Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Κονσιερζερί»

μ
 
=== Η Κονσιερζερί στα Μεσαιωνικά Χρόνια ===
Η νησίδα ''Ile de la Cité'' κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους κατά τα ύστερα αρχαϊκά χρόνια. Αργότερα, το δυτικό τμήμα του νησιού χρησιμοποιήθηκε ως ανάκτορο για τους Μεροβίγγειους ηγεμόνες. Από το 10ο μέχρι και τον 14ο αιώνα υπήρξε η έδρα των μεσαιωνικών Βασιλέων της Γαλλίας. Επί Λουδοβίκου Θ΄ της Γαλλίας (1226-1270) και του Φιλίππου Δ΄ (1284–1314) το Παλάτι των Μεροβιγγείων μοναρχών επεκτάθηκε και οχυρώθηκε περισσότερο.
 
Ο Βασιλιάς Λουδοβίκος Θ΄ προσέθεσε τις αξιόλογες πινακοθήκες Σαιντ Σαπέλ (Sainte-Chapelle) και παρόμοιες που σχετίζονται με αυτήν, ενώ ο Φίλιππος Δ΄ δημιούργησε την πρόσοψη στην πλευρά του ποταμού και έναν μεγάλο προθάλαμο. Αμφότερα είναι εξαίρετα παραδείγματα της γαλλικής θρησκευτικής αλλά και κοσμικής αρχιτεκτονικής της περιόδου αυτής. Το Sainte-Chapelle, που χτίστηκε σε γαλλικό βασιλικό ρυθμό, ανεγέρθηκε για να φυλαχθεί εκεί το στέμμα με τα αγκάθια, το οποίο το έφεραν πίσω από τους Σταυροφόρους και επίσης επέχει θέση βασιλικού παρεκκλησίου.
 
Η "Grande-Salle" (Μεγάλο Σαλόνι) ήταν ένα από τα μεγαλύτερα στην [[Ευρώπη]] και το ισόγειό του, γνωστό με την ονομασία "La salle des gens" σώζεται μέχρι σήμερα: έχει μήκος 209 πόδια, πλάτος 90 πόδια και ύψος 28 πόδια. Χρησιμοποιούνταν ως σαλόνι για τους 2.000 ανθρώπους που αποτελούσαν τους εργαζομένους στο παλάτι. Η θέρμανση του δωματίου γινόταν με τέσσερα μεγάλα τζάκια και ο φωτισμός του ήταν αρκετός, καθώς υπήρχαν πολλά παράθυρα, τα οποία τώρα είναι κλειστά. Επίσης, το μέρος χρησιμοποιήθηκε για βασιλικές δεξιώσεις και συνεδριάσεις δικαστηρίων. Το γειτονικό Salle des Gardes χρησιμοποιήθηκε αντί του προηγούμενου δωματίου και εκεί ο Βασιλιάς διεξήγαγε τη συνεδρίαση του Κοινοβουλίου υπό την παρουσία του (''lit de justice'').
 
Έπειτα από το [[1300]] το ανάκτορο βελτιώθηκε από τους Βασιλείς του οίκου των Βαλουά, ωστόσο το [[1358]] εγκαταλείφθηκε και τα Ανάκτορα μεταφέρθηκαν κοντά στο [[Λούβρο]]. Το ανάκτορο αυτό συνέχισε να στεγάζει το Κοινοβούλιο. Το [[1391]] το κτήριο μετατράπηκε σε φυλακή. Οι έγκλειστοι σε αυτήν αποτελούσαν ένα κράμα από εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου με πολιτικούς κρατουμένους. Όπως συνέβαινε και σε άλλα σωφρονιστικά ιδρύματα της εποχής εκείνης, η μεταχείριση του τροφίμου ήταν ανάλογη με τα πλούτη του και την κοινωνική του θέση, όπως επίσης και με τις διασυνδέσεις που είχε. Έτσι, οι πολύ πλούσιοι ή αυτοί που ασκούσαν επιρροή είχαν στα κελιά τους γραφείο για ανάγνωση και γραφή, υλικά γραφείου και κρεβάτι σε ξεχωριστό κελί. Οι λιγότερο πλούσιοι κρατούμενοι μπορούσαν να πληρώσουν για να έχουν ''pistoles'', δηλαδή κελιά με ένα κρεβάτι, σε κακή όμως κατάσταση, και ίσως ένα τραπέζι. Οι φτωχοί ή ''pailleux'' ήταν περιορισμένοι σε σκοτεινά και υγρά κελιά, σε συνθήκες έλλειψης καθαριότητας και αποκαλούνταν ''oubliettes'' (κυριολεκτικά "ξεχασμένοι τόποι"). Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι κρατούμενοι αυτοί πέθαιναν από επιδημίες όπως η βουβωνική πανώλη ([[Μαύρος Θάνατος]]).
 
Τρεις πύργοι σώζονται από την Κονσιερζερί του Μεσαίωνα: ο Πύργος του Καίσαρα, που ονομάστηκε έτσι προς τιμήν των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων, ο Αργυρός Πύργος, που οφείλει την ονομασία του στη φήμη που τον ήθελε χώρο για αποθήκευση βασιλικών θησαυρών και ο Πύργος Bonbec ("καλό ράμφος"). Ο τελευταίος ονομάστηκε έτσι επειδή στέγαζε το δωμάτιο των βασανιστηρίων και μέσα σε αυτό τα θύματα "τραγουδούσαν". Το κτήριο επεκτάθηκε κατά τα επόμενα χρόνια και γύρω στα [[1370]] εγκαταστάθηκε το πρώτο δημόσιο ρολόι. Το σημερινό ρολόι χρονολογείται από το 1535. Ο ''concierge'' ή φύλακας του Παλατιού του Βασιλέα, έδωσε το όνομα που έχει σήμερα το κτήριο.
 
2

επεξεργασίες