Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Δημήτριος (Τάκος) Μακρής (1910 - 10 Μαρτίου 1981) ήταν Έλληνας δικηγόρος και πολιτικός, κορυφαίος υπουργός στην πρώτη οκταετία του Κωνσταντίνου Καραμανλή και γενικός διευθυντής του κόμματος της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης (ΕΡΕ).

Δημήτριος Μακρής
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1910
Φλώρινα
Θάνατος10  Μαρτίου 1981
Λονδίνο
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΝέα ελληνική γλώσσα
ΣπουδέςΕθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
δικηγόρος
Πολιτική τοποθέτηση
Πολιτικό κόμμα/ΚίνημαΕθνική Ριζοσπαστική Ένωσις και Νέα Δημοκρατία
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΥπουργός Εσωτερικών της Ελλάδας (1956–1958, Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Γ. Καραμανλή 1956)
Υπουργός Εσωτερικών της Ελλάδας (1958–1961, Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Γ. Καραμανλή 1958)
Υπουργός Προεδρίας της Ελλάδας (1961–1963, Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Γ. Καραμανλή 1961)
μέλος της Βουλής των Ελλήνων (1956–1967, εκλογική περιφέρεια Φλώρινας, Εθνική Ριζοσπαστική Ένωσις)
μέλος της Βουλής των Ελλήνων (1974–1977, εκλογική περιφέρεια Φλώρινας, Νέα Δημοκρατία)

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφικά στοιχείαΕπεξεργασία

Γεννήθηκε το 1910 στη Φλώρινα, γιος του δικηγόρου Κωνσταντίνου Μακρή από το Μοναστήρι (σημερινά Μπίτολα στη Βόρεια Μακεδονία), βενιζελικών πολιτικών πεποιθήσεων, που είχε βλάχικη καταγωγή και είχε συμμετάσχει στο Μακεδονικό αγώνα.

Σπούδασε νομική στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά καταξιώθηκε ως δικηγόρος στη Θεσσαλονίκη, της οποίας ήταν μόνιμος κάτοικος από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 μέχρι την κάθοδό του στην πολιτική το 1956.

Ως δικηγόρος συνδέθηκε φιλικά με τον Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος του πρότεινε να κατέβει υποψήφιος με την ΕΡΕ στις εκλογές του 1956. Ο Μακρής δέχτηκε, κατήλθε στην πολιτική και διετέλεσε βουλευτής Φλώρινας με την ΕΡΕ από το 1956 ως το 1967, και μεταπολιτευτικά με τη Νέα Δημοκρατία από το 1974 ως το 1977.[1] Επίσης ο Καραμανλής τον είχε ορίσει και γενικό διευθυντή του κόμματος της ΕΡΕ.

Διετέλεσε υπουργός Εσωτερικών συνεχώς από το 1956 ως το 1961[2][3] (με εξαίρεση τις προεκλογικές περιόδους όπου τότε αναλάμβαναν υπηρεσιακές κυβερνήσεις), έχοντας υπό τον έλεγχό του και τα σώματα ασφαλείας, Χωροφυλακή και Αστυνομία Πόλεων. Την περίοδο 1961 - 1963 ήταν υπουργός Προεδρίας της Κυβερνήσεως.[4] Το 1958, για λογαριασμό του Καραμανλή, διαπραγματεύτηκε με τους Σοφοκλή Βενιζέλο και Γεώργιο Παπανδρέου το εκλογικό σύστημα που σκοπό είχε να μειώσει τη δύναμη της Αριστεράς (ΕΔΑ).

Η αμερικανική μυστική υπηρεσία CIA (σε έγγραφες αναφορές της που σήμερα έχουν αποχαρακτηριστεί), η οποία τότε διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της μετεμφυλιακής Ελλάδας, επιφύλασσε πολύ βαρείς χαρακτηρισμούς για τον Μακρή, στον οποίο αναφερόταν ως «απόλυτα αποτυχημένο» («He has been totally ineffective as a minister»), ενώ ανέφερε επίσης ότι ο Μακρής, ως δικηγόρος στην Θεσσαλονίκη, είχε υπόγειες σχέσεις με τους εκεί δικαστές και εισαγγελείς, κάτι που του είχε επιτρέψει να εξασφαλίσει την απαλλαγή ή την ελαφρά καταδίκη αριστερών και κομμουνιστών του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, τους οποίους είχε πελάτες.[5] Τέλος, έχανε συνεχώς μεγάλα χρηματικά ποσά σε χαρτοπαικτικές λέσχες, κάτι που είχε αρχίσει να γίνεται ευρύτερα γνωστό στους κύκλους της πολιτικής ζωής της τότε Αθήνας.[5]

Πέθανε στο Λονδίνο στις 10 Μαρτίου 1981.[6]

Υπόθεση ΜέρτενΕπεξεργασία

Κύριο λήμμα: Υπόθεση Μέρτεν

Την περίοδο του σκανδάλου Μέρτεν Τάκος Μακρής κατονομάστηκε ως συνεργάτης των Ναζί στη Θεσσαλονίκη κατά την περίοδο της Κατοχής από τον Μαξ Μέρτεν, τέως υψηλόβαθμο ναζιστή αξιωματούχο που συνελήφθη στην Ελλάδα και τελικά αποφυλακίστηκε και απελάθηκε μετά από πολιτικές πιέσεις της Δυτικής Γερμανίας.

Στις 28 Σεπτεμβρίου του 1960, η γερμανική εφημερίδα Ηχώ του Αμβούργου και το περιοδικό Der Spiegel δημοσίευσαν αφηγήσεις του Μαξ Μέρτεν, σύμφωνα με τις οποίες ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο υπουργός Εσωτερικών Δημήτριος Μακρής και η σύζυγός του Μακρή Δοξούλα Λεοντίδου ήταν «έμμισθοι πληροφοριοδότες των γερμανικών αρχών Κατοχής και για τις πολύτιμες πληροφορίες που είχαν δώσει, σχετικά με την Αντίσταση, πήραν ανταμοιβή από τις κατασχεμένες περιουσίες των Εβραίων της Θεσσαλονίκης».

Αυτές οι δηλώσεις προκάλεσαν την έντονη αντίδραση της ελληνικής πρεσβείας, με τον Έλληνα πρέσβη να προβαίνει σε ανακοίνωση όπου διέψευδε όλους τους ισχυρισμούς του Μέρτεν. Ο ίδιος ο Μαξ Μέρτεν αρνήθηκε να καταθέσει στα γερμανικά δικαστήρια σχετικά με τα όσα καταμαρτυρούσε στις συνεντεύξεις του στον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Τάκο Μακρή, δηλώνοντας ότι δεν εμπιστεύεται τη γερμανική δικαιοσύνη.

Στις 10 Νοεμβρίου του 1961 ο Μέρτεν καταδικάστηκε από την ελληνική δικαιοσύνη ερήμην σε τετραετή φυλάκιση και χρηματική καταβολή 70.000 δραχμών ως ένοχος συκοφαντικής δυσφήμησης.

Η αμερικανική CIA εκτιμούσε τότε (σε έγγραφες αναφορές της που σήμερα έχουν αποχαρακτηριστεί) ότι ο Μακρής πράγματι ήταν έμμισθος συνεργάτης των Γερμανών και ανταμείφθηκε για τις υπηρεσίες του από κλεμμένες εβραϊκές περιουσίες,[5] αλλά ούτε η ελληνική ούτε και η δυτικογερμανική κυβέρνηση επιθυμούσαν την «αναμόχλευση» της υπόθεσης, για ευνόητους λόγους.[5]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

ΠηγέςΕπεξεργασία