Οι Βαττιάδαι και Βαττιάδες ήταν βασιλείς (ή απλώς κυβερνήτες όταν για λίγο καταλύθηκε η μοναρχία) της Κυρήνης, με πρώτο της δυναστείας τον οικιστή της πόλης Βάττο, από την Θήρα. Οι Βαττιάδες έμειναν στην εξουσία για οκτώ γενιές, περίπου από το 638 έως το 450 π.Χ.

Βάττος Α΄ ή Βάττος ΑριστοτέληςΕπεξεργασία

Κύριο λήμμα: Βάττος ο Α΄

Ο οικιστής και γενάρχης των Βαττιαδών σύμφωνα με τις περισσότερες ιστορικές πηγές ήταν από τη Θήρα, γιος ενός άρχοντα, του Πολύμνηστου, και μιας πριγκίπισας από την Κρήτη, της Φρονίμης. Η τελευταία ήταν κόρη του Ετέαρχου, βασιλιά της Οαξού, αλλά διώχθηκε από αυτόν (με παραίνεση της μητρυιάς της) και κατέληξε παλλακίδα του Πολύμνηστου στη Θήρα. Ζούσε με αυτόν (πιθανόν και να παντρεύτηκαν) και απέκτησαν τον Βάττο, που όμως είχε πρόβλημα στην ομιλία του εκ γενετής. Ίσως το πραγματικό του όνομα να ήταν διαφορετικό (έχουν εκφρασθεί διάφορες θεωρίες) και το Βάττος να αποτελούσε παρατσούκλι που οφειλόταν σε αυτήν ακριβώς τη δυσκολία του στην άρθρωση -βάττος σήμαινε τραυλός. Πάντως γύρω στο 639 ή 638 ύστερα από δύο -ίσως και τρεις- χρησμούς του Μαντείου των Δελφών στάλθηκε ως οικιστής στη Λιβύη. Όπως δείχνουν όλες οι πηγές, δεν το έκανε πρόθυμα -το αποφάσισε ο λαός ή ο βασιλιάς της Θήρας, είτε επειδή κάποιος έπρεπε να αναλάβει την δύσκολη αποστολή της αποίκησης είτε επειδή ο Βάττος ήταν πολιτικά ανεπιθύμητος. Ο Βάττος έφτασε στη βόρεια Αφρική μετά από πολλές ταλαιπωρίες και απογοητευμένος από όσα βρήκε προσπάθησε να ξαναγυρίσει στη Θήρα -κάτι που όμως δεν του επιτράπηκε. Εγκαταστάθηκε τελικά με λίγους συντοπίτες του στην Κυρηναϊκή και ίδρυσε την Κυρήνη, στην οποία βασίλεψε μέχρι το θάνατό του, περί το 600 π.Χ.

Αρκεσίλαος Α΄Επεξεργασία

Κύριο λήμμα: Αρκεσίλαος Α΄
 
Κύλιξ του Αρκεσίλα : κύλικας του ζωγράφου Αρκεσίλα, που παριστάνει πιθανόν τον Αρκεσίλαο Α΄ ή Β΄και που πάντως φιλοτεχνήθηκε γύρω στο 560 π.Χ.

Ελάχιστα γνωρίζουμε για τη βασιλεία του Αρκεσίλαου Α΄ ή για την καταγωγή του -είναι πιθανόν ο Βάττος Α΄ να τον απέκτησε με Λιβύα. Από τον Ηρόδοτο πληροφορούμαστε ότι οι κάτοικοι της Κυρήνης ήταν επί Αρκεσιλάου Α΄ περίπου όσοι ήταν εξαρχής, δηλαδή πολύ λίγοι, αφού ο πατέρας του Βάττος είχε οικήσει την πόλη με τους επιβάτες μόλις δύο καραβιών. Υπάρχει πάντως η θεωρία ότι ενώ αναφέρονται συχνά αυτά τα μόλις δύο πλοία, σταδιακά στάλθηκαν εκεί και άλλοι άποικοι, είτε από τη Θήρα είτε από τη Σπάρτη και ότι ο αριθμός των αποίκων αυξήθηκε γρήγορα, όσο ακόμα βασίλευε ο Βάττος. Αν αληθεύει αυτό, τότε επί των ημερών του Αρκεσιλάου Α΄ το γεγονός ότι ο αριθμός έμεινε ο ίδιος δεν σημαίνει ότι η Κυρήνη ήταν ολιγάνθρωπη. Γνωρίζουμε ότι πέθανε το 583 π.Χ. και ότι τάφηκε δίπλα στον πατέρα του, στον ιερό δρόμο που οδηγούσε στο ναό του Απόλλωνα. Εν τω μεταξύ είχε αποκτήσει ένα γιο και μία κόρη, τον Βάττο Β΄ και την Κρίτολα, αλλά δεν ξέρουμε αν η μητέρα τους ήταν Ελληνίδα ή Λιβύα. Η Κρίτολα παντρεύτηκε έναν Έλληνα (δεν ξέρουμε το όνομά του) και ο Πλούταρχος την αναφέρει σαν ευγενή και αξιοσέβαστη. Η Κρίτολα απέκτησε έναν γιο, τον Πολύαρχο, και μία κόρη, την Ερυξώ που έμελλε να γίνει βασίλισσα και βασιλομήτωρ.

Βάττος Β΄ ή ο ΕυδαίμωνΕπεξεργασία

Οταν πέθανε ο Αρκεσίλαος Α΄, ανέβηκε στο θρόνο ο γιος του Βάττος Β΄ ο Ευδαίμων. Στα περίπου 20 χρόνια της διακυβέρνησής του (583-560) η Κυρήνη αναπτύχθηκε σημαντικά, και με την άφιξη νέων αποίκων από την Κρήτη και την Πελοπόννησο απέκτησε το επίνειό της, δηλαδή το λιμάνι και πόλη της Απολλωνίας. Γνώρισε όμως και τον πρώτο πόλεμό της -με τους Αιγυπτίους. Συγκεριμένα, όταν έφτασαν οι νέοι άποικοι από την Κρήτη και την Πελοπόννησο (στους οποίους οι Έλληνες της Κυρήνης είχαν υποσχεθεί να διανείμουν εκτάσεις γης) οι Λίβυοι θορυβήθηκαν. Επισης είχαν ενοχληθεί από την απέναντί τους στάση των Ελλήνων εν γένει[1]. Ζήτησαν τότε την παρέμβαση του βασιλιά της Αιγύπτου, ο οποίος και έστειλε ενισχύσεις. Εντούτοις όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος οι Αιγύτιοι δεν θεωρούσαν υπολογίσιμο το στρατό των Ελλήνων και βρέθηκαν απροετοίμαστοι, οπότε ηττήθηκαν. Στη σύγκρουση Λιβύων και Αιγυπτίων με τους Έλληνες, σκοτώθηκαν πολλοί Αιγύπτιοι και αυτό είχε ως αποτέλεσμα ουσιαστικά να παγιωθεί η θέση των Ελλήνων στην Κυρηναϊκή. (Η ήττα αυτή είχε επίσης ως αποτέλεσμα επίσης να ανατραπεί ως ανίκανος και ο Φαραώ της Αιγύπτου Απρίης)

Αρκεσίλαος Β΄ ή ο ΧαλεπόςΕπεξεργασία

Ο επόμενος ηγεμόνας της Κυρηναϊκής ακολούθησε σκληρότερη πολιτική από τους προκατόχους του και από περιπου το 560 π.Χ. μέχρι το 550 π.Χ. (ή 554 -544 π.Χ.) η περιοχή γνώρισε μέρες δύσκολες και πολιτικές αναταράξεις. Μέχρι τότε η Κυρήνη είχε ένα σύνταγμα βασιλευόμενης δημοκρατίας παρόμοιο με της Σπάρτης[2], αλλά ο Αρκεσίλαος ο Β΄ ή Χαλεπός (τυραννικός ή καταπιεστικός θα αποδιδόταν σήμερα το επίθετο χαλεπός), αποφάσισε να ασκήσει ένα είδος τυραννίας. Η σύγκρουση επ' αυτού με τα αδέλφια του ήταν τόσο έντονη, που αυτά εγκατέλειψαν την Κυρήνη και ίδρυσαν την Βάρκη (σημερινή Al Marj). Ταυτόχρονα φρόντισαν να ξεσηκώσουν εναντίον του αδελφού τους και τους Λιβύους, που όντως πήραν τα όπλα και συγκρουσθηκαν στρατιωτικά με τον Αρκεσίλαο Β΄ στην περιοχή Λευκόη ή Λεύκων. Ο βασιλιάς της Κυρήνης ηττήθηκε και λίγο αργότερα τον στραγγάλισε ο Λέαρχος, αδελφός του ή αξιωματούχος. Ο Λέαρχος με τη σειρά του δολοφονήθηκε από την Ερυξώ, χήρα του Αρκεσιλάου Β΄.

Βάττος Γ΄ ή ο ΧωλόςΕπεξεργασία

Στο θρόνο ανέβηκε ο γιος του δολοφονημένου βασιλιά, Βάττος, που επονομάστηκε και Χωλός επειδή είχε πρόβλημα κινητικότητας. Ο Βάττος κυβέρνησε τον τόπο 20 χρόνια (περίπου έως το 530 π.Χ. ή κατ' άλλους από το 544 έως το 529 π.Χ.) Σε αυτό το διάστημα, είτε επειδή ο Βάττος Γ΄ υστερούσε σε κυβερνητικά προσόντα είτε επειδή οι εσωτερικές τριβές και ανταγωνισμοί των συγγενών του ξεπερνούσαν τις δυνάμεις του, τέθηκε θέμα μεταπολίτευσης. Ηδη είχαν από καιρό ξεσπάσει ζητήματα όχι μόνον μεταξύ Ελλήνων και Λιβύων, αλλά και μεταξύ των παλαιών αποίκων και των νέων που είχαν εισρεύσει από τα χρόνια του Βάττου του Ευδαίμονος. Οι τελευταίοι, αλλά και όσοι είχαν έρθει ακόμα πιο πρόσφατα στην Κυρηναϊκή, απαιτούσαν πιο δημοκρατική διακυβέρνηση και πέτυχαν (με χρησμό του Μαντείου των Δελφών) να αποσταλεί εκεί προς εκδημοκρατισμό του πολιτεύματος ο εμπειρογνώμονας Δημώναξ από τη Μαντινεία. Οι αλλαγές που εισηγήθηκε έγιναν δεκτές από τον Βάττο Γ΄, αλλά όχι και από τη γυναίκα του, τη βασίλισσα Φερετίμη, ούτε και από τον γιο και διάδοχό του Αρκεσίλαο Γ΄

Αρκεσίλαος Γ΄Επεξεργασία

Ο Αρκεσίλαος Γ΄ βασίλεψε με ένα διάλειμμα περίπου 20 χρόνια ή μέχρι το 514 π.Χ. Οταν ανέλαβε την διακυβέρνηση προσπάθησε να ανατρέψει το σύνταγμα του Δημώνακα και συνάντησε μεγάλη αντίσταση. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κυρήνη και να καταφύγει στη Σάμο. Εκεί στρατολόγησε μισθοφόρους στους οποίους υποσχέθηκε γαίες. Η μητέρα του παράλληλα κατέφυγε στον βασιλιά της Κύπρου και του ζήτησε να την ενισχύσει με στρατό για να επαναφέρει στο θρόνο τον αδικημένο, όπως υποστήριζε, γιο της. Ο βασιλιάς της Κύπρου Ευέλθων δεν της έδωσε στρατό. Ομως στο μεταξύ είχε βρει ο Αρκεσίλαος τους Σάμιους μισθοφόρους και επανήλθε στην Κυρήνη με τον προσωπικό του στρατό. 'Αρπαξε την εξουσία, προχωρώντας αμέσως σε εκκαθαρίσεις και αντεκδικήσεις. Επέβαλε τυραννία και παράλληλα, για να μη βρεθεί σε διμέτωπο (ή και για να έχει την υποστήριξη της Περσίας) συμφώνησε περί το 525 π.Χ. με τον Καμβύση να γίνει η Κυρήνη φόρου υποτελής. Παντρεύτηκε εν τω μεταξύ την κόρη ενός Λίβυου ηγεμόνα ονόματι Αλάζειρ -αυτός κυβερνούσε την Βάρκη. Οταν οι υπήκοοί του επαναστάτησαν (ή κατά άλλη εκδοχή όταν ο ίδιος ξανασκέφτηκε ένα χρησμό των Δελφών και φοβήθηκε ότι θα πεθάνει) έφυγε από την Κυρήνη και κατέφυγε στον πεθερό του στη Βάρκη. Εκεί όμως δολοφονήθηκε από εξόριστους Κυρηναίους, όπως και ο πεθερός του. Τότε στο θρόνο της Κυρήνης εικάζεται χωρίς όμως βεβαιότητα, ότι βρισκόταν ο Βάττος ο Δ΄

Βάττος Δ΄ ή ο ΚαλόςΕπεξεργασία

Ο Βάττος ο Δ΄ ο Καλός (ο Όμορφος όπως θα αποδιδόταν σήμερα το επίθετο) ήταν γιος του Αρκεσίλαου του Γ΄ και εγγονός της Φεριτίμης. Ελάχιστα είναι γνωστά για το διάστημα που βασίλεψε. Η γιαγιά του Βάττου του Δ΄ για να έχει πρόσβαση στην εξουσία αλλά να εκδικηθεί και το θάνατο του γιου της, ζήτησε από τον υποτελή στην Περσία κυβερνήτη της Αιγύπτου Αρυάνδη, στρατό για να εκδικηθεί το θάνατο του γιου της που τον παρουσίαζε σαν θύμα του μηδισμού του -ότι δηλαδή τον σκότωσαν επειδή ειχε υποστηρίξει τους Πέρσες. Ο Αρυάνδης της παραχώρησε στρατό γιατι ουσιαστκά ήθελε να καταλάβει την Λιβύη, μεγάλες εκτάσεις της οποίας ήταν ανυπότακτες στην Περσία. Αυτό πάντως έδωσε στη Φεριτίμη τον έλεγχο της Βάρκης η οποία έπεσε ύστερα από πολιορκία 9 μηνών, όχι όμως με πόλεμο, αλλά με απάτη. Οι Πέρσες κάλεσαν τους Βαρκαίους να συνθηκολογήσουν με ιερό όρκο αμοιβαίου σεβασμού που θα ίσχυε όσο έμενε ακλόνητη και η γη κάτω από τα πόδια τους. Οι Βαρκαίοι μετά τον όρκο άνοιξαν τις πύλες, αλλά οι Πέρσες είχαν φροντίσει την προηγούμενη νύχτα να σκάψουν λάκο κάτω από το σημείο της ανταλλαγής των όρκων και στη συνέχεια τον είχαν καλύψει. Όταν η γη κάτω από τα πόδια τους υποχώρησε, οι Πέρσες καταπάτησαν τους όρκους και ακολούθησαν φρικαλεότητες -αυτά έγιναν περί το 512 π.Χ. Στη συνέχεια η Φεριτίμη, αφού επιδόθηκε σε φρικτές αντεκδικήσεις, γύρισε άγνωστο για ποιον λόγο στην Αίγυπτο και εκεί πέθανε από βασανιστικό νόσημα[3]

Αρκεσίλαος Δ΄Επεξεργασία

Κύριο λήμμα: Αρκεσίλαος Δ΄

Ο τελευταίος των Βαττιαδών ακολούθησε μάλλον δεσποτική πολιτική και εικάζεται ότι θεωρούσε τόσο πιθανό τον ξεσηκωμό των υπηκόων του, ώστε έχτισε τις Ευσπερίδες (κατοπινή Βερενίκη της Κυρηναϊκής Πεντάπολης και σημερινή Βεγγάζη) για να έχει ένα προσωπικό καταφύγιο σε περίπτωση επανάστασης των Κυρηναίων. Δεν είναι γνωστό αν πέθανε από φυσικά αίτια ή δολοφονήθηκε, αλλά πάντως μετά το θάνατό του καταλύθηκε η μοναρχία. Ο γιος του Βάττος κατέφυγε στις Εσπερίδες, όπου όμως τον αποκεφάλισαν. Δεν είναι βέβαιο πότε πέθανε ο Αρκεσίλαος Δ΄ αλλά σίγουρα δεν μπορεί να πέθανε πριν από το 460 π.Χ. γιατί τότε έγιναν ολυμπιακοί αγώνες και το όνομά του αναφέρεται σε στήλη στις αρματοδρομίες. Οι περισσότεροι τοποθετούν το τέλος της δυναστείας στο 450 ή 440 π.Χ.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Ηρόδοτος, Δ, 159 : οἱ περίοικοι Λίβυες καὶ ὁ βασιλεὺς αὑτῶν τῷ οὔνομα ἦν Ἀδικράν, οἷα τῆς τε χώρης στερισκόμενοι καὶ περιυβριζόμενοι ὑπὸ τῶν Κυρηναίων, πέμψαντες ἐς Αἴγυπτον ἔδοσαν σφέας αὐτοὺς Ἀπρίῃ τῷ Αἰγύπτου βασιλέι. ὁ δὲ συλλέξας στρατὸν Αἰγυπτίων πολλὸν ἔπεμψε ἐπὶ τὴν Κυρήνην
  2. Dictionary of Greek and Roman biography and mythology, του Sir William Smith
  3. "ἀπενόστησε ἐς τὴν Αἴγυπτον, ἀπέθανε κακῶς: ζῶσα γὰρ εὐλέων ἐξέζεσε" (έβγαζε σκουλήκια ενώ ήταν ζωντανή ακόμα), Ηρόδοτος, Δ, 205