Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο συνταγματάρχης Αμπντούλ Καντίρ (194422 Απριλίου 2014) γεννήθηκε στο Χεράτ και εκπαιδεύτηκε ως πιλότος στη Σοβιετική Ένωση. Το 1973 συμμετείχε επίσης στο πραξικόπημα μετά το οποίο σχηματίσθηκε η Δημοκρατία του Αφγανιστάν υπό την Προεδρία του Μοχάμεντ Νταούντ Χαν. Το 1978 ήταν ο επικεφαλής των μοιρών της Αφγανικής Πολεμικής Αεροπορίας που επιτέθηκαν στον ραδιοτηλεοπτικό σταθμό του Αφγανιστάν κατά τη διάρκεια της Εξέγερσης του Σαούρ. Διετέλεσε ηγέτης της χώρας για τρεις ημέρες, όταν το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα του Αφγανιστάν ανέλαβε την εξουσία και κήρυξε την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας του Αφγανιστάν.

Αμπντούλ Καντίρ
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1944
Χεράτ
Θάνατος22  Απριλίου 2014
Καμπούλ
Χώρα πολιτογράφησηςΑφγανιστάν
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
στρατιωτικός
υπουργός
Πολιτική τοποθέτηση
Πολιτικό κόμμα/ΚίνημαΛαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα του Αφγανιστάν
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατόςαρχιστράτηγος/
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΠρόεδρος του Επαναστατικού Συμβουλίου του Αφγανιστάν

Πίνακας περιεχομένων

Η Δημοκρατική Επανάσταση του 1973Επεξεργασία

Ο πρώην πρωθυπουργός Μοχάμεντ Νταούντ Χαν ηγήθηκε του πραξικοπήματος με τον στρατηγό Αμπντούλ Καρίμ Μουσταγκνί, ο οποίος ήταν επιτελάρχης των ενόπλων δυνάμεων. Ο Νταούντ υποσχέθηκε τη ριζική μεταρρύθμιση της χώρας, τη νομιμοποίηση των πολιτικών κομμάτων και άλλες μεταρρυθμίσεις. Στο κόμμα Παρτσάμ προσφέρθηκαν τέσσερις θέσεις υπουργών στην κυβέρνηση του Νταούντ. Ως μέλος του Παρτσάμ, ο Καντίρ διορίστηκε υποδιοικητής της αφγανικής πολεμικής αεροπορίας, ενώ ένας άλλος υποστηρικτής του Παρτσάμ, ο στρατηγός Ζιά Μοχαμαντζί Ζιά, διορίστηκε επικεφαλής του στρατού του Αφγανιστάν. Ωστόσο, μέχρι το 1974 ο Νταούντ απομάκρυνε και υποβάθμισε πολλούς υπουργούς του Παρτσάμ στην κυβέρνηση του. Έτσι, ο Καντίρ υποβαθμίστηκε ως επικεφαλής του στρατιωτικού σφαγείου της Καμπούλ. Πολλοί υποστηρικτές του Παρτσάμ, συμπεριλαμβανομένου του Καντίρ, δήλωσαν την πίστη τους στο κόμμα Χαλκ.[1]

Τον Απρίλιο του 1978, ο Νταούντ και ο σκληροπυρηνικός Υπουργός Εσωτερικών, στρατηγός Αμπντούλ Καντίρ Χαν Νουριστανί, ξεκίνησαν μια οξεία κυβερνητική καταστολή κατά του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος του Αφγανιστάν. Οι ενέργειες αυτές αποδείχθηκαν λανθασμένες. Ο στρατηγός Καντίρ και ο συνταγματάρχης Μοχαμάντ Ασλάμ Βαταντζάρ, ακόμη ένα σημαίνων στρατιωτικό μέλος του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος, απέφυγαν τη σύλληψη και στις 27 Απριλίου ο Χαφιζουλάχ Αμίν κατάφερε να παραβιάσει τη διαταγή για επανεκκίνηση του πραξικοπήματος.[2]

Η Εξέγερση του ΣαούρΕπεξεργασία

Επίσης διέταξε την επίθεση εναντίον του Αργκ και κατά του βασιλικού ανακτόρου του Προέδρου Μοχάμεντ Νταούντ Χαν. Ο διοικητής των τεθωρακισμένων ήταν ο συνταγματάρχης Ασλάμ Βαταντζάρ, του πρώτου τάγματος της 4ης ταξιαρχίας τεθωρακισμένων. Τα στρατεύματα υπό την διοίκηση τους κατέλαβαν την Καμπούλ. Η κυβέρνηση έπεσε και ο Νταούντ σκοτώθηκε.[3]

Στις 19:00 της 27ης Απριλίου, ο Καντίρ ανακοίνωσε μέσα από το Ραδιόφωνο του Αφγανιστάν, στη γλώσσα νταρί, ότι είχε ιδρυθεί Επαναστατικό Συμβούλιο των Ενόπλων Δυνάμεων, με επικεφαλής τον ίδιο. Η αρχική διακήρυξη των αρχών του Συμβουλίου, που εκδόθηκε αργά το βράδυ της 27ης Απριλίου, ήταν μια μη δεσμευτική επιβεβαίωση των ιδεωδών των Ισλαμικών, δημοκρατικών και αδέσμευτων ιδεωδών:

Για πρώτη φορά στην ιστορία του Αφγανιστάν, αναφέρθηκε στο ραδιόφωνο, τα τελευταία υπολείμματα της μοναρχίας, της τυρρανίας και του δεσποτισμού … είχαν εξαλειφθεί, και όλες οι εξουσίες του κράτους βρίσκονται πλέον στα χέρια του λαού του Αφγανιστάν.

Το Επαναστατικό Συμβούλιο το οποίο σχηματίστηκε από τον ίδιο τον Χαφιζουλάχ Αμίν και τον στρατηγό Μοχαμάντ Ασλάμ Βαταντζάρ, ανέλαβε τον έλεγχο της χώρας μέχρι να σχηματιστεί μια πολιτική κυβέρνηση. Στις 30 Απριλίου, το νεοσυσταθέν Επαναστατικό Συμβούλιο του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος (με τον Νουρ Μουχαμάντ Ταρακί και τον Μπαμπράκ Καρμάλ στην ηγεσία του) εξέδωσε το πρώτο από μια σειρά σημαδιακών διαταγμάτων. Το διάταγμα κατάργησε επίσημα το επαναστατικό συμβούλιο των ενόπλων δυνάμεων. Ένα δεύτερο διάταγμα, που εκδόθηκε την 1η Μαΐου, όρισε τα μέλη του πρώτου υπουργικού συμβουλίου όπου ο Καντίρ συμπεριλήφθηκε ως Υπουργός Άμυνας.[4]

Μέλος της κυβέρνησης του ΧαλκΕπεξεργασία

Έγινε Υπουργός Άμυνας, για τρεις μήνες από τον Μάιο του 1978. Στις 6 Μαΐου, ο Καντίρ ζήτησε από τους σοβιετικούς διοικητές συμβουλές σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης όλων των ατόμων που έχουν συλληφθεί. Στις 17 Αυγούστου ο Καντίρ, ακόμη υπουργός Άμυνας, συνελήφθη για τη συμμετοχή του σε συνωμοσία που φέρεται ότι είχε οργανωθεί από τους εξόριστους του Παρτσάμ. Δεδομένου ότι ο Καντίρ παρέμεινε δημοφιλής στον στρατό, ο Πρόεδρος Ταρακί δεν τόλμησε να τον εκτελέσει και, αντ' αυτού, τον καταδίκασε σε δεκαπέντε χρόνια φυλάκισης.[3]

Η πολιτική του Ταρακί και του Χαφιζουλάχ Αμίν να ξεφορτωθούν ανθρώπους που θεωρούνταν ακατάλληλοι για να συγκεντρώσουν όλη την εξουσία στα χέρια τους έγινε πολύ εμφανής. Ο Πρωθυπουργός Αμίν ανέφερε αργότερα:[5]

Το κόμμα δεν μπορούσε να μετατρέψει τον Καντίρ σε έναν πραγματικό μαρξιστή-λενινιστή, έτοιμο να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε αρνητική επίδραση. Αυτό ήταν το λάθος μας.

Μέλος της κυβέρνησης του ΠαρτσάμΕπεξεργασία

Μετά τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν το 1979 όπου δολοφονήθηκε ο Χαφιζουλάχ Αμίν, ο Καντίρ αποφυλακίστηκε από το νέο καθεστώς του Μπαμπράκ Καρμάλ, αποκτώντας και πάλι τις πολιτικές θέσεις που είχε στο Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα του Αφγανιστάν προτού φυλακιστεί. Διορίστηκε και πάλι Υπουργός Άμυνας (1982–1985) κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Μπαμπράκ.[3]

Μετά τη σοβιετική εισβολή, η Καμπούλ τέθηκε σε κατάσταση πολιορκίας. Οι γέφυρες φράχθηκαν, στήθηκαν εμπόδια και κρυφές ενέδρες σε όλους τους δρόμους που οδηγούσαν στην πόλη. Ο Καντίρ έγινε διοικητής της πόλης. Στο πλαίσιο των αλλαγών στην ηγεσία της χώρας, παραιτήθηκε από το Πολιτικό Γραφείο του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος του Αφγανιστάν τον Νοέμβριο του 1985, και έναν χρόνο αργότερα διορίστηκε πρέσβης στη Βαρσοβία της Πολωνίας από τον πρόεδρο Μοχαμάντ Νατζιμπουλάχ. Ανακλήθηκε στο Αφγανιστάν το 1988 και στη συνέχεια εκλέχθηκε στο Κοινοβούλιο. Μετά την αποχώρηση των Σοβιετικών το 1989, λέγεται ότι διέφυγε στη Βουλγαρία και ζήτησε πολιτικό άσυλο.[3]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Arnold, Anthony (1985). Afghanistan: The Soviet Invasion in Perspective. Stanford: Hoover Press. σελ. 62. ISBN 9780817982133. 
  2. Tanwir, Dr M. Halim (2013). Afghanistan: History, Diplomacy and Journalism Volume 1. London: Xlibris Corporation. σελ. 265. ISBN 9781479760909. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Clements, Frank; Adamec, Ludwig W. (2003). Conflict in Afghanistan: An Encyclopedia. Santa Barbara, California: ABC-CLIO Ltd. σελ. 207. ISBN 1851094024. 
  4. Saikal, Amin (2004). Modern Afghanistan: A History of Struggle and Survival. London: I.B.Tauris. σελ. 188. ISBN 9780857714787. 
  5. Vasili Mitrokhin (Ιούλιος 2009). «The KGB in Afghanistan». Woodrow Wilson International Center for Scholars. Ανακτήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2019. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία