Άνοιγμα κυρίου μενού

Αποστολή παιδιών στις Λαϊκές Δημοκρατίες από τον ΔΣΕ

Κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφύλιου, και ειδικά το 1948-1949, ένας αριθμός παιδιών που εκτιμάται γύρω στις 25.000 απομακρύνθηκε από τις εστίες του, κυρίως από τη Βόρεια Ελλάδα, και οδηγήθηκε σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης από το Δημοκρατικό Στρατό και την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση ("Κυβέρνηση του Βουνού"). Κατά την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση, ο λόγος αυτής της πράξης ήταν η προστασία των παιδιών από τον πόλεμο και τον "Μοναρχο-φασισμό". Άποψη ορισμένων σύγχρονων ιστορικών είναι ότι τα αίτια ήταν περισσότερο στρατιωτικά και λιγότερο ανθρωπιστικά.[1] Η μεταφορά αυτή των παιδιών χαρακτηρίστηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση με τον ψυχολογικά φορτισμένο όρο "παιδομάζωμα" για να γίνεται παραλληλισμός με την εξαναγκασμένη απομάκρυνση των παιδιών των Ελλήνων από τους Τούρκους. Για το θέμα αυτό, το 1949 εκδόθηκε σειρά τριών ελληνικών γραμματοσήμων με τον τίτλο "Παιδομάζωμα". Η τότε Ελληνική Κυβέρνηση έφερε αυτό το θέμα στον ΟΗΕ χαρακτηρίζοντας το γεγονός "γενοκτονία". Αυτή ήταν και η πρώτη παγκοσμίως χρήση της λέξης σε επίσημο έγγραφο. Ειδική επιτροπή του ΟΗΕ διερεύνησε επιτόπου τις καταγγελίες. Το "παιδομάζωμα" έγινε αντικείμενο προπαγάνδας και αντιπροπαγάνδας από τις αντιμαχόμενες πλευρές του Εμφυλίου, καθώς και αργότερα, μέχρι τη σύγχρονη εποχή.

ΙστορικόΕπεξεργασία

Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς άρχισε αυτή η πρακτική από την Κυβέρνηση του Βουνού (ΚτΒ). Η έκθεση της Επιτροπής του ΟΗΕ αναφέρει ότι άρχισε τον Ιανουάριο του 1948. Γραπτές επικοινωνίες της ΚτΒ για σχετική δραστηριότητα υπάρχουν από την 30 Ιαν. 1948. Στις 27 Φεβρουαρίου 1948 η ελληνική κυβέρνηση κατήγγελε στην Ειδική Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Βαλκάνια ότι:

"Ελληνόπουλα μετακινούνται διά της βίας από τους αντάρτες πέρα από τα σύνορα, την Αλβανία, τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία, καθώς και σε άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και κρατούνται στις χώρες αυτές. [...] Πράκτορες του "Στρατηγού" Μάρκου έχουν αρχίσει απογραφή παιδιών, ηλικίας 3 έως 14 ετών, στη Βόρεια Ελλάδα".

Η αναφορά κατέληγε με την άποψη της Ελληνικής Κυβέρνησης ότι αυτή η πράξη ήταν έγκλημα γενοκτονίας. [2]

Στις 3 Μαρτίου 1948, ο ραδιοφωνικός σταθμός των ανταρτών μετέδωσε ότι οι χώρες της Κομινφόρμ (κράτη της Ανατολικής Ευρώπης με κομμουνιστικό καθεστώς) είχαν δεχτεί να προσφέρουν φιλοξενία στα θύματα των Αμερικανών:

«Στο τελευταίο βαλκανικό συνέδριο των Νέων, το οποίο πραγματοποιήθηκε στο Βελιγράδι στις 3 Μαρτίου 1948, μετά από πρόταση του Έλληνα αντιπροσώπου, αποφασίσθηκε ομόφωνα από όλους τους αντιπροσώπους των δημοκρατικών χωρών να ενδιαφερθούν και να δώσουν βοήθεια σε 12.000 παιδιά από την Ελλάδα. Τα παιδιά αυτά είναι ηλικίας 3-15 ετών. Αυτά θα μεταφερθούν στις γειτονικές δημοκρατικές χώρες, όπου θα τους παρασχεθεί βοήθεια και εκπαίδευση. Για κάθε 25 παιδιά θα υπάρχει μια δασκάλα η οποία θα τα φροντίζει»[3]

Στις 7 Μαρτίου 1948, η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση (γνωστή και ως "Κυβέρνηση του Βουνού") ανακοίνωσε την απόφασή της για την αποστολή παιδιών στις ανατολικές χώρες. Ισχυριζόταν ότι αυτό γινόταν, μεταξύ άλλων, για να προστατεύσει τα παιδιά διότι υπήρχε "τελευταία διαταγή της Φρειδερίκης ... να συγκεντρώσουν όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά ... και να τα βάλουν αναγκαστικά στις αγαπητές της χιτλερικές οργανώσεις νεολαίας". Αυτή η "τελευταία διαταγή της Φρειδερίκης" πιστεύεται ότι αναφέρεται σε συνάντηση που είχε η βασίλισσα με υπουργούς την 6 Μαρτίου.[4]

Όμως η οργάνωση των αποστολών είχε ξεκινήσει από τον Ιανουάριο, αλλά κρατούνταν μυστικές μέχρι οι καταγγελίες της ελληνικής κυβέρνησης να αναγκάσουν την ηγεσία του ΚΚΕ να τοποθετηθεί δημόσια. Πιστεύεται ότι το ΚΚΕ έλαβε αυτή την απόφαση λόγω της δυσμενούς εξέλιξης του εμφυλίου. Με το μέτρο αυτό οι γονείς των παιδιών που στρατολογούνταν με τη βία, και ιδιαίτερα οι μάνες, μπορούσαν να πολεμούν απρόσκοπτα και με μειωμένο τον κίνδυνο της λιποταξίας. Σε αυτό συνηγορούν και τα στοιχεία που δείχνουν ότι πολλά από τα παιδιά του «παιδομαζώματος» είχαν γονείς ή αδέλφια στο αντάρτικο. Το ίδιο επιβεβαίωνε και η μετάδοση της είδησης της 3 Μαρτίου 1948 από το Δ.Σ., όπου ανέφερε ότι έτσι οι γονείς μπορούσαν απερίσπαστα και απρόσκοπτα να συμμετάσχουν «στην πολεμική προσπάθεια για τη συντριβή του μοναρχοφασισμού".[5]

Ταυτόχρονα, τα εν λόγω παιδιά και οι έφηβοι θα χρησιμοποιούνταν ως εφεδρείες και βοηθητικό προσωπικό. Ήδη στις αρχές του 1949 σε χώρες όπως η Βουλγαρία και η Τσεχοσλοβακία συγκεντρώθηκαν μερικές εκατοντάδες νέοι κάτω των 18, πολλοί και κάτω των 14, για να σταλούν στην Ελλάδα να ενταχθούν στον Δημοκρατικό Στρατό. Ακόμα και η κομματική ηγεσία αντέδρασε στην αποστολή ορισμένων, καθώς ήταν καχεκτικοί και ακατάλληλοι για πόλεμο. Ταυτόχρονα έκλεισαν τα σύνορα της Γιουγκοσλαβίας και η όλη επιχείρηση επαναπροώθησης νεαρών μαχητών στην Ελλάδα δεν πραγματοποιήθηκε. Σύμφωνα όμως με Γιουγκοσλαβικές και Πολωνικές πηγές, περί τα 2000 παιδιά από στρατόπεδα της Αν. Ευρώπης στάλθηκαν στον Εμφύλιο.[6]

Στην Ανατολική ΓερμανίαΕπεξεργασία

Στην Αν. Γερμανία σtάλθηκαν περίπου 1.100 έως 1.250 παιδιά, τα περισσότερα αφού είχαν φιλοξενηθεί αρχικά στη Βουλγαρία. Λόγω των καλύτερων συνθηκών ζωής, ένας αριθμός παιδιών ζήτησε να μεταφερθεί εθελοντικά από τη Βουλγαρία στην Αν. Γερμανία. Μαζί τους μετανάστευσαν στη Γερμανία μερικές δεκάδες ενηλίκων δασκάλων, νοσοκόμων, παιδαγωγών και στελεχών του ΚΚΕ. Τις ενέργειες για την αποστολή των παιδιών διηύθυνε ο Πέτρος Κόκκαλης, υπουργός Κοινωνικών Υποθέσεων και Παιδείας της λεγόμενης Κυβέρνησης του Βουνού.

Τα παιδιά ζούσαν στην περιοχή Radebeul κοντά στη Δρέσδη, υπό την αυστηρή εποπτεία του ΚΚΕ και των Γερμανικών Αρχών. Η διαπαιδαγώγησή τους είχε έντονα στρατιωτικά χαρακτηριστικά και είχε ως στόχο να γίνουν μαχητές για την "απελευθέρωση της Ελλάδας από τον Μοναρχο-Φασισμό". Οι μετακινήσεις τους και οι επαφές με τους Γερμανούς ήταν περιορισμένες, και η αλληλογραφία με τις οικογένειές τους ελεγχόταν από το ΚΚΕ. Καθώς τα παιδιά γίνονταν ενήλικες και αποκτούσαν ιδιωτική ζωή, εργασίες και νοικοκυριά, διασκορπίστηκαν σε διάφορες πόλεις της Αν. Γερμανίας. Ταυτόχρονα, έδειχναν όλο και λιγότερη προθυμία να υπακούουν σε συμβουλές και εντολές του ΚΚΕ. Το 1955 για πρώτη φορά επιτράπηκε σε 630 νεαρούς να επισκεφθούν τους γονείς τους που ζούσαν στη Ρουμανία, την Τσεχοσλοβακία, τη Βουλγαρία και άλλες ανατολικές χώρες. Μερικοί διέφυγαν στο Δυτικό Βερολίνο και από εκεί σε άλλες χώρες. Μέρος των ενήλικων πλέον Ελλήνων στην Ανατολική Γερμανία υιοθέτησαν πολιτικές απόψεις που έρχονταν σε αντίθεση με τις επίσημες του Γερμανικού κράτους, ιδίως μετά τη δημιουργία του "ευρωκομμουνιστικού" κόμματος στην Ελλάδα, με συνέπεια να χάσουν τις εργασίες τους. Περίπου 400 άτομα έφυγαν στη Δυτική Γερμανία και αργότερα στην Ελλάδα. Αυτός ο επαναπατρισμός διευκολύνθηκε από τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων της Αν. Γερμανίας με την Ελλάδα το 1973 και ακόμα περαιτέρω με την εγκατάσταση των κυβερνήσεων Καραμανλή και ΠΑΣΟΚ μετά τη δικτατορία. Μέχρι την διάλυση της Αν.Γερμανίας το 1989, οι περισσότεροι Έλληνες είχαν φύγει από τη χώρα.[7]

ΥποσημειώσειςΕπεξεργασία

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Milan Ristović, A Long Journey Home. Greek Refugee Children in Yugoslavia 1948-1960, εκδ. IMXA, Thessaloniki 2000.
  • Ιάκωβος Μιχαηλίδης,«Ανθρωπισμός και πολιτική: Τα ‘Παιδιά του Παιδομαζώματος’ στη Γιουγκοσλαβία, 1948-1954», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 12-13 (Θεσσαλονίκη, 2001-2002), σσ. 209-220.

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία