Άνοιγμα κυρίου μενού
Για άλλες χρήσεις, δείτε: Ανδρομάχη.
Η έκδοση του 1866

Η Ανδρομάχη είναι τραγωδία σε πέντε πράξεις του Γάλλου θεατρικού συγγραφέα Ρακίνα και γράφτηκε σε αλεξανδρινό στίχο. Η πρώτη παρουσίαση του έργου έγινε στις 17 Νοεμβρίου 1667 στην αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ στο Λούβρο στα ιδιαίτερα δώματα της βασίλισσας, Μαρί Τερέζ, από τον βασιλικό θίασο ηθοποιών που αποκαλείτο "les Grands Comédiens", με την Τερέζ ντι Παρκ (Thérèse Du Parc) στον ρόλο της Ανδρομάχης. Ο θίασος έδωσε την πρώτη δημόσια παράσταση δύο μέρες αργότερα στο Hôtel de Bourgogne στο Παρίσι.[1] Η Ανδρομάχη, τρίτο έργο του Ρακίνα, το οποίο έγραψε σε ηλικία 27 ετών, καθιέρωσε τη φήμη του συγγραφέα στη Γαλλία.

Η δομή της τραγωδίαςΕπεξεργασία

Η Ανδρομάχη είναι σύζυγος του Έκτορα, πρίγκιπα της Τροίας. Μετά την άλωση της Τροίας από τους Αχαιούς η Ανδρομάχη από πριγκίπισσα γίνεται λάφυρο στα χέρια του Πύρρου (Νεοπτολέμου), γιου του Αχιλλέα, και μεταφέρεται στο παλάτι του στο βασίλειο της Ηπείρου. Μαζί της μεταφέρουν και το μικρό παιδί της, τον Αστυάνακτα, που ουσιαστικά είναι ο μοναδικός απόγονος και συνεχιστής των Τρώων. Εκεί όμως η Ανδρομάχη έρχεται αντιμέτωπη με μια πολύ δύσκολη κατάσταση: ο Πύρρος -ο πατέρας του οποίου, ο Αχιλλέας, σκότωσε τον Έκτορα- την ερωτεύεται παθιασμένα. Η ίδια δεν νιώθει παρά μίσος για τον Πύρρο. Είναι μια μητέρα που υποφέρει για το παιδί της, καθώς ο Πύρρος το κρατά φυλακισμένο. Επίσης, ο Πύρρος μέσω του παιδιού την εκβιάζει να ενδώσει στον έρωτά του λέγοντας ότι θα χάσει το παιδί της για πάντα. Η Ανδρομάχη, όμως είναι μια πολύ υπερήφανη γυναίκα που δεν θέλει να προδώσει τον νεκρό της άντρα και τη γενιά της και να ενδώσει στον έρωτα ενός ανθρώπου που στο πρόσωπό του βλέπει τον φονιά του άνδρα της. Ο μόνος της στόχος είναι να καταφέρει να πείσει τον Πύρρο να την αφήσει να φύγει μαζί με το παιδί της και να ζήσει ελεύθερα, ενώ αυτός να παντρευτεί την Ερμιόνη, που όλο αυτό τον καιρό ζει παραμελημένη στο παλάτι. Δυστυχώς όμως αυτό δεν το πετυχαίνει.

Η κατάσταση δυσκολεύει ακόμα περισσότερο όταν ο Ορέστης έρχεται στο βασίλειο της Ηπείρου φέρνοντας τα άσχημα νέα, ότι οι Αχαιοί επιθυμούν τον θάνατο του γιου της. Ο Πύρρος για άλλη μια φορά εκβιάζει την Ανδρομάχη. Για να σώσει το παιδί της πρέπει να τον παντρευτεί. Η υπερηφάνεια και το σθένος που δείχνει έναντι αυτού του σκληρού βασιλιά είναι μεγάλη. Αρχικά δεν δέχεται την πρότασή του, πιστεύοντας ότι ο Πύρρος δεν θα ενδώσει στις πιέσεις των Ελλήνων, μόλις όμως καταλαβαίνει τη σοβαρότητα της κατάστασης δεν της μένει άλλος δρόμος παρά να δεχτεί τον γάμο. Το κρυφό της σχέδιο είναι να σκοτωθεί την ώρα που θα παντρεύεται τον Πύρρο, ενώ ταυτόχρονα η ακόλουθή της να πάρει το παιδί και να το μεγαλώσει κάπου μακριά. Όλες οι ενέργειές της την οδηγούν στον θάνατο αλλά και στη σωτηρία του παιδιού της. Βέβαια, στο τέλος δεν πεθαίνει η ίδια αλλά ο Πύρρος, τον οποίον φονεύουν οι Αχαιοί στρατιώτες του Ορέστη όταν τον βλέπουν να νυμφεύεται την Ανδρομάχη.

Ανάλυση του έργουΕπεξεργασία

Όσον αφορά στον κοινωνικό της περίγυρο, η Ανδρομάχη θεωρείται απλό λάφυρο που ήρθε από την Τροία, μια επιβεβαίωση της νίκης και της δύναμης των Αχαιών αλλά και του Πύρρου. Ο ίδιος θα ήθελε άλλη συμπεριφορά από εκείνη, αλλά το μόνο που παίρνει είναι ψυχρότητα και αδιαφορία. Η ανωτερότητα και η υπερηφάνεια της σύμφωνα με τον κοινωνικό της περίγυρο οφείλεται κυρίως στην ελευθερία και στην αγάπη που της έχει ο Πύρρος και στην επιθυμία του να μην την κακομεταχειριστεί. Επίσης, οι άνθρωποι που είναι γύρω της κατακρίνουν τη συμπεριφορά της, αφού σύμφωνα με την τωρινή της ιδιότητα –μια δούλα, ένα λάφυρο- δεν επιτρέπεται να ενεργεί και να μιλά με αυτόν τον τρόπο. Γενικότερα όμως, οι γυναίκες της εποχής δεν έφερναν αντιρρήσεις στους άνδρες πόσο μάλλον σε έναν βασιλιά. Φυσικά η Ανδρομάχη έχει βασιλική καταγωγή και για αυτό η συμπεριφορά της δικαιολογείται.

Πλέον, μετά τον θάνατο του άνδρα της, ο μόνος ρόλος που μπορεί να έχει κοινωνικά είναι εκείνος της μητέρας, όχι της συζύγου. Ο συγγραφέας έτσι, ευνοεί την ηρωίδα από πολλές απόψεις. Μπορεί να έχει αυτή την «αποκλίνουσα» συμπεριφορά αλλά τη δικαιολογεί απόλυτα, θεωρώντας ότι οι πληγές από τον πόλεμο που έζησε είναι ακόμα νωπές. Την εκλαμβάνει ως άτομο με προσωπικές επιθυμίες αλλά στο τέλος γίνεται ένας απλώς εκτελεστής του καθήκοντος για να σώσει το παιδί της. Η σχέση της άλλωστε με τον Πύρρο δεν είναι καθόλου καλή. Η Ανδρομάχη τον βλέπει ως κατακτητή, ως καταστροφέα της ζωής της και φονιά του άνδρα της. Σε πολλές περιπτώσεις αυτενεργεί χωρίς όμως να παίρνει πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή του παιδιού της. Έτσι δεν μπορεί να ενεργήσει με βάση τις δικές της απόψεις αν εξαιρέσουμε στο τέλος που αποφασίζει με τον γάμο της να θέσει τέλος στη ζωή της.

Η Ανδρομάχη φαίνεται να διαθέτει συνείδηση της κοινωνικής κατωτερότητας της αλλά δεν αντιδρά ως προς αυτήν την κοινωνική θέση που κατέχει πλέον με μόνο σκοπό να σωθεί το παιδί της. Είναι μια έξυπνη γυναίκα με παιδεία που όμως έχει βρεθεί σε ένα αδιέξοδο και δυστυχώς δεν της απομένουν άλλες λύσεις. Ο τρόπος γραφής του συγγραφέα παραπέμπει και στα δεδομένα της εποχής του κατά κάποιον τρόπο. Δείχνει τις επιλογές που είχε να διαλέξει μια γυναίκα μόνη χωρίς σύζυγο με ένα παιδί, δείχνει το τι θα μπορούσαν να κάνουν οι άνθρωποι για τον έρωτα παρουσιάζοντας ένα ερωτικό «γαϊτανάκι» και τέλος δείχνει το τι θα μπορούσε να κάνει μια μητέρα για το παιδί της.

Εντέλει, η Ανδρομάχη ανάγεται σε μοναδικό σύμβολο ειρήνης αφού αρνείται κάθε προοπτική πολέμου, ακόμα και τα σχέδια του Πύρρου να αναστήσει μέσω του Αστυάνακτα την χαμένη Τροία. Είναι η μόνη που ξέρει καλύτερα από όλους τι θα πει πόλεμος και δεν θα ήθελε σε καμία περίπτωση να το ξαναζήσει.

Σύγχρονη υποδοχή και προσαρμογές του έργουΕπεξεργασία

Αντίθετα από την πλειονότητα των έργων του Ρακίνα, η Ανδρομάχη δεν έχασε τη δημοτικότητά της, και η τραγωδία αυτή θεωρείται ένα από τα πλέον αξιοσέβαστα έργα του ρεπερτορίου της Comédie-Française. Είναι επίσης κλασικιστικό έργο στο διδακτικό πρόγραμμα των Γαλλικών σχολείων.

Η ταινία του Ζακ Ριβέτ (Jacques Rivette) L'Amour fou επικεντρώνεται στις πρόβες μιας παραγωγής της Ανδρομάχης.

Με τη σειρά του ο συνθέτης Αντρέ Γκετρί (André Grétry) έγραψε μια τρίπρακτη ομότιτλη όπερα, με ένα λιμπρέτο βασισμένο στο έργο του Ρακίνα, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1780. Επιπλέον η δίπρακτη όπερα Ερμιόνη του Ροσίνι, του 1819, είναι βασισμένη στο έργο του Ρακίνα.

ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Pocket Classiques (1998), σ. 166.

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  1. Racine, Jean (1998). Andromaque. Pocket Classiques. Éditions Pocket. ISBN 978-2-266-08279-2. 

ΔιαδίκτυοΕπεξεργασία