Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανός Καραβαγγέλης

Έλληνας μητροπολίτης

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης (Στύψη Λέσβου, 16 Ιουνίου 1866 - Βιέννη, 11 Φεβρουαρίου 1935), ήταν Έλληνας επίσκοπος, που διατέλεσε Μητροπολίτης Καστορίας και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, καθώς και του Ποντιακού Ελληνισμού, αργότερα, οργανώνοντας αντιανταρτικά σώματα με ντόπιους οπλαρχηγούς, με συνέπεια να αναδειχθεί μία από τις σημαντικότερες μορφές των Αγώνων εκείνων. Οι υπηρεσίες του, τόσο προς το Έθνος όσο και προς την Ελλαδική Ορθόδοξη Εκκλησία, υπήρξαν ανεκτίμητες.

Γερμανός Καραβαγγέλης
Germanos Karavaggelis2.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Γερμανός Καραβαγγέλης (Ελληνικά)
Γέννηση16ιουλ. / 28  Ιουνίου 1866γρηγ.
Λέσβος
Θάνατος11  Φεβρουαρίου 1935
Βιέννη[1]
Αιτία θανάτουέμφραγμα του μυοκαρδίου
Συνθήκες θανάτουφυσικά αίτια
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
ΘρησκείαΟρθόδοξος Χριστιανισμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΝέα ελληνική γλώσσα
ΣπουδέςΙερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταιερέας
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Πόλεμοι/μάχεςΜακεδονικός Αγώνας
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Πρώτα χρόνιαΕπεξεργασία

Ο Καραβαγγέλης γεννήθηκε στη Στύψη της Λέσβου στις 16 Ιουνίου του 1866, από Ψαριανό πατέρα. Οι γονείς του Χρυσόστομος και Μαρία απέκτησαν, εκτός από τον πρωτότοκο Στυλιανό (τον μετέπειτα Γερμανό) και άλλα επτά παιδιά: έξι κορίτσια και ένα αγόρι, από τα οποία το αγόρι και ένα κορίτσι πέθαναν νωρίς.
Μεγάλωσε στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας, όπου μετακόμισε η οικογένειά του, όταν ο Στυλιανός ήταν δύο χρονών· εκεί ο πατέρας του άνοιξε εμπορικό κατάστημα. Από το Αδραμύττιo θα φύγει νέος πια, με υποτροφία που του χορηγεί, εκτιμώντας την ευφυΐα του, την φιλομάθειά του και το επιβλητικό παρουσιαστικό του, ο Μητροπολίτης Εφέσου Αγαθάγγελος, για να σπουδάσει στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, από την οποία θα αποφοιτήσει με άριστα το 1888. Την ημέρα της αποφοίτησης, χειροτονήθηκε διάκονος από τον Πατριάρχη Διονύσιο Ε΄ και πήρε το όνομα Γερμανός, προς τιμήν του ιδρυτή της Σχολής, Πατριάρχη Γερμανού Δ΄. Κατόπιν, συνέχισε τις σπουδές του, με δαπάνες του πλούσιου ομογενή Παύλου Στεφάνοβικ Σκυλίτση[2], σπουδάζοντας επί τριετία φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας και της Βόννης.

Καθηγητής στη Θεολογική Σχολή της ΧάλκηςΕπεξεργασία

Μετά την ανακήρυξή του σε διδάκτορα επέστρεψε στη Κωνσταντινούπολη. Εκεί το 1891 διορίστηκε καθηγητής της ονομαστής Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Με αυτή την ιδιότητα δίδαξε με ζήλο εκκλησιαστική ιστορία, ομιλητική και Θεολογία[2]. Συνέγραψε εγκυκλοπαίδεια της Θεολογίας καί διάφορα επιστημονικά έργα, εκκλησιαστικούς λόγους, τήν περί τοϋ Πάσχα ιστορικήν επιστημονικήν διατριβήν και άλλες μελέτες που δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες[2]. Το 1896 χειροτονήθηκε επίσκοπος Πέραν με τον τίτλο "επίσκοπος Χαριουπόλεως", όπου και ανέπτυξε σπουδαία δράση, αφενός καταπολεμώντας ξένη ανθελληνική προπαγάνδα και αφετέρου για την ελληνοπρεπέστερη μόρφωση των Ελλήνων μαθητών, αποσπώντας τους από ξένες σχολές, που είχαν στο μεταξύ ιδρυθεί, ιδίως των Καθολικών Γάλλων. Χαρακτηριστικά, απέσπασε 130 έλληνες μαθητές από τη σχολή "Παπάζ Κιοπρού" και τους έπεισε να γραφτούν στο νεόκτιστο Ζωγράφειο Λύκειο ενώ ιδρυσε και Παρθεναγωγείο για τα κορίτσια που για χρόνια έφερε το όνομα "Παρθεναγωγείο Καραβαγγέλη"[2]. Οργάνωσε μαθήματα τις Κυριακές, κύρηττε ακατάπαυστα και συμμετείχε στην εκπαίδευση κι επιλογή νέων άξιων κληρικών[2].

Μητροπολίτης ΚαστορίαςΕπεξεργασία

Το 1900 τοποθετείται Μητροπολίτης Καστορίας (σημερινής Καστοριάς), από τον Πατριάρχη Κωνσταντίνο Ε΄, κατόπιν προτροπής του Έλληνα πρέσβη Νικόλαου Μαυροκορδάτου[2]. Από της ενθρόνισής του άρχισε με τους πύρινους λόγους του να εμψυχώνει και να αναπτερώνει το ηθικό των Ελλήνων της περιοχής και να οργανώνει ένοπλα σώματα κατά των ομοίως ενόπλων Βουλγάρων Εξαρχικών, που επιχειρούσαν την προσάρτηση των ελληνογενών χριστιανικών πληθυσμών στη Βουλγαρική Εξαρχία. Μαζί και με άλλους ιεράρχες της περιοχής που έδρασαν ομοίως ακολουθώντας το παράδειγμά του, ο Μακεδονικός Αγώνας γενικεύθηκε. Κατάφερε πολλά χωριά και κωμοπόλεις να αποσκιρτήσουν από τη Βουλγαρική Εξαρχία και να επανενταχθούν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Παράλληλα, στην πολιτική σκηνή ζήτησε την επίσημη παρέμβαση του Ελληνικού Κράτους στον Αγώνα, προκειμένου να μη μένει η πρωτοβουλία στους Βουλγάρους. Βέβαια το αίτημά του εκείνο είχε περισσότερο θρησκευτικό χαρακτήρα, παρά εθνικο-κεντρικό. Οι προσπάθειές του εκείνες, στέλνοντας σχετικές εκθέσεις στους Έλληνες πρωθυπουργούς Α. Ζαΐμη και Θ. Δεληγιάννη, τελικά απέδωσαν, όταν το 1904 η Ελλάδα -υπό την πίεση και της κοινής γνώμης- απεφάσισε την ενεργή συμμετοχή της στον ένοπλο αγώνα αντίστασης.

 
Ο Γερμανός Καραβαγγέλης ανάμεσα σε Τούρκους αξιωματικούς και στρατιώτες

Ο ελληνικός κλήρος, ως ήταν επόμενο, υποστήριξε με μανία την τότε επιχείρηση του ελληνικού κράτους, με συνέπεια ο μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης να καταστεί ο μεγαλύτερος εχθρός του Βουλγαρικού Κομιτάτου. Πολλά στοιχεία για τη δράση του αντλούνται από τα απομνημονεύματά του, τα οποία δημοσιεύτηκαν από το Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ) (Καραβαγγέλης Γερμανός, Μητροπολίτης Καστοριάς: Ο Μακεδονικός Αγών). [3].

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης κατέστη ο πρώτος και ο πιο επίμονος υπέρμαχος του αντιανταρτικού κινήματος σε συνεργασία με τον δραστήριο πρόξενο της Ελλάδας στο Μοναστήρι Ίωνα Δραγούμη και το 1904 με τον Παύλο Μελά. Στην αρχή προσπάθησε με τα κηρύγματά του να συνετίσει τους πάντες, ότι ανήκουν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και μόνο, ενώ ως εθνότητα που κατοικεί στη περιοχή είναι όλοι Έλληνες. Στις ομιλίες του εκείνες δεν δίστασε αρχικά να επισκεφτεί τους ίδιους τους κομιτατζήδες, όπως και τον αρχικομιτατζή Βασίλ Τσακαλάρωφ. Στα επόμενα όμως 7 χρόνια (1900 - 1907) όπου γενικεύτηκαν οι καταστροφές και οι σκοτωμοί, ως μητροπολίτης Καστοριάς ύψωσε το σύνθημα «Βούλγαρος να μη μείνει».
Έφιππος ο ίδιος και με το όπλο (μάνλιχερ) στον ώμο[2], από κοινού με τον αξιωματικό του ελληνικού στρατού Βάρδα, ο Καραβαγγέλης εμπνέει και δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκδίκηση των σφαγών, που συγκλόνισαν τότε τον κόσμο. Μεταξύ αυτών των αντιποίνων ήταν και η σφαγή στο Γορίτσανι, για την οποία ο ίδιος ο Γερμανός Καραβαγγέλής γράφει:

«Το χωριό είχε πάνω από 600 σπίτια... Ήταν οι χειρότεροι Βούλγαροι της επαρχίας μου. Όταν ο Βάρδας αποφάσισε να εφαρμόσει την τιμωρία τους, μου έγραψε και εγώ του έστειλα τα ονόματα των δικών μας (πρακτόρων), για να μην τους αγγίζει. Στις παραμονές της 25ης Μαρτίου 1905 αυτός, μαζί με 300 άντρες κρύφτηκε στο δάσος που βρισκόταν απέναντι από το χωριό. Πρωί - πρωί μπήκαν στο χωριό και άρχισαν οι τουφεκιές. Σκότωναν και πυρπολούσαν τα σπίτια τους. Εκείνη τη μέρα δολοφονήθηκαν 79 Βούλγαροι και δυστυχώς και μερικοί δικοί μας, σλαβόφωνοι μεν αλλά πολύτιμοι. Οι δικοί μας άνθρωποι δεν έπαθαν πολλές ζημιές, επειδή είχα δώσει τον κατάλογό τους στον Βάρδα και αυτοί είχαν κρυφτεί...».[4]
 
Η φωτογραφία του κεφαλιού του Λάζαρ Ποπτράικοφ, την οποία ο Γερμανός Καραβαγγέλης έβαλε στο γραφείο του

Είναι πολύ φυσικό, κάτω από εκείνη την αντιπαλότητα και το θρησκευτικό μένος να συνέβησαν και διάφορα έκτροπα, στα οποία φέρεται να συνήργησε ο επίσκοπος Γερμανός, χωρίς όμως και να έχουν όλα αποδειχθεί, όπως ότι χρησιμοποιούσε υπηρεσίες μισθωτών δολοφόνων - τούρκων ληστών και πλήρωνε 5 (τουρκικές) λίρες για να του φέρουν το κομμένο κεφάλι ανθρώπου, που ο ίδιος είχε επιλέξει: ο Κότε (Κώττας Χρήστου) από το χωριό Ρούλια Καστοριάς έσφαξε τον -τραυματισμένο στην επανάσταση- βοεβόδα Λάζαρ Ποπτράικοφ και εικάζεται, ότι ο Γερμανός, αφού πλήρωσε τάχα για το κεφάλι εκείνου 50 λίρες (!), έβαλε στο γραφείο του φωτογραφία τού κομμένου κεφαλιού.

Ως ηγέτης τού αντιβουλγαρικού ανταρτικού κινήματος, ο ίδιος γράφει: "Οι αντάρτικες ομάδες μεγάλωναν και αυξανόταν συνεχώς (παραθέτονται τα ονόματα 30 Κρητών, που ήταν επικεφαλής τέτοιων ομάδων). Διατηρούσα μαζί τους τακτική επαφή, μέσω του προξενείου του Μοναστηρίου και των μητροπολιτών. Συναντιόμουν προσωπικά μαζί τους και τους συμβούλευα να σκοτώνουν όλους τους ιερείς και βούλγαρους δασκάλους." (χαρακτηριστικό σημείο του θρησκευτικού και μόνο μένους).

Κατηγορήθηκε από τους Μακεδόνες (αλλά και από κύκλους της Αθήνας), ότι κατέδωσε τον Κώττα Χρήστου στις Οθωμανικές αρχές. Ο καπετάν Κώττας ήταν αδελφοποιητός (από την παλιά συνεργασία του) με το Βούλγαρο Μήτρο Βλάχο και αδυνατούσε εξ αυτού να τον σκοτώσει. Το ίδιο και ο Μήτρος Βλάχος προς αυτόν. Αυτό εξόργιζε τον Καραβαγγέλη, αλλά και πολλούς Έλληνες, που ήταν αμείλικτοι προς τη Βουλγαρική πλευρά. Εν τούτοις, οι κατηγορίες αυτές δεν αποδείχτηκαν ποτέ.

Για τους σκοπούς που επιδίωκε, ενδεικτική είναι η προφητική δήλωσή του στον H. Brailsford [5]σε μια από τις συναντήσεις τους μετά από την εξέγερση του Ιλίντεν: "Η συμμαχία μας με τους Τούρκους είναι προσωρινή. Θα έρθει η μεγάλη ημέρα, όταν ο Ελληνισμός θα προβάλει τα δικαιώματά του. Αλλά πρώτης προτεραιότητας είναι η ανάγκη συντριβής των Βουλγάρων."

Η δράση αυτού του μητροπολίτη είναι χαρακτηριστική για το ρόλο της ελληνικής ορθόδοξης Εκκλησίας στον αγώνα εναντίον των Βουλγαρο-μακεδόνων, που είχαν υπαχθεί στη Βουλγαρική Εξαρχία. Οι ελληνικές προσπάθειες για την προσάρτηση των εδαφών όπου κατοικούσαν και Βούλγαροι της Μακεδονίας, έγιναν δυνατές μετά την παρέλευση δέκα τουλάχιστον χρόνων από τη λήξη του Μακεδονικού Αγώνα και όχι χάρη στην αποτυχία της Εξέγερσης του Ίλιντεν (καλοκαίρι 1903), όπως πολλοί πρεσβεύουν, δεδομένου ότι δέκα χρόνια μετά, το 1913, υπεγράφη η πρώτη συνθήκη ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ Βουλγαρίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που προηγήθηκε σαφώς της ελληνικής προσάρτησης.

Μητροπολίτης Αμασείας ΠόντουΕπεξεργασία

Το 1907, με το τέλος του Μακεδονικού Αγώνα η Οθωμανική κυβέρνηση απαίτησε από τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ', μετά τις καταγγελίες Βουλγάρων και την επακόλουθη αφόρητη πίεση του Ρώσου πρεσβευτή Ζηνόβιεφ προς το Σουλτάνο[2], την απομάκρυνση του Γερμανού. Μετά απο μήνες πιέσεων, ο Πατριάρχης αναγκάστηκε να δεχτεί κι ο Γερμανός αρχικά επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη ως Συνοδικός[2]. Όταν όμως το Γενάρη του 1908 εχήρευσε η Μητρόπολη Αμάσειας του Πόντου, ο Πατριάρχης του ζήτησε και πάλι να γυρίσει κοντά στο ποίμνιο που τον χρειαζόταν κι ανέλαβε Μητροπολίτης Αμάσειας στις 5 Φεβρουαρίου 1908[2], με έδρα την Σαμψούντα. Ο Γερμανός και εκεί ανέπτυξε έντονη εθνική δράση, δημιουργώντας σχολεία στα πιο απομακρυσμένα χωριά[2] και ιδρύοντας γυμνάσιο για να μαθαίνουν τα παιδιά ελληνικά, αλλά και ένοπλες ομάδες κατά των Τούρκων ατάκτων, που λυμαινόταν την περιοχή. Το Γενάρη του 1913, μετά το θάνατο του Πατριάρχη Ιωακείμ διετέλεσε προσωρινά τοποτηρητής του πατριαρχικού θρόνου της Κωνσταντινούπολης. Συμμετείχε ως υποψήφιος και στην ψηφοφορία ανάδειξης νέου Πατριάρχη αλλά μετά από παρέμβαση τριμελούς επιτροπής της Εθνικής Αμύνης που τον θερμοπαρακαλούσε να αποσύρει την υποψηφιότητά του[2], υπάκουσε και διέθεσε τις ψήφους του στον Πατριάρχη Γερμανό Ε' που εξελέγη στις 28 Ιανουαρίου 1913.

Ο Γερμανός επέστρεψε στον Πόντο κι αντιστάθηκε σθεναρά στις διώξεις των Νεοτούρκων, αφιερώνοντας τις δυνάμεις του στην υπεράσπιση των δικαίων των Ελλήνων και Αρμενίων, έχοντας ως συνεργάτες το μητροπολίτη Χρύσανθο Τραπεζούντας, το συντοπίτη του από τη Λέσβο επίσκοπο Ευθύμιο Ζήλων και τον αρχιμανδρίτη Πλάτωνα Αϊβαζίδη. Κατά τις σφαγές των Αρμενίων έσωσαν εκατοντάδες αθώους, κρύβοντας άλλους μες στο μητροπολιτικό ναό κι άλλους σε σπίτια Ελλήνων. Τις πράξεις του αυτές αναγνώρισαν αρμενικές εφημερίδες στις ΗΠΑ[2].

Για τις ενέργειές του αυτές συνελήφθη και στάλθηκε δέσμιος στην Κωνσταντινούπολη, όπου και φυλακίστηκε το 1917 για κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά αποφυλακίστηκε χάρη σε ενέργειες του Πατριάρχη Γερμανού Ε'[2]. Το στρατοδικείο του Κεμάλ Ατατούρκ, που εν τω μεταξύ πήρε με τα όπλα τον έλεγχο της κατάστασης, τον καταδίκασε ερήμην σε θάνατο το 1920 και τον κυνήγησε ανηλεώς[2]. Στις 10 Μαρτίου 1921 ο Γερμανός πρότεινε στον υπουργό εξωτερικών της Ελλάδας Γεώργιο Μπαλτατζή, συνεργασία με Κούρδους και Αρμένιους εναντίον του εθνικιστικού κινήματος του Κεμάλ Ατατούρκ. Η ποντοαρμενική συνεργασία αποσκοπούσε στην ίδρυση μιας αυτόνομης χριστιανικής δημοκρατίας (κράτους) στην περιοχή του Πόντου. Η κυβέρνηση όμως του Γούναρη, απομονωμένη από τους συμμάχους, δεν πήρε καμιά πρωτοβουλία. Το Νοέμβρη του 1921 ήταν ο επικρατέστερος για να γίνει Πατριάρχης, αλλά προτίμησε και πάλι να δώσει τις ψήφους του στο Μελέτιο Μεταξάκη[2]. Ο τελευταίος μετά την ενθρόνισή του προσέφερε στο Γερμανό, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης την αρχιεπισκοπή Αμερικής ή Ευρώπης, αλλά ο Γερμανός προτίμησε να επιστρέψει στον Πόντο όπου τον χρειαζόταν ο Ελληνισμός.

Τον Άυγουστο του 1922 βρισκόταν στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας για τη στέψη του Ρουμάνου βασιλιά όταν συνέβη η Μικρασιατική Καταστροφή. Έσπευσε στην Κωστάντζα της για να πάρει το πλοίο για την Κωνσταντινούπολή, όμως τον πρόλαβαν τα τουρκικά στρατεύματα του Κεμάλ, που απαγόρευσαν την αποβίβασή του από το ατμόπλοιο αφού έλαβε επιστολή από τον Πατριάρχη οτι αν αποβιβαζόταν θα τον συνελάμβαναν και θα εκτελούνταν με βάση την απόφαση του στρατοδικείου[2]. Για να τον προστατέψει ο Πατριάρχης τον διόριζε μητροπολίτη Ιωαννίνων, όπου μετέβη άμεσα με το ίδιο πλοίο. Έτσι απομακρύνθηκε οριστικά από τον Πόντο και τη Μητρόπολη Αμασείας. Τυπικά απώλεσε και τον τίτλο του μητροπολίτη Αμασείας στις 27 Οκτωβρίου 1922[2]. Στα Γιάννενα έμεινε για ένα χρόνο.

Μετά την Καταστροφή, έξαρχος στη ΒιέννηΕπεξεργασία

Αργότερα μετά και τη Συνθήκη της Λωζάνης, το 1924 ο Γερμανός Καραβαγγέλης τοποθετήθηκε έξαρχος Κεντρώας Ευρώπης του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Βιέννη, σε μια πολύ μικρή ελληνική κοινότητα με πενιχρή αμοιβή που δεν κάλυπτε ούτε τα έξοδα διαβίωσης του[2]. Ωστόσο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του μερίμνησε για την ανασύσταση των αποδυναμωμένων ελληνικών κοινοτήτων Βενετίας, Λιβόρνου, Γένοβας, Τεργέστης, Βιέννης καί Βουδαπέστης[2].

Πέθανε πάμπτωχος στις 11 Φεβρουαρίου του 1935 στην πολη Baden λίγο νότια από τη Βιέννη[2].

Τα απομνημονεύματα που έγραψε ειδικά για τον Μακεδονικό Αγώνα, εκδόθηκαν από την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών το 1959. Το ίδιο έτος το «Ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου» από κοινού με την «Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών» επιχορήγησαν τη μεταφορά των οστών του με τιμητική συνοδεία αρχικά στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια στην Καστοριά, όπου και τοποθετήθηκαν σε κρύπτη κάτω από τον ανδριάντα του.

Το 1992 εκδόθηκε η αλληλογραφία του με απομνημονεύματα πολλών μακεδονομάχων από τη δασκάλα και συγγραφέα Αντιγόνη Μπέλλου Θρεψιάδη και τις εκδόσεις Τροχαλία με τίτλο "Μορφές μακεδονομάχων και τα ποντιακά του Γερμανού Καραβαγγέλη".

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 24  Ιουνίου 2015.
  2. 2,00 2,01 2,02 2,03 2,04 2,05 2,06 2,07 2,08 2,09 2,10 2,11 2,12 2,13 2,14 2,15 2,16 2,17 2,18 2,19 2,20 Ανεστίδης, Σταύρος (1992). Αρχείο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών. Αθήνα: Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών. σελ. 357. 
  3. Από το Αρχείο Μακεδόνικου Αγώνος Πηνελόπης Δέλτα, αρ.1, Θεσσαλονίκη 1958
  4. Απομνημονεύματα Γερμανού Καραβαγγέλη σ.74-75
  5. Brailsford, Henry N. Macedonia: Its Races and Their Future, Methuen & Co., London, 1906, p.194.

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τομ.10ος, σελ.274.

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Ψάρας, I., "O Γερμανός Kαραβαγγέλης και η ορθόδοξη Eλληνική Kοινότητα της Bενετίας (1924-1935)", Θησαυρίσματα 14 (1977), σελ. 275-287.