Άνοιγμα κυρίου μενού

Συντεταγμένες: 39°10′01″N 22°52′59″E / 39.167°N 22.883°E / 39.167; 22.883

Αμαλιάπολη Μαγνησίας
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Αμαλιάπολη Μαγνησίας
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
ΠεριφέρειαΘεσσαλίας
ΔήμοςΔήμος Αλμυρού
Γεωγραφία και στατιστική
Περιφερειακή ενότηταΜαγνησίας
Πληθυσμός508 (2011)
Άλλα
Παλαιά ονομασίαΜιτζέλα

Η Αμαλιάπολη, γνωστή και ως Μιτζέλα, είναι παραθαλάσσιο χωριό του δυτικού Παγασητικού κόλπου, του Δήμου Αλμυρού της Περιφερειακής Ενότητας Μαγνησίας, στην Περιφέρεια Θεσσαλίας. Σύμφωνα με την Απογραφή του 2011, έχει 508 κατοίκους. Με το πρόγραμμα Καποδίστριας, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2010, ανήκε στον Δήμο Σούρπης. Στην τοπική κοινότητα ανήκει, επίσης, η νησίδα Άγιος Νικόλαος, με τον ομώνυμο ναό (1805), που λανθασμένα αναφέρεται ενίοτε με τις ονομασίες "Κίκινθος" (ή και "Κίκυνθος"), εξαιτίας εσφαλμένου εντοπισμού και σύγχυσης με την αρχαία νήσο "Κικύνηθο", η οποία ταυτίζεται, σύμφωνα με την συνολικά κρατούσα και μη αμφισβητούμενη άποψη, με το νησί του Τρίκερι (Παναγία ή Παλαιό Τρίκερι).[1]

ΙστορίαΕπεξεργασία

Η ίδρυση του χωριού το έτος 1835

Το χωριό δημιουργήθηκε το έτος 1835, στην ανατολική απόληξη της συνοριακής γραμμής του πρώτου ελληνικού κράτους, από κατοίκους του παλιού χωριού "Μουτζέλα" ή Μιτζέλα, το οποίο βρισκόταν στο βόρειο Πήλιο, βορειότερα από το χωριό Πουρί. Η ίδρυση της Αμαλιάπολης συνδέεται άμεσα, ως απότοκος, με τα γεγονότα της επανάστασης του 1821. Ειδικότερα, πολλοί κάτοικοι του χωριού εκείνου είχαν πάρει ενεργά μέρος στην επανάσταση του 1821, ενώ πρωταγωνιστικό ρόλο είχαν αναλάβει οι οπλαρχηγοί Γιώργος Γριζάνος και Δημήτριος Καλαμίδας (αντιστράτηγος των Ατάκτων), ο οποίος έπεσε μαχόμενος ηρωικά στη μάχη της Αταλάντης (1826), πληγωμένος από άνδρες του Αλβανού στρατηγού Μουστάμπεη[2], οι οποίοι στη συνέχεια διαμέλισαν το σώμα του[3]. Οι δύο οπλαρχηγοί και πολλοί Μιτζελιώτες αγωνιστές, μεταξύ των οποίων τα παιδιά του Δημητρίου Καλαμίδα Απόστολος, Γώγος, Αλέξης και Στεφανής, πήραν μέρος στα χρόνια του Αγώνα σε πολλές μάχες ανά την Ελλάδα, όπως στη Γατζέα Πηλίου, κατά την οποία φονεύτηκε ο Αλιό πασάς, στον Αλατά (Μηλίνα), στο Τρίκερι το 1823 και το 1827. Στην τελευταία αυτή μάχη (1827) που συγκροτήθηκε στις απότομες βραχοπλαγιές και τους γκρεμούς του Τισαίου όρους, πρωτοστάτησαν στην εξολόθρευση του στρατιωτικού σώματος αλλά και του ίδιου του επικεφαλής Αλβανού στρατηγού Νούρκα Σέβρανη, κρατώντας οι Καλαμιδαίοι ως λάφυρο τη σπάθα του. Ο Δημήτριος Καλαμίδας υπήρξε ο απεσταλμένος της ελληνικής πλευράς στη διαπραγμάτευση που έγινε στο κάστρο του Βόλου το 1823, για την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας ανάμεσα στους Θεσσαλομακεδόνες Έλληνες αγωνιστές και τους Τούρκους του Κιουταχή πασά.

Οι Μιτζελιώτες πολέμησαν επίσης με επιτυχία στην Πελοπόννησο κατά του Ιμπραήμ πασά (μάχες Νεόκαστρου Πύλου και Σχοινόλακα) και στην Αταλάντη, συνεργαζόμενοι συνήθως με τα μακεδονικά στρατεύματα και υπό την αρχηγεία του στρατηγού Καρατάσου. Ανέπτυξαν επίσης, κυρίως τα μέλη της οικογένειας Καλαμίδα, περιστασιακή καταδρομική δράση στο θαλάσσιο χώρο του βόρειου Αιγαίου, με ορμητήριο τη Σκόπελο.

Μετά από επίθεση, μάχη και την καταστροφή (εμπρησμό) που προκάλεσαν τα τούρκικα στρατεύματα το έτος 1828 (;) στο παλιό χωριό του Πηλίου, οι κάτοικοι το εγκατέλειψαν οριστικά και κατέφυγαν αρχικά στη Σκόπελο. Είχε προηγηθεί και άλλη επίθεση των Τούρκων το 1821 (ή 1823) στο χωριό, στα πλαίσια αντιποίνων για την επαναστατική δράση των κατοίκων του. Στη Σκόπελο οι Μιτζελιώτες παρέμειναν μέχρι το 1835. Το έτος αυτό ίδρυσαν τον σημερινό οικισμό, μετά από ενέργειες του οπλαρχηγού και εκλεγμένου μέλους της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης Γεωργίου Γριζάνου, ο οποίος πρωτοστάτησε στην ίδρυση της Αμαλιάπολης, πετυχαίνοντας την εξαγορά της αναγκαίας εδαφικής έκτασης από το ελληνικό Δημόσιο, για λογαριασμό των προσφύγων συμπατριωτών του.[3] Ο Γ. Γριζάνος ο οποίος εκτός από τη στρατιωτική είχε αναπτύξει και έντονη πολιτική δραστηριότητα, είχε προσωπική φιλική σχέση, τόσο με την πολιτική όσο και με τη θρησκευτική ηγεσία της εποχής του, και ιδίως, με τον ιεροδιάκονο Γρηγόριο Κωνσταντά, πρόσωπο ιδιαίτερα σεβαστό στην κεντρική Διοίκηση, όπως φαίνεται, από τις θέσεις στις οποίες κλήθηκε να υπηρετήσει ο Κωνσταντάς στα χρόνια της επανάστασης, αλλά και επί Καποδίστρια. Όπως λοιπόν αποδεικνύεται από τη σωζόμενη αλληλογραφία του Γριζάνου με τον Κωνσταντά, ο Γριζάνος ήδη ενεργούσε από το 1830 - 1831 για την εξασφάλιση τόπου μετεγκατάστασης των προσφύγων Μιτζελιωτών, προτείνοντας μάλιστα αρχικά ο ίδιος την εύφορη περιοχή της Β. Εύβοιας (Ωρεοί). Τελικά επιτεύχθηκε η εξαγορά της δημόσιας έκτασης στην δυτική ακτή του Παγασητικού κόλπου, η οποία ήταν ακατοίκητη και ονομαζόταν πριν την εγκατάσταση των Μιτζελιωτών "Μονολιά" ή "Σταυρός".[3] Το χωριό ανοικοδομήθηκε στο βάθος του όρμου που σχηματίζεται νότια από τη χερσόνησο "Κορακονήσι" (Καρακονήσι), σε πολεοδομικό σχέδιο το οποίο χαράχτηκε με την ευθύνη των αρμόδιων πολεοδόμων - νομομηχανικών (υπαλλήλων της νομαρχίας Φθιώτιδας) της εποχής της Αντιβασιλείας του Όθωνα, πιθανότατα Βαυαρών. Στον νέο αυτό οικισμό παραχωρήθηκαν αρκετά προνόμια από το κράτος, λόγω των άριστων σχέσεων των τοπικών αρχόντων, δηλαδή των Καλαμιδαίων, και του Γ. Γριζάνου με την κεντρική εξουσία. Αξιοσημείωτο μάλιστα είναι το γεγονός ότι οι γιοι του Δημητρίου Καλαμίδα, οι οποίοι υπηρέτησαν ως βαθμοφόροι στο στρατό του Καποδίστρια (1828) και στα Ελαφρά Τάγματα (1829), πήραν μέρος στην ένοπλη εμφύλια διαμάχη των ετών 1831 - 1832 (Κίνημα των Συνταγματικών), με την πλευρά των "Συνταγματικών" του Ι. Κωλέττη, η οποία και επικράτησε. [4] Ο Ι. Κωλέττης υπήρξε προσωπικός φίλος του πατέρα τους, ήρωα του 1821 Δημητρίου Καλαμίδα. Είναι προφανές ότι η αποκατάσταση των Μιτζελιωτών και η προνομιακή μεταχείριση της οποίας έτυχε ο οικισμός κατά την ίδρυσή του, μπορεί να αποδοθεί και στην προηγηθείσα φιλοκυβερνητική δραστηριότητα της οικογένειας Καλαμίδα. Το 1832 συναντούμε τους Απόστολο Καλαμίδα και Γεώργιο Γριζάνο με το βαθμό του χιλιάρχου, να ηγούνται του συνόλου του σώματος (χιλιαρχίας) των Πηλιορειτών (Θεσσαλομαγνήτων) στρατιωτών.[5] Ο Γεώργιος Γριζάνος έλαβε μέρος, ως οπλαρχηγός, και στο επαναστατικό κίνημα του 1854 για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, διατηρώντας με προσωπική του δαπάνη στρατιωτική ομάδα, ως το τέλος του κινήματος, που τερματίστηκε με την επέμβαση της Γαλλίας. Η ανδρεία και τα κατορθώματα του Μιτζελιώτη αρχηγού Γ. Γριζάνου στις μάχες του 1854 στην περιοχή του Βόλου, έμειναν στην ιστορία, μέσα από την παράδοση του ακόλουθου αποσπάσματος δημοτικού τραγουδιού:

...Κι οι Χότζηδες ανέβηκαν τότε στους μιναρέδες

και τον Γριζάνο κράζουνε ρεήμια (ενέχυρα, εγγυήσεις) να του δώσουν

να σταματήσ' τον πόλεμο να πάψει το κριλέσι.

- Δεν παύω, λέει, τον πόλεμο, δεν παύω το κριλέσι (αιματοχυσία)

θέλω ρεήμια Τούρκισες, Ρωμιές για να τις κάνω,

θέλω να πιάσω τον πασά, σκλάβο να τον επάρω...

Η ονομασία του χωριού ως "Αμαλιάπολη" προς τιμήν της βασίλισσας Αμαλίας

Μετά από αίτημα των κατοίκων του χωριού προς τη Γραμματεία των Εσωτερικών, εκδόθηκε στις 11(23) Ιουνίου 1839 βασιλικό διάταγμα με το οποίο αποφασίστηκε να ονομαστεί εφ' εξής ο νέος οικισμός "ΑΜΑΛΙΟΠΟΛΙΣ", για να επικρατήσει αργότερα το ορθότερο "Αμαλιάπολις".[3] Η ονοματοθεσία αυτή έγινε προς τιμήν της βασίλισσας Αμαλίας, συζύγου του Βαυαρού βασιλιά Όθωνα, αποτελώντας και διπλωματικό ελιγμό, για την εδαφική εξασφάλιση της παραμεθόριας περιοχής της Αμαλιάπολης - Σούρπης, η ένταξη της οποίας στο ελληνικό κράτος αμφισβητούταν έντονα από την οθωμανική πλευρά και είχε είχε γίνει αντικείμενο έντονης διένεξης κατά την χάραξη των ελληνοτουρκικών συνόρων λίγα χρόνια νωρίτερα. Η περιοχή ήταν μεγάλης στρατηγικής σημασίας για την ελληνική πλευρά, καθότι παρείχε τη δυνατότητα ελέγχου του Παγασητικού κόλπου, ο οποίος είχε παραμείνει στα χέρια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας μετά τη χάραξη των πρώτων συνόρων και μέχρι το έτος 1881.

Όπως είναι απόλυτα τεκμηριωμένο ιστορικά, δέκα ακριβώς χρόνια μετά την ίδρυση του οικισμού, συγκεκριμένα το έτος 1845 και στα πλαίσια περιοδείας, η βασίλισσα Αμαλία μαζί με τον Όθωνα επισκέφτηκε για πρώτη και τελευταία φορά το χωριό, το οποίο είχε ονομαστεί προς τιμήν της, έτυχε θερμής υποδοχής από τους κατοίκους και διανυκτέρευσε στο χωριό, φιλοξενούμενη στην οικία του βουλευτή Γ. Γριζάνου (στη θέση που βρίσκεται πλέον το ξενοδοχείο "Αμαλία").[6] Μετά την επίσκεψή της αυτή, λεπτομέρειες από την οποία κατέγραψε και στην προσωπική της αλληλογραφία, αποφάσισε, σε ανταπόδοση της τιμής που της είχε γίνει από τους κατοίκους του χωριού, δηλαδή της απόφασης για την ονομασία του οικισμού προς τιμήν της το έτος 1839, την ίδρυση και λειτουργία Παρθεναγωγείου στο χωριό με χρηματοδότηση από το προσωπικό της ταμείο, σχολείο το οποίο λειτούργησε για πολλές δεκαετίες.

Από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης της Αμαλιάπολης λειτούργησε επίσης δημοτικό σχολείο αρρένων, ένα από τα πρώτα είκοσι - τριάντα που λειτούργησαν πανελλαδικά[7] από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Το έτος 1852 ιδρύθηκε επιπλέον και Ελληνικό Σχολείο που παρείχε τη δυνατότητα στα παιδιά που αποφοιτούσαν από τα δημοτικά σχολεία της Αμαλιάπολης και των κοντινών χωριών να συνεχίσουν τις σπουδές τους στον τόπο τους. Ενδεικτικά, το έτος 1861 φοιτούσαν στο δευτεροβάθμιο αυτό σχολείο 20 παιδιά.[3]

Η Αμαλιάπολη ως ναυτικό κέντρο του 19ου αιώνα

Οι κάτοικοι του χωριού επιδόθηκαν κατά τον 19ο αιώνα στη ναυτιλία, συνεχίζοντας την σχετική παράδοση που είχε αναπτυχθεί στο παλιό χωριό του Πηλίου[8]. Στα μέσα του 19ου αιώνα η συντριπτική πλειονότητα των ανδρών του χωριού είχε ως κύριο μέσο βιοπορισμού τη ναυτιλία, είτε ως πλοιοκτήτες, είτε ως καπεταναίοι, ναυπηγοί και κατώτερο πλήρωμα. Τα ποντοπόρα πλοία του χωριού ταξίδευαν σ' όλα τα γνωστά λιμάνια της Μεσογείου, της Μαύρης θάλασσας και της βόρειας Ευρώπης. Από διάφορες αρχειακές πηγές από τις οποίες τεκμηριώνεται η επαγγελματική ενασχόληση του πληθυσμού, συνάγεται ότι η Αμαλιάπολη υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα ναυτικά κέντρα της χώρας κατά τον 19ο αιώνα, γνωρίζοντας παράλληλα σημαντική οικονομική ευημερία και αίγλη. Γνωστοί ναυτικοί του τόπου στα μέσα του 19ου αιώνα ήταν οι: Καρκαβέλας, Στεριανός, Σίσκος, Ρηγόπουλος, Σκαναβής, Σταματίου, Πετρόπουλος, Γριζάνος, Τσαλούχος, Καλογήρου, Φιλίππου, Σπανός, Παπάζογλου, Μάργαρης, Τσαλούχος, Αλεξανδρής, Ξάνθης, Καρβούνης, Καλαμίδας, Κιρμελής, Λαζόπουλος, Παναγιωτάρας, Σωτηρίου, Ευαγγελινάρας, Βαρούτσικος, Τσαγκαράκης, Τσιτσούλης. Κουλούμπαρδος, Αποστόλου, Λοΐζος, Τσιμουρόπουλος, Τσακνάκης, Χριστοδούλου, Φιλίππου, Ευσταθίου, Καρκαβέλας, Ξενογιάννης, Γιακουμόπουλος, Κουτσούκος, Καμπούρης, Παπαντωνίου, Τουφεξής, Τσιλιμίγκας κ.α. Ωστόσο στα τέλη του 19ου αιώνα η δραστηριότητα αυτή των κατοίκων ακολούθησε φθίνουσα πορεία και εγκαταλείφθηκε ολοκληρωτικά. Ακολούθησε η φυγή πολλών από τους παλιούς Μιτζελιώτες κατοίκους προς τα αστικά κέντρα, κυρίως τον Βόλο και την Αθήνα, σε αναζήτηση νέας επαγγελματικής ενασχόλησης[3].

Η αλιευτική δραστηριότητα των κατοίκων και η αγροτική οικονομία του 20ου αιώνα

Από τις αρχές του 20ου αιώνα παρατηρείται η μετοίκηση και μόνιμη εγκατάσταση στην Αμαλιάπολη αρκετών κατοίκων προερχόμενων από γειτονικές περιοχές, κυρίως από χωριά της περιοχής του Αλμυρού, οι οποίοι αναζητούσαν καλύτερη επαγγελματική προοπτική, αλλά και προσφύγων, οι οποίοι δραστηριοποιήθηκαν, κυριότερα, είτε ως εργάτες γης, είτε ως αλιείς. Συνέπεια του γεγονότος αυτού και της παράλληλης, σταδιακής εγκατάλειψής του από τους περισσότερους Μιτζελιώτες - πρωτοοικιστές του τόπου, ήταν η απώλεια της παραδοσιακής φυσιογνωμίας του οικισμού, και η μεταμόρφωση του, από φημισμένο και εύρωστο οικονομικά ναυτικό κέντρο, σε "γραφικό ψαροχώρι". Έτσι στις αρχές του 20ου αιώνα εμφανίζεται για πρώτη φορά το επάγγελμα του παράκτιου αλιέα μεταξύ των κατοίκων του χωριού, το οποίο σύντομα διαδόθηκε και γνώρισε άνθηση στα μέσα του 20ου αιώνα, αποτελώντας, μαζί με την ελαιοκαλλιέργεια, τη σημαντικότερη πηγή εσόδων για την τοπική οικονομία, μέχρι και τα τέλη του 20ου αιώνα. Πλέον, στις αρχές του 21ου αιώνα, και η αλιευτική δραστηριότητα τείνει να εγκαταλειφθεί. Στα μέσα του 20ου αιώνα εγκαταστάθηκαν επίσης μόνιμα στο χωριό αρκετές οικογένειες Σαρακατσαναίων νομάδων καταγόμενες από την περιοχή των Αγράφων και της Αιτωλοακαρνανίας, οι οποίες διαχείμαζαν στην γύρω περιοχή μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας (1881). Παράλληλα τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα στην Αμαλιάπολη άρχισε να αναπτύσσεται ο τουριστικός κλάδος, με τη δημιουργία αρκετών καταλυμάτων.

Η Αμαλιάπολη αποτέλεσε κατά τον 19ο αιώνα τον μικρότερο δήμο του ελληνικού βασιλείου και είχαν εγκατασταθεί στον οικισμό δημόσιες υπηρεσίες, όπως Ειρηνοδικείο, Τελωνείο, Υγειονομείο - Λοιμοκαθαρτήριο[9] Λιμεναρχείο και Ταχυδρομείο, ενώ μέχρι την προσάρτηση της Θεσσαλίας (1881) έδρευε στο χωριό στρατιωτικό απόσπασμα, επιφορτισμένο με τη φύλαξη της ελληνοτουρκικής μεθορίου, η οποία μαστιζόταν από το φαινόμενο της ληστείας[3]. Το απόσπασμα έδρευε σε οχυρό στρατώνα στην κορυφή του λόφου πάνω από τον οικισμό, ο οποίος είχε ανοικοδομηθεί κατά την ίδρυση του οικισμού (1835), βομβαρδίστηκε το 1943 από τους Γερμανούς, οπότε και υπέστη σημαντικές φθορές και κατεδαφίστηκε τέλος, τη δεκαετία του 1960 μετά την εκποίησή του από το ελληνικό δημόσιο σε ιδιώτη.

Το χωριό πυρπολήθηκε, αφού προηγουμένως βομβαρδίστηκε, στις 19 Αυγούστου 1943 από τους Ιταλούς, στα πλαίσια αντιποίνων των κατοχικών δυνάμεων για την προηγηθείσα επίθεση του Ε.ΛΑ.Σ στην πόλη του Αλμυρού.[3]

Από την Αμαλιάπολη κατάγονται αρκετές προσωπικότητες, όπως ο ναύαρχος Γεώργιος Καλαμίδας[5], ο βενιζελικός βουλευτής της περιόδου του Μεσοπολέμου Απόστολος Παπαοικονόμου, ο στρατηγός Ι. Καμπούρης, ο εικαστικός Κώστας Θετταλός κ.α. Μέλος της Εθνοσυνέλευσης του 1862 είχε εκλεγεί ο Κωνσταντίνος Δ. Καλαμίδας, ως πληρεξούσιος του χωριού, ενώ ο Γεώργιος Γριζάνος διετέλεσε εκλεγμένο μέλος της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης και βουλευτής του ελληνικού Κοινοβουλίου (εξελέγη στις εκλογές του 1844).[10]

ΑξιοθέαταΕπεξεργασία

Αξιοθέατο του χωριού αποτελεί ο ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος που θεμελιώθηκε το έτος 1856, ολοκληρώθηκε και εγκαινιάστηκε το έτος 1872, σε σχέδιο που εικάζεται ότι εκπόνησε ο αρχιτέκτονας Λύσανδρος Καυτατζόγλου.[11] Μέσα στα όρια του οικισμού της Αμαλιάπολης βρίσκεται και δεύτερος αξιόλογος, μικρότερος ναός, τιμώμενος επ' ονόματι των Τριών Ιεραρχών, ο οποίος είναι λιθόκτιστος και ανεγέρθηκε το έτος 1920 με δαπάνη της Ελένης, συζύγου (χήρας) του δημάρχου Αμαλιάπολης Νικολάου Γ. Γριζάνου. Το χωριό αποτελεί τουριστικό θέρετρο, με οργανωμένη παραλία, ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια, όπως και χώρους εστίασης. Στο χωριό διασώζονται λιγοστά παλιά κτίρια του 19ου αιώνα, καθώς η πλειοψηφία τους καταστράφηκε το έτος 1943, αλλά και αργότερα στους σεισμούς του 1980.

Στον όρμο της Αμαλιάπολης βρίσκεται το ακατοίκητο νησάκι Άγιος Νικόλαος, με τον ομώνυμο ναό (1805), ονομασία η οποία συναντάται ωστόσο σε χάρτες (πορτολάνους) τουλάχιστον από τον 16ο αιώνα, γεγονός το οποίο μας επιτρέπει να εικάσουμε ότι στο νησί υφίστατο και παλιότερα ναός τιμώμενος στη μνήμη του αγίου προστάτη των ναυτικών.[1] Το νησάκι αποτελεί ανακηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο, λόγω των διάσπαρτων κτιριακών καταλοίπων, μεταξύ αυτών και του ίδιου του σωζόμενου ναού του Αγ. Νικολάου, αλλά και των άφθονων κινητών ευρημάτων, τα οποία υπάρχουν σε όλο το νησί και καλύπτουν μια μακρά ιστορική περίοδο, από τα πρώιμα παλαιοχριστιανικά χρόνια ως τις αρχές του 19ου αιώνα.[12] Στο ναό του Αγίου Νικολάου τελείται εθιμοτυπικώς τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα και ο εορτασμός της Αγ. Μαρίνας (17 Ιουλίου). Στη θαλάσσια περιοχή του όρμου της Αμαλιάπολης εντοπίζονται δύο βυζαντινά ναυάγια, τα οποία έχουν ερευνηθεί από την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Γεώργιος Τσολάκης, "Η μυστηριώδης νησίδα Άγιος Νικόλαος της Αμαλιάπολης", στο ΔΕΛΤΙΟ της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού, τεύχος 22, (2018).
  2. Βλ. και Εφημερίδα "ΘΕΣΣΑΛΙΑ", ένθετο "Διαδρομές", φ. της 15-11-2009: Γ. Τσολάκη: Δ. Καλαμίδας, ο ηρωικός θάνατος του "λιονταριού" της Μαγνησίας.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 3,7 Στυλιανός Τσολάκης, Γεώργιος Τσολάκης, "Παλαιάς και Νέας Μιτζέλας άπαντα τα Ιστορικά", Πανεπιστημιακές εκδόσεις Θεσσαλίας, Βόλος 2009
  4. Γεώργιος Τσολάκης, "Η συμμετοχή των οπλαρχηγών Καλαμιδαίων στο κίνημα των Συνταγματικών του Ι. Κωλέττη 1831-1832, στο ΔΕΛΤΙΟ της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού "Όθρυς", τεύχος 14ο (2010). Του ιδίου, "Οι Καλαμιδαίοι της Μιτζέλας", έκδοση Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού, 2012, σελ. 131 επ.
  5. 5,0 5,1 Γεώργιος Τσολάκης, "Οι Καλαμιδαίοι της Μιτζέλας", έκδοση της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού, 2012.
  6. Γεώργιος Τσολάκης, "Η επίσκεψη των βασιλέων Όθωνα και Αμαλίας στην Αμαλιάπολη και τη Σούρπη το έτος 1845", στο ΔΕΛΤΙΟ της Φιλαρχαίου εταιρείας Αλμυρού "ΌΘΡΥΣ", τεύχος 21 (2017)
  7. Δέσποινα Κωστούλα, "Συμβολή στην ιστορία της εκπαίδευσης, έγγραφα για τα δημοτικά σχολεία της Αμαλιάπολης 1842-1847", στο ΔΕΛΤΙΟ της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού "ΟΘΡΥΣ", τεύχος 2 (1998).
  8. Γεώργιος Τσολάκης, "Η ναυτική ιστορία της Παλιάς Μιτζέλας", στο συλλογικό έργο "Ήρθαν τα καράβια τα ζαγοριανά", επιμ. Αλ Καπανιάρη - Νικ. Τσούκα, έκδοση του φορέα "Μαγνήτων Κιβωτός", Βόλος 2015.
  9. Γεώργιος Τσολάκης, "Το Λοιμοκαθαρτήριο Αμαλιάπολης", στο ΔΕΛΤΙΟ της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού, τεύχος 13 (2009)
  10. Γεώργιος Τσολάκης, "Όταν η Αμαλιάπολη εξέλεγε βουλευτές - Σελίδες από την πολιτική ιστορία της περιφέρειας Αλμυρού", στο :ΠΡΑΚΤΙΚΑ Ε΄ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΑΛΜΥΡΙΩΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, Αλμυρός 2018 (έκδοση δήμου Αλμυρού)
  11. Γρηγόρης Πουλημένος, "Από τον χριστιανικό Παρθενώνα στον Λύσανδρο Καυταντζόγλου", Αθήνα 2006
  12. «Κήρυξη ως αρχαιολογικού χώρου νήσου Κικίνθου Κοιν. Αμαλιάπολης Ν. Μαγνησίας». Υπουργείο Πολιτισμού. Ανακτήθηκε στις 14 Μαΐου 2017.