Το Γκέτο του Μπέντζιν (γίντις: בענדינער געטאָ, γερμανικά: Bendiner geto, πολωνικά: Getto będzińskie) ήταν γκέτο κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που δημιουργήθηκε από τη ναζιστική Γερμανία για τους Πολωνοεβραίους στο Μπέντζιν της κατεχόμενης νοτιοδυτικής Πολωνίας. Ο σχηματισμός της «εβραϊκής συνοικίας» διακηρύχθηκε από τις γερμανικές αρχές τον Ιούλιο του 1940. Πάνω από 20.000 εγχώριοι Εβραίοι από το Μπέντζιν, μαζί με επιπλέον 10.000 Εβραίους που εκδιώχθηκαν από γειτονικές κοινότητες, αναγκάστηκαν να επιβιώσουν εκεί μέχρι το τέλος της ιστορίας του Γκέτο κατά το Ολοκαύτωμα. Οι περισσότεροι από τους φτωχούς με την αναγκαία (για τους Ναζί) σωματική δύναμη αναγκάστηκαν να εργαστούν σε γερμανικά στρατιωτικά εργοστάσια πριν μεταφερθούν με τρένα του Ολοκαυτώματος στο κοντινό στρατόπεδο συγκέντρωσης Άουσβιτς, όπου εξοντώθηκαν. Η τελευταία σημαντική απέλαση των κρατουμένων του γκέτο από την Σούτσσταφφελ - άνδρες, γυναίκες και παιδιά - μεταξύ 1 και 3 Αυγούστου 1943 σηματοδοτήθηκε από την εξέγερση του γκέτο από μέλη της Εβραϊκής Οργάνωσης Μάχης.

Γκέτο του Μπέντζιν
Będzin-Ghetto-1942-ul-Modrzejowska.jpg
Το Γκέτο του Μπέντζιν στο Ολοκαύτωμα, οδός Μοντζεγιόφσκα, 1942.
The map
Η τοποθεσία του Μπέντζιν κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος στην Πολωνία.
ΤοποθεσίαΜπέντζιν, Γερμανοκρατούμενη Πολωνία
Κατατρεγμόςφυλάκιση, καταναγκαστική εργασία, λιμοκτονία
ΟργανισμοίΣούτσσταφφελ (SS)
Στρατόπεδο εξόντωσηςΣτρατόπεδο συγκέντρωσης Άουσβιτς
Θύματα30.000 Πολωνοεβραίοι

Το Γκέτο του Μπέντζιν αποτέλεσε ενιαία διοικητική μονάδα με το Γκέτο του Σοσνόβιετς στη γειτονική συνοικία Σροντούλα του Σοσνόβιετς,[1] επειδή και οι δύο πόλεις αποτελούν μέρος της ίδιας μητροπολιτικής περιοχής στο λεκανοπέδιο Ντονμπρόβα. Οι Εβραίοι και των δύο γκέτο μοιράστηκαν τον λαχανόκηπο «Farma» που διατέθηκε για τη σιωνιστική νεολαία από τη Γιούντενρατ.[2]

ΙστορικόΕπεξεργασία

Πριν από τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία το 1939 κατά την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το Μπέντζιν είχε μια ζωντανή εβραϊκή κοινότητα.[3] Σύμφωνα με την πολωνική απογραφή του 1921, ο εβραϊκός πληθυσμός της πόλης αποτελούταν από 17.298 άτομα, ή 62,1 τοις εκατό του συνολικού πληθυσμού της. Μέχρι το 1938, ο αριθμός των Εβραίων είχε αυξηθεί σε περίπου 22.500.

Κατά τη διάρκεια της ναζιστικής και σοβιετικής εισβολής στην Πολωνία, ο Γερμανικός Στρατός κατέλαβε την περιοχή στις αρχές Σεπτεμβρίου 1939. Τον στρατό ακολούθησαν κινητές ομάδες θανάτου των Einsatzgruppen και η δίωξη των Εβραίων άρχισε αμέσως. Στις 7 Σεπτεμβρίου επιβλήθηκαν οι πρώτες δρακόντειες οικονομικές κυρώσεις.[3] Μια μέρα αργότερα, στις 8 Σεπτεμβρίου, η Συναγωγή του Μπέντζιν κάηκε. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1939, πραγματοποιήθηκε η πρώτη μαζική δολοφονία ντόπιων Εβραίων, όπου εκτελέστηκαν 40 εξέχοντα άτομα.

Ένα μήνα αργότερα, στις 8 Οκτωβρίου 1939, ο Χίτλερ δήλωσε ότι το Μπέντζιν θα γίνει μέρος των πολωνικών εδαφών που προσαρτήθηακν από τη Γερμανία. Τα τάγματα Αστυνομίας Τάξης άρχισαν να εκτοπίζουν εβραϊκές οικογένειες από όλες τις γειτονικές κοινότητες της περιοχής του λεκανοπεδίου Ντονμπρόβα στο Μπέντζιν. Ανάμεσά τους ήταν οι Εβραίοι του Μποχουμίν, του Κιέλτσε και του Οσβιέτσιμ (Άουσβιτς).[3] Συνολικά, περίπου 30.000 Εβραίοι θα ζούσαν στο Μπέντζιν κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στα τέλη του 1942, το Μπέντζιν και το κοντινό Σοσνόβιετς, που συνορεύει με το Μπέντζιν (βλ. Γκέτο του Σοσνόβιετς), έγιναν οι μόνες δύο πόλεις στην περιοχή του λεκανοπεδίου Ντονμπρόβα που κατοικούσαν οι Εβραίοι.

Το ΓκέτοΕπεξεργασία

Από τον Οκτώβριο του 1940 έως τον Μάιο του 1942, περίπου 4.000 Εβραίοι μεταφέρθηκαν από το Μπέντζιν σε καταναγκαστική εργασία στον ταχέως αυξανόμενο αριθμό στρατοπέδων.[3] Μέχρι τον Οκτώβριο του 1942 τα εσωτερικά όρια του Γκέτο παρέμειναν χωρίς σήμανση. Δεν χτίστηκε φράχτης. Η περιοχή καθορίστηκε από τις γειτονιές Καμιόνκα και Μάουα Σροντούλα που συνόρευαν με το Γκέτο του Σοσνόβιετς, με την εβραϊκή αστυνομία να τοποθετείται από την Σούτσσταφφελ κατά μήκος της περιμέτρου.[4] Όπως συνέβη και σε άλλα γκέτο σε όλη την κατεχόμενη Πολωνία, οι γερμανικές αρχές εξόντωσαν τους περισσότερους από τους Εβραίους του Μπέντζιν κατά τη διάρκεια της δολοφονικής Επιχείρησης Ράινχαρντ, στέλνοντας τους σε ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης, κυρίως στο γειτονικό Άουσβιτς-Μπίρκεναου για εκκαθάριση. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι ηγέτες της εβραϊκής κοινότητας στο Ζαγκλένμπιε, συμπεριλαμβανομένου του Μόσε Μέριν (Mojżesz Merin στα πολωνικά), συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς με την ελπίδα ότι η επιβίωση των Εβραίων θα μπορούσε να συνδεθεί με την καταναγκαστική εργασία τους. Ήταν μια λανθασμένη υπόθεση.

Σημαντικές ενέργειες απέλασης, με εντολή του Σταντάρτενφιουρερ Αλεξάντερ φον Βέντκε,[5] πραγματοποιήθηκαν το 1942 με 2.000 Εβραίους να στέλνονται στο θάνατό τους στο Άουσβιτς τον Μάιο και 5.000 Εβραίους τον Αύγουστο.[3] Άλλοι 5.000 Εβραίοι των γκέτο απελάθηκαν από τον Μπέντζιν με τρένα του Ολοκαυτώματος μεταξύ Αυγούστου 1942 και Ιουνίου 1943. Οι τελευταίες μεγάλες απελάσεις πραγματοποιήθηκαν το 1943, όπου 5.000 Εβραίοι μεταφέρθηκαν στις 22 Ιουνίου 1943 και 8.000 περίπου στις 1-3 Αυγούστου 1943. Περίπου 1.000 εναπομείναντες Εβραίοι απελάθηκαν τους επόμενους μήνες. Εκτιμάται ότι από τους 30.000 κατοίκους του γκέτο, παρέμειναν μόνο 2.000 επιζώντες.

ΕξέγερσηΕπεξεργασία

 
Η Φρούμκα Πουοτνίτσκα που πολεμούσε στην εξέγερση του Γκέτο της Βαρσοβίας σε ηλικία 29 ετών, ηγήθηκε της εξέγερσης στο Γκέτο του Μπέντζιν κατά τη διάρκεια της Επιχείρησης Ράινχαρντ.

Κατά τη διάρκεια της τελικής απέλασης στις αρχές Αυγούστου 1943, η Εβραϊκή Οργάνωση Μάχης (ŻOB) στο Μπέντζιν πραγματοποίησε εξέγερση εναντίον των Γερμανών (όπως στο κοντινό Σοσνόβιετς). Ήδη το 1941 δημιουργήθηκε ένα τοπικό παράρτημα της ŻOB στο Μπέντζιν, ύστερα από συμβουλή του Μόρντεχαϊ Ανιελέβιτς.[4] Όπλα αποκτήθηκαν από τα εβραϊκά υπόγεια στη Βαρσοβία. Τα πιστόλια και οι χειροβομβίδες μεταφέρθηκαν λαθραία σε επικίνδυνες διαδρομές με τρένο. Η Έντζια Πέισαχσον συνελήφθη και βασανίστηκε μέχρι θανάτου. Χρησιμοποιώντας μοτίβα που παρείχε η κεντρική έδρα κατασκευάζονταν κοκτέιλ μολότοφ. Οι βόμβες που παρήγαγαν οι Εβραίοι - σύμφωνα με μαρτυρίες που σώζονται - ήταν συγκρίσιμες με εκείνες των Ναζί. Αρκετές αποθήκες σκάφτηκαν εντός των ορίων του γκέτο για την παραγωγή και απόκρυψη αυτών των όπλων. Η στάση της Γιούντενρατ στο Μπέντζιν έναντι της αντίστασης ήταν αρνητική από την αρχή, αλλά άλλαξε κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης του γκέτο.[6]

Η εξέγερση ήταν μια απόλυτη πράξη ανυπακοής των αντάρτων του γκέτο που πολέμησαν στις γειτονιές Καμιόνκα και Σροντούλα. Μια ομάδα ανταρτών αμπαρώθηκαν στην αποθήκη στην οδό Ποντσιάντουι μαζί με την ηγέτιδα τους, Φρούμκα Πουοτνίτσκα, 29 ετών,[5] που πολέμησε στην εξέγερση του Γκέτο της Βαρσοβίας αρκετές εβδομάδες νωρίτερα.[7] Όλοι τους σκοτώθηκαν από τις γερμανικές δυνάμεις όταν τους τελείωσαν οι σφαίρες, αλλά οι μάχες, που άρχισαν στις 3 Αυγούστου 1943, διήρκεσαν αρκετές ημέρες.[4] Οι περισσότεροι από τους εναπομείναντες Εβραίους χάθηκαν σύντομα μετά την εξέγερση, όταν το γκέτο εκκαθαρίστηκε,[3] αν και οι απελάσεις έπρεπε να παραταθούν από λίγες ημέρες σε δύο εβδομάδες και οι SS από το Άουσβιτς (45 χλμ. απόσταση) κλήθηκαν για βοήθεια. Μετά θάνατον, η Φρούμκα Πουοτνίτσκα έλαβε το Τάγμα του Σταυρού του Γκρούνβαλντ από την Πολωνική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης στις 19 Απριλίου 1945.

Προσπάθειες διάσωσηςΕπεξεργασία

Οι προσπάθειες των Χριστιανών για τη διάσωση των Εβραίων από τη ναζιστική δίωξη άρχισαν άμεσα κατά τη διάρκεια της γερμανικής εισβολής. Όταν στις 8 Σεπτεμβρίου 1939 η Συναγωγή πυρπολήθηκε από τους SS με ένα πλήθος Εβραίων προσκυνητών μέσα, ο καθολικός ιερέας, ο πατέρας Μιετσίσουαφ Ζαβάντζκι, άνοιξε τις πύλες της εκκλησίας του στη Γκούρα Ζαμκόβα για όλους όσους είχαν ξεφύγει και αναζητούσαν καταφύγιο. Δεν είναι γνωστό πόσους Εβραίους έσωσε μέχρι να υποχωρήσει ο κίνδυνος, πιθανότατα πάνω από εκατό. Ο πατέρας Ζαβάντζκι έλαβε τον τίτλο του Πολωνού Δικαίου των Εθνών μετά θάνατον το 2007. Πέθανε το 1975 στο Μπέντζιν.[8]

Προσπάθειες διαφυγής πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των ενεργειών εκκαθάρισης του γκέτο. Η Τσέλα Κλέινμαν και ο αδελφός της Ίτσακ διέφυγαν από το τρένο του Ολοκαυτώματος το 1943 χάρη σε μια χαλαρή σανίδα στην οροφή. Διασώθηκαν από την οικογένεια του Στανίσουαφ Γκζιμπόφσκι, με την οποία ο πατέρας τους είχε εργαστεί σε ανθρακωρυχείο. Ωστόσο, η Τσέλα συνελήφθη όταν αναζητούσε χαρτί ταυτότητας «Aryan» και δολοφονήθηκε.Μετά από αυτό, ο Γκζιμπόφσκι μετέφερε τον Ίτσακ στην κόρη του Βάντα και τον σύζυγό της Καζίμιες το 1944. Η Βάντα και ο Καζίμιες Καφάρσκι έλαβαν την αναγνώριση ως Ηθικοί το 2004, πολύ μετά το θάνατο του Στανίσουαφ Γκζιμπόφσκι λόγω γήρατος.[9]

Ενώ η Συναγωγή καιγόταν, άλλα σπίτια έπιασαν επίσης φωτιά. Πολλοί διαφυγόντες Εβραίοι που σώθηκαν από τον πατέρα Ζαβάντζκι, τραυματίστηκαν και χρειάστηκαν ιατρική βοήθεια. Διασώθηκαν από τον Δρ. Ταντέους Κοσιμπόβιτς, διευθυντή του κρατικού νοσοκομείου του Μπέντζιν, με τη βοήθεια του Δρ. Ρίσαρντ Νιτς και της Αδελφής Ρουφίνα Σβίρσκα. Οι κρίσιμα τραυματισμένοι Εβραίοι μεταφέρθηκαν από αυτούς στο νοσοκομείο με ψευδή ονόματα. Άλλοι Εβραίοι κρύβονταν επίσης στο νοσοκομείο, όπου τους δινόταν άμεση απασχόληση. Ωστόσο, ο διευθυντής Κοσιμπόβιτς καταδόθηκε από έναν από τους εθνοτικούς Γερμανούς ασθενείς του και συνελήφθη από τη Γκεστάπο στις 8 Μαΐου 1940. Και οι τρεις διασώστες καταδικάστηκαν σε ποινή θανάτου, η οποία σύντομα μετατράπηκε σε φυλάκιση σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο Δρ Κοσιμπόβιτς βρέθηκε στο Νταχάου, στο Ζάξενχαουζεν, στο Μαϊντάνεκ (Λούμπλιν), καθώς και στο Γκρος-Ρόζεν. Εργάστηκε ως φυλακισμένος γιατρός και επέζησε. Ο Κοσιμπόβιτς επέστρεψε στο Μπέντζιν μετά την απελευθέρωσή του και έλαβε ξανά τη θέση του διευθυντή νοσοκομείου. Πέθανε στις 6 Ιουλίου 1971 και του απονεμήθηκε ο τίτλος του Ηθικού μετά θάνατον το 2006 από το κράτος του Ισραήλ.[10]

Εκατοντάδες Πολωνοεβραίοι παρέμειναν κρυμμένοι όταν οι μεταφορές στο Άουσβιτς έληξαν τον Αύγουστο του 1943. Οι επιζώντες μεταφέρθηκαν λαθραία από τα καταφύγια σε μικρές ομάδες από μέλη της ŻOB: Φέλα Κατς, Σχμούελ Ρον και Κάσια Σάντσερ. Πολωνοί διασώστες που τους πήραν στην «Άρια» πλευρά της πόλης περιλάμβαναν τον Ρόμαν Κοουόντζιεϊ, που σκοτώθηκε για τη διάσωση Εβραίων στις 2 Ιανουαρίου 1944, και τη Ζόφια Κλέμενς που συνελήφθη από τη Γκεστάπο και στάλθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η Κλέμενς επέζησε. Της απονεμήθηκε ο τίτλος του Ηθικού το 1964.[11] Η οικογένεια Κομπίλετς έσωσε πάνω από εβδομήντα Εβραίους. Έλαβαν μετάλλια Ηθικής είκοσι χρόνια αργότερα.[12]

ΕορτασμόςΕπεξεργασία

Υπάρχουν πολλά ημερολόγια από επιζώντες και εκατοντάδες γραπτές αλληλογραφίες που έγιναν σε σχέσεις με εκείνους στο γκέτο εκείνη την εποχή.[3] Διατηρήθηκαν φωτογραφίες πολλών απελαθέντων από τα γκέτο στο Άουσβιτς. Μια συλλογή με πάνω από 2.000 φωτογραφίες ανακαλύφθηκε τον Οκτώβριο του 1986, συμπεριλαμβανομένων πολλών εικόνων της ζωής στο Μπέντζιν και στο γκέτο. Μερικές από αυτές έχουν δημοσιευτεί σε βιβλίο ή σε βίντεο. Το Ίδρυμα Eyes from the Ashes διαχειρίζεται τη συλλογή.

Το 2004, το Δημοτικό Συμβούλιο του Μπέντζιν αποφάσισε να αφιερώσει την πλατεία της πόλης στους ήρωες της εξέγερσης του εβραϊκού γκέτο στο Μπέντζιν. Τον Αύγουστο του 2005 παρουσιάστηκε νέο μνημείο στην τοποθεσία του Γκέτο του Μπέντζιν.

Πρόσωπα του Γκέτο του ΜπέντζινΕπεξεργασία

  • Χιρς Μπάρενμπλατ, ο μαέστρος της Εθνικής Όπερας του Ισραήλ, δικάστηκε το 1964 επειδή είχε παραδώσει τους Εβραίους στους Ναζί ως επικεφαλής της Εβραϊκής Αστυνομίας του Γκέτο του Μπέντζιν.[13] Έχοντας φτάσει στο Ισραήλ το 1958-59, ο Μπάρενμπλατ συνελήφθη αφού ένας επιζών του γκέτο τον αναγνώρισε ενώ διεύθηνε μια όπερα. Βρέθηκε ένοχος για βοήθεια στους Ναζί, όπου διασφάλιζε ότι οι Εβραίοι που επιλέγονταν για τα στρατόπεδα θανάτου δεν θα διέφευγαν και καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε ετών. Την 1η Μαΐου 1964, έχοντας εκτίσει τρεις μήνες από την ποινή, ο Μπάρενμπλατ απελευθερώθηκε και το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ ακύρωσε την καταδίκη του.[14]
  • Σβι Μπράντες - αγωνιστής αντίστασης στο γκέτο
  • Άλα Γκέρτνερ - συμμετέχουσα στο κίνημα αντίστασης στο στρατόπεδο του Άουσβιτς-Μπίρκεναου
  • Σάμουελ Τσίγλερ - ζωγράφος
  • Μπάρουχ Γκάφτεκ - αγωνιστής αντίστασης στο γκέτο
  • Ρούτκα Λάσκιερ - συγγραφέας ημερολογίου
  • Μέναχεμ Λίορ - αγωνιστής αντίστασης στο γκέτο που επέζησε του πολέμου
  • Σαμ Πίβνικ - επιζών του Ολοκαυτώματος, συγγραφέας ενός βιβλίου απομνημονεύσεων
  • Φρούμκα Πουοτνίτσκα - αγωνιστής αντίστασης στο γκέτο της Βαρσοβίας και του Μπέντζιν
  • Εουγκένια Πράβερ-Πίνσκι - συγγραφέας του ημερολογίου για τις συναντήσεις των Τάξεων του γκέτο (Μπέντζιν 2007), γιατρός
  • Σάλομον Βέινζιεχερ - γιατρός, μέλος του Κοινοβουλίου
  • Στανίσουαφ Βιγκόντζκι - συγγραφέας

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Ντάβιντ Φίσερ. «The Ghetto of Sosnowiec (Srodula)». Holocaust Testimonies. PolishJews.org. Ανακτήθηκε στις 28 Μαρτίου 2016. 
  2. «Jewish youth at the "Farma" collective». Ουάσινγκτον: Μουσείο Μνήμης του Ολοκαυτώματος των Ηνωμένων Πολιτειών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Δεκεμβρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 28 Μαρτίου 2016. The "Farma" was a plot of land between Bedzin and Sosnowiec that was allocated to the local Zionist youth movements by the Jewish Council for the growing of vegetables. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 Μάτσιεϊ & Έυα Σανιάφτσι. «Zagłada Żydów w Będzinie w świetle relacji». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Φεβρουαρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2016. 
  4. 4,0 4,1 4,2 Τσίριλ Σκιμπίνσκι (23 Αυγούστου 2013). «The Bedzin Ghetto. We remember». Εβραϊκό Ιστορικό Ινστιτούτο. Χορηγούμενο από το Υπουργείο Πολιτισμού και Εθνικής Κληρονομιάς. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 Ιουλίου 2020. Ανακτήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2016.  Σφάλμα αναφοράς: Invalid <ref> tag; name "CS" defined multiple times with different content Σφάλμα αναφοράς: Invalid <ref> tag; name "CS" defined multiple times with different content
  5. 5,0 5,1 Μίκαελ Φλέμινγκ (2014). Auschwitz, the Allies and Censorship of the Holocaust. Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. σελ. 184. ISBN 978-1107062795. 
  6. Άχαρον Μπράντες (1959) [1945]. «The demise of the Jews in Western Poland». In the Bunkers (στα Εβραϊκά και Γίντις). σελίδες 364–365. 
  7. Μαρτίνα Σιπνιέφσκα; Άνταμ Μαρτσέφσκι; Ζόφια Σοχάνσκα; Άνταμ Ντιλέφσκι (επιμ.). «Jewish history of Będzin». Virtual Shtetl. σελίδα 9 από 10. Ανακτήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2015. 
  8. Παουλίνα Μπερτσίνσκα (Σεπτέμβριος 2013). «Mieczysław Zawadzki. Sprawiedliwy wśród Narodów Świata - tytuł przyznany: 2007». Historia pomocy. Μουσείο της Ιστορίας των Πολωνοεβραίων. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Ιουνίου 2016. Ανακτήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2016. 
  9. Γιάκουμπ Μπέτσεκ (Μάιος 2012). «Rodzina Kafarskich: Wanda Kafarska, Kazimierz Kafarski. Sprawiedliwy wśród Narodów Świata - tytuł przyznany: 2004». Historia pomocy. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Ιουνίου 2016. Ανακτήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2016. 
  10. Δρ. Μάρια Τσιεσιέλσκα; Κλάρα Γιατσκλ, επιμ. (Αύγουστος 2014). «Dr. Tadeusz Kosibowicz. Sprawiedliwy wśród Narodów Świata - tytuł przyznany: 20 marca 2006». Historia pomocy. Μουσείο της Ιστορίας των Πολωνοεβραίων. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Ιουλίου 2016. Ανακτήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2016. 
  11. «Klemens Zofia | Polscy Sprawiedliwi». sprawiedliwi.org.pl. Ανακτήθηκε στις 8 Μαρτίου 2020. 
  12. Αλεξάντρα Ναμίσουο (Μάρτιος 2009). «Nie znoszę, kiedy krzywdzą niewinnych ludzi». Biuletyn Instytutu Pamięci Narodowej (Ινστιτούτο Εθνικής Μνήμης) Nr 3 (98): σελ. 52-54/120 σε PDF. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2020-07-28. https://web.archive.org/web/20200728203445/https://pamiec.pl/download/49/29335/Biuletyn_3_2009.pdf. Ανακτήθηκε στις 2020-09-19. 
  13. Πόρτνοϊ, Έντι. «Conductor of Israel National Opera Guilty of Nazi Collaboration». Forward.com. Ανακτήθηκε στις 28 Οκτωβρίου 2019. 
  14. . New York Times. https://www.nytimes.com/1964/05/02/archives/israeli-absolved-of-help-to-nazis-court-reverses-conviction-of.html. Ανακτήθηκε στις 28 Οκτωβρίου 2019. 

Περαιτέρω ανάγνωσηΕπεξεργασία