα, Σκόδρα, και τέλος το τρίτο τμήμα στρατού από Piškopeje, Ντέμπρα και Στρούγκα στο Ελμπασάν.

Η πορεία ήταν αργή σε παγωμένους δρόμους, και επιπλέον προβλήματα ήταν οι επιθέσεις των Αλβανών ανταρτών που δεν είχαν αναγνωρίσει την εξουσία του Εσάντ Πασά. Στις 13 Δεκεμβρίου, το μεγαλύτερο μέρος του σερβικού στρατού βρισκόταν μεταξύ Andrijevice και Ποντγκόριτσα, και από 15 έως 21 Δεκεμβρίου έφτασε στη Σκόδρα. Σύμφωνα με σερβικές πηγές, στην ακτή της Αλβανίας έφτασαν περίπου 110.000 στρατιώτες και 2.350 αξιωματικοί. Θεωρείται δεδομένο ότι από την αρχή της υποχώρησης, σκοτώθηκαν περίπου 72.000.

Άφιξη στα παράλια της ΑδριατικήςΕπεξεργασία

Μετά από ένα μήνα σκληρής πορείας σε κακές καιρικές συνθήκες, ο σερβικός στρατός είχε συγκεντρωθεί σε Σκόδρα, Δυρράχιο και Αυλώνα. Η άφιξη στην αδριατική ακτή της Αλβανίας δεν σήμανε την απόλυτη σωτηρία. Εκεί αντιμετώπισαν την εχθρότητα της Ιταλίας που, που παρότι σύμμαχος, δημιούργησε προβλήματα στους Σέρβους μη αφήνοντάς τους να μπουν στον Αυλώνα. Τελικά, με παρέμβαση της Ρωσίας, οι Ιταλοί άνοιξαν τον δρόμο.

Άφιξη στην ΚέρκυραΕπεξεργασία

Στις 28 Ιανουαρίου, η γαλλική κυβέρνηση έστειλε ναυτικά μέσα μεταφοράς για την μεταφορά του σερβικού στρατού. Έως τις 15 Φεβρουάριου μεταφέρθηκαν στην Κέρκυρα 135.000 άτομα και στο Μπιζέρτα περίπου 10.000 άτομα. Στην Κέρκυρα, «Νησί της σωτηρίας», όπως ονομάστηκε από τους Σέρβους, εγκαταστάθηκαν στα Γουβιά, έξι χιλιόμετρα βόρεια της πόλης της Κέρκυρας. Μέχρι τον Απρίλιο στην Κέρκυρα συγκεντρώθηκαν 151.828 στρατιώτες και πολίτες. Το κόστος των υλικών του εξοπλισμού και της συντήρησης του σερβικού στρατού ανέλαβε η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Οι πρώτες μέρες στην Κέρκυρα ήταν δραματικές για τους Σέρβους. Οι Σύμμαχοι δεν είχαν αρκετό χρόνο για να προετοιμαστούν επαρκώς για την υποδοχή των τόσων πολλών ανθρώπων. Δεν υπήρχε αρκετή τροφή, ρούχα, καύσιμα και εξοπλισμός όπως σκηνές. Ούτε οι καιρικές συνθήκες ευνόησαν τους Σέρβους στρατιώτες καθώς η βροχή έπεφτε συνεχώς για μέρες. Βρίσκονταν κουρασμένοι και εξαντλημένοι στην ύπαιθρο, χωρίς κηνή ή καταφύγιο, επτά ημέρες στην παγωμένη βροχή. Στο νησάκι της Βίδου αποβιβάστηκαν οι τραυματίες και οι άρρωστοι όπου, από τις 23 Ιανουαρίου έως τις 23 Μαρτίου 1916, 4.847 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Το μικρό αυτό νησί, όπου είχε στηθεί νοσοκομείο, είχε μετατραπεί σε «νησί του θανάτου». Η θάλασσα γύρω από αυτό έγινε τόπος ταφής για περίπου 5.400 νεκρούς οι οποίοι πετάχτηκαν εκεί λόγω έλλειψης χώρου, δημιουργώντας το γνωστό ως «Κυανούν Κοινοτάφιο». Από ευλάβεια και σεβασμό για τους νεκρούς ήρωες της Σερβίας οι Έλληνες ψαράδες για 50 χρόνια δεν ψάρευαν στην περιοχή.

Στην Κέρκυρα εγκαταστάθηκε προσωρινά και η Σερβική κυβέρνηση, για τρία έτη. Η επίσημη έκθεση του υπουργού πολέμου Μπόζινταρ Τέρζιτς αναφέρει ότι εξαφανίστηκαν, έχασαν τη ζωή τους, σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν 243.877 άτομα.

Μνημεία της πορείαςΕπεξεργασία

Κατά την υποχώρηση του σερβικού στρατού μέσω της Αλβανίας πολλοί στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους από το κρύο, την πείνα και την εξάντληση. Μερικοί από τους τάφους τους έχουν διατηρηθεί, όπως στην Σκόδρα και την Αυλώνα. Στο νησί του Βίδος υπάρχει μνημείο, μαυσωλείο με μουσείο.

ΠηγέςΕπεξεργασία

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Албанска голгота της Σερβικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).