Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Ανδρόγυνο»

μ
διορθ
μ (διορθ)
{{Μετάφραση}}
 
Η λέξη '''ανδρόγυνο''' πρόερχεται από την [[Ελληνική γλώσσα]] και συνδιάζεισυνδυάζει τις λέξεις [[άνδρας]] και γυνή, δηλαδή [[γυναίκα]], και χρησιμοποιείται για να περιγράψει άτομα που συνδιάζουνσυνδυάζουν αντρικά με θυλικάθηλυκά χαρακτηριστικά, είτε σε θέματα πρωσοπικότηταςπροσωπικότητας ή μόδας, είτε σε όσον αφορά το σώμα τους ([[ερμαφροδιτισμός]]).<ref name="oed-androgyny">{{OED|androgyny}}</ref>
 
==Ως ταυτότητα φύλου==
Ένα '''ανδρόγυνο''' ως [[ταυτότητα φύλου]] είναι ένα άτομο που δεν ταιριάζει ούτε στο [[ρόλο φύλου]] του άντρα ούτε και της γυναίκας όπως ορίζονται στη κοινωνία στην οποία γεννήθηκε ή ζει. Μια άλλη λέξη είναι η ''ambigender'' (αμφίβολο φύλο). Πολλά ανδρόγυνα λένε πως είναι ψυχολογικά μεταξύ του άντρα και της γυναίκας, ή εντελώς άσχετα με το θέμα του φύλου. Μπορεί επίσης να ονομάζονται ''μη-φυλικά άτομα'', ''ουδετεροφυλικά άτομα'', ''άφυλα άτομα'', ή άτομα που είναι μεταξύ των φύλων, [[διαφυλικά άτομα]], ''[[δίφυλα άτομα]]'',"πανφυλικά άτομα" ή ''υγροφυλικά άτομα'' (genderfluid).{{Citation needed|date=June 2007πηγή}} Με απλά λόγια, ένα ανδρόγυνο είναι συνδιασμόςσυνδυασμός άντρα και γυναίκας σε ένα σώμα και άρα ανήκουν ταυτόχρονα και στα δύο φύλα.
 
Παλιά η λέξη ''ανδρόγυνο'' ήταν συνώνυμο του ερμαφρόδυτουερμαφρόδιτου, αλλά σήμερα λέμε [[διεμφυλικό άτομο]] ([[intersex]]).{{Citation needed|date=October 2008πηγή}}
<!--
==The Bem Sex Role Inventory==