Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Εβραϊκή γλώσσα»

μ (Ρομπότ: Προσθήκη: pnb:عبرانی)
Εξαιτίας τής μακράς αχρησίας επί αιώνες, η Εβραϊκή δεν διέθετε αρκετές σύγχρονες λέξεις. Αρκετές μεταφέρθηκαν ως νεολογισμοί προερχόμενοι από την Εβραϊκή Βίβλο ή ως δάνεια από άλλες γλώσσες. Η σύγχρονη Εβραϊκή έγινε επίσημη γλώσσα τής υπό Βρετανική εντολή [[Παλαιστίνη (ιστορική περιοχή)|Παλαιστίνης]] (Mandat[e] της [[Κοινωνία των Εθνών|Κοινωνίας των Εθνών]]) το 1921 (μαζί με την Αγγλική και την Αραβική), ενώ το 1948 έγινε επίσημη γλώσσα τού νεοσύστατου Κράτους τού [[Ισραήλ]].
 
== Ιστορία ==
 
Ο όρος ''Εβραϊκή γλώσσα'' αναφέρεται σε μία από τις διάφορες διαλέκτους τής [[Χαναανικές γλώσσες|Χαναανικής]]. Η Εβραϊκή ([[Ισραήλ]]) και η Μωαβιτική ([[Ιορδανία]]) αποκαλούνται Νότιες Χαναανικές διάλεκτοι, ενώ η [[Φοινικική]] ([[Λίβανος]]) αποκαλείται Βόρεια Χαναανική διάλεκτος. Η [[Χαναανική γλώσσα|Χαναανική]] συγγενεύει στενά με την [[Αραμαϊκή γλώσσα|Αραμαϊκή]] και, σε μικρότερο βαθμό, με τη Νοτιο-Κεντρική [[Αραβική γλώσσα|Αραβική]]. Ενώ οι άλλες χαναανικές διάλεκτοι έχουν εκλείψει, η Εβραϊκή επιβίωσε.
 
Ως ομιλουμένη γλώσσα η Εβραϊκή ήκμασε στο [[Ισραήλ]] από τον 10 αι. π.Χ. μέχρι λίγο πριν από τη Βυζαντινή περίοδο (3ος ή 4ος αι. μ.Χ.). Κατόπιν η Εβραϊκή παρέμεινε γραπτή γλώσσα ώς τη σύγχρονη εποχή, οπότε αναβίωσε ως ομιλουμένη γλώσσα τον 19ο αιώνα.
 
Αξίζει να σημειωθεί ότι η λέξη ''Εβραϊκά'' ή ''εβραϊστί'' (''‘ivrit'') δεν χρησιμοποιείται για τη γλώσσα παρά μόνο κατά την ελληνιστική περίοδο. Στη [[Αγία Γραφή|Βίβλο]] συναντούμε συνήθως τη λέξη ''yĕhûdît'' «ιουδαϊστί».
 
=== Η Εβραϊκή ως ξεχωριστή Χαναανική διάλεκτος ===
 
Η πρώτη γραπτή μαρτυρία τής μη Βιβλικής Εβραϊκής ως διακριτής γλώσσας, το ημερολόγιο της [[Γεζέρ]], ανάγεται στον 10ο αι. (περ. 925 π.Χ.) κατά την έναρξη της Μοναρχικής Περιόδου, τον καιρό των βασιλέων [[Δαβίδ]] και [[Σολομών]]τα. Το ημερολόγιο αυτό, το οποίο εντάσσεται στην περίοδο της Αρχαίας Βιβλικής Εβραϊκής, παρουσιάζει έναν κατάλογο εποχών και σχετικών αγροτικών εργασιών, γραμμένο σε επτά οριζόντιες και μία κάθετη γραμμή. Το ημερολόγιο αυτό οφείλει το όνομά του στην πόλη κοντά στην οποία βρέθηκε και είναι γραμμένο σε αρχαία Σημιτική γραφή, συγγενή προς τη [[Φοινικική γλώσσα|Φοινικική]], η οποία μέσω των Ελλήνων και των [[Ετρούσκοι|Ετρούσκων]] εξελίχθηκε στο λατινικό αλφάβητο. Το ημερολόγιο της [[Γεζέρ]] είναι γραμμένο χωρίς φωνήεντα και δεν χρησιμοποιεί σύμφωνα που υπονοούν φωνήεντα ακόμη και στις θέσεις όπου η κατοπινή εβραϊκή γραφή απαιτεί κάτι τέτοιο.
 
[[Αρχείο:Silwan-inscr.jpg|left|300px|thumb|Το επίθυρο της Σεβνά, από τον τύμβο ενός βασιλικού ακολούθου που βρέθηκε στη [[Σιλωάμ]], χρονολογείται τον 7ο αιώνα π.Χ.]]
 
Αρκετές παλαιότερες πινακίδες έχουν βρεθεί στην περιοχή με παρόμοιες γραφές σε άλλες Σημιτικές γλώσσες, παραδείγματος χάριν στην Πρωτοσιναϊτική. Εικάζεται ότι τα αρχικά σχήματα της γραφής ανάγονται στην ιερογλυφική γραφή των αρχαίων [[Αρχαία Αίγυπτος|Αιγυπτίων]], αν και η φωνητική αξία τους έχει καθοριστεί από την ακροφωνική αρχή. Ο κοινός πρόγονος τής Εβραϊκής και της Φοινικικής, η [[Χαναανική γλώσσα]], ήταν πιθανώς η πρώτη που χρησιμοποίησε σημιτικό αλφάβητο διακριτό από το αιγυπτιακό.
 
Μια αρχαία μαρτυρία είναι η διάσημη [[Μωαβιτική Λίθος]] (περ. 830 π.Χ.), γραμμένη στη μωαβιτική διάλεκτο, στην οποία αναφέρεται ο Μωαβίτης βασιλιάς Μησά καυχώμενος για τις νίκες του επί των Ισραηλιτών. Η Επιγραφή τού [[Σιλωάμ]], κοντά στην [[Ιερουσαλήμ]], αποτελεί πρώιμο δείγμα Εβραϊκής. Βρέθηκε στον αγωγό που έκτισε ο βασιλιάς [[Εζεκίας]] κάτω από την πόλη τού [[Δαβίδ]], προκειμένου να υδροδοτηθεί η Δεξαμενή τού [[Σιλωάμ]]. Λιγότερο παλαιά δείγματα αρχαϊκής Εβραϊκής περιέχουν τα όστρακα που βρέθηκαν κοντά στη Λαχείς, τα οποία καταγράφουν γεγονότα πριν από την τελική κατάληψη της [[Ιερουσαλήμ]] από τον [[Ναβουχοδονόσορ Β'|Ναβουχοδονόσορ]] και τη Βαβυλωνιακή αιχμαλωσία τον 6ο αιώνα π.Χ.
 
=== Κλασική Εβραϊκή ===
[[Αρχείο:Penteteuch.jpg|200px|thumb|right|Η Βιβλική Εβραϊκή όπως απαντά στο κείμενο των [[Δέκα Εντολές|Δέκα Εντολών]]]]
Υπό ευρύτερη έννοια, '''Κλασική Εβραϊκή''' ονομάζεται η ομιλουμένη γλώσσα τής αρχαίας γης τού [[Ισραήλ]], η οποία ήκμασε μεταξύ τού 10ου αι. π.Χ. και της αρχής τού 4ου αι. μ.Χ. Περιλαμβάνει διάφορες διαλέκτους. Οι φάσεις τής Κλασικής Εβραϊκής συχνά κατονομάζονται με βάση σημαντικά γραπτά κείμενα που συνδέονται με αυτές.
* '''Αρχαϊκή Βιβλική Εβραϊκή''' (10ος – 6ος αι. π.Χ.): Αντιστοιχεί στο διάστημα μεταξύ τής Μοναρχικής Περιόδου και της Βαβυλωνιακής Εξορίας, παρουσιάζεται δε σε ορισμένα κείμενα της Εβραϊκής [[Αγία Γραφή|Βίβλου]] ([[Τανάκ]]), κυρίως στο Άσμα τού [[Μωυσής|Μωυσή]] ([[Έξοδος]], κεφ. 15) και στο Άσμα τής Δεβόρρας ([[Κριταί]], κεφ. 5). Αποκαλείται επίσης Παλαιά Εβραϊκή ή Παλαιοεβραϊκή. Χρησιμοποιούσε μια μορφή χαναανικής γραφής.
* '''Βιβλική Εβραϊκή''' (περί τον 6ο αι. π.Χ.): Αντιστοιχεί στο διάστημα της Βαβυλωνιακής Εξορίας και αντιπροσωπεύει σε μεγάλο βαθμό τον κύριο όγκο τής Εβραϊκής [[Αγία Γραφή|Βίβλου]] που διαμορφώθηκε τότε. Αποκαλείται επίσης Κλασική Βιβλική Εβραϊκή (ή Κλασική Εβραϊκή, υπό στενή έννοια). Υιοθέτησε την αυτοκρατορική αραμαϊκή (συριακή) γραφή.
* '''Ύστερη Βιβλική Εβραϊκή''' (περ. 6ος – 4ος αι. π.Χ.): Αντιστοιχεί στην περσική περίοδο και αντιπροσωπεύεται από ορισμένα κείμενα της Εβραϊκής Βίβλου, κυρίως τα βιβλία τού [[Έσδρας|Έσδρα]] και του [[Νεεμίας (πρόσωπο)|Νεεμία]].
* '''Εβραϊκή των Ρόλων τής Νεκράς Θαλάσσης''' (3ος αι. π.Χ. – 1ος αι. μ.Χ.): Αντιστοιχεί στην ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο πριν από την καταστροφή τού Ναού τής [[Ιερουσαλήμ]] και αντιπροσωπεύεται από τους ρόλους τού [[Κουμράν]], οι οποίοι αποτελούν την πλειονότητα (αλλά όχι το σύνολο) των ρόλων τής [[Νεκρά θάλασσα|Νεκράς Θαλάσσης]]. Μερικές φορές αποκαλείται Εβραϊκή τού Κουμράν. Η αυτοκρατορική αραμαϊκή γραφή των πρωιμότερων ρόλων (3ος αι. π.Χ.) εξελίχθηκε στην τετράγωνη εβραϊκή γραφή των ύστερων ρόλων (1ος αι. μ.Χ.), η οποία είναι εν χρήσει σήμερα.
* '''Μισναϊκή Εβραϊκή''' (1ος – 3ος ή 4ος αι. μ.Χ.): Αντιστοιχεί στη ρωμαϊκή περίοδο μετά την καταστροφή τού Ναού στην [[Ιερουσαλήμ]] και αντιπροσωπεύεται από τον κύριο όγκο τού [[Μισνά]] και της Τοσεφτά (του [[Ταλμούδ]]), καθώς και από ρόλους τής [[Νεκρά θάλασσα|Νεκράς Θαλάσσης]], όπως οι Επιστολές τού Μπαρ Κοχβά και ο Χαλκούς Ρόλος. Αποκαλείται επίσης Ταναϊτική Εβραϊκή ή Πρώιμη Ραββινική Εβραϊκή.
 
Μερικές φορές οι ανωτέρω φάσεις τής ομιλουμένης Κλασικής Εβραϊκής διακρίνονται απλουστευτικά σε «Βιβλική Εβραϊκή» (περιλαμβάνοντας διάφορες διαλέκτους από τον 10ο αι. ώς τον 2ο αι. π.Χ., καθώς και ορισμένους ρόλους τής [[Νεκρά θάλασσα|Νεκράς Θαλάσσης]]) και «Μισναϊκή Εβραϊκή» (περιλαμβάνοντας διάφορες διαλέκτους από τον 3ο αι. π.Χ. ώς τον 3ο αι. μ.Χ., καθώς και ορισμένους άλλους ρόλους τής [[Νεκρά θάλασσα|Νεκράς Θαλάσσης]]). Σήμερα, εντούτοις, οι περισσότεροι Εβραίοι γλωσσολόγοι ταξινομούν την Εβραϊκή των Ρόλων τής [[Νεκρά θάλασσα|Νεκράς Θαλάσσης]] ως σύνολο διαλέκτων που προέκυψαν από την Ύστερη Βιβλική Εβραϊκή και εξελίχθηκαν στη Μισναϊκή Εβραϊκή, περιλαμβάνοντας έτσι στοιχεία από αυτές αλλά με σαφή διάκριση και από τις δύο. Κατά την έναρξη της Βυζαντινής περιόδου τον 4ο αι. μ.Χ., η Κλασική Εβραϊκή παύει πλέον να είναι ομιλουμένη γλώσσα, περίπου έναν αιώνα μετά την εμφάνιση του [[Μισνά]], ευρισκόμενη προφανώς σε παρακμή ως συνέπεια του καταστροφικού πολέμου τής Μπαρ Κοχβά κατά το 135 μ.Χ.
 
=== Ραββινική Εβραϊκή ===
 
Ο όρος '''Ραββινική Εβραϊκή''' αναφέρεται γενικά στις εβραϊκές διαλέκτους που περιέχονται στο [[Ταλμούδ]], αν εξαιρέσουμε τις παραθέσεις από την Εβραϊκή [[Αγία Γραφή|Βίβλο]]. Οι διάλεκτοι αυτές συναποτελούν τη Μισναϊκή Εβραϊκή (ή Πρώιμη Ραββινική Εβραϊκή), η οποία ήταν ομιλουμένη γλώσσα, και την Ύστερη Ραββινική Εβραϊκή, η οποία ήταν γραφομένη γλώσσα.
 
Το πρωιμότερο τμήμα τού [[Ταλμούδ]] είναι το [[Μισνά]], το οποίο εμφανίστηκε κατά το 200 μ.Χ. και είναι γραμμένο σε πρώιμη Μισναϊκή διάλεκτο. Το [[Ταλμούδ]] περιλαμβάνει επιπρόσθετα την Τοσεφτά με κείμενα αυτής της διαλέκτου, η οποία συναντάται επίσης σε ορισμένους ρόλους τής [[Νεκρά θάλασσα|Νεκράς Θαλάσσης]]. Θεωρείται ότι η Μισναϊκή Εβραϊκή υπήρξε μία από τις υποδιαιρέσεις τής Κλασικής Εβραϊκής και ότι λειτούργησε ως ζωντανή γλώσσα στη γη τού [[Ισραήλ]].
 
Έναν περίπου αιώνα μετά την εμφάνιση του [[Μισνά]], η Μισναϊκή Εβραϊκή περιέπεσε σε αχρησία ως ομιλουμένη γλώσσα. Το ύστερο τμήμα τού [[Ταλμούδ]], η [[Γκεμαρά]], περιέχει σχόλια επί του [[Μισνά]] και της [[Τοσεφτά]] στην [[Αραμαϊκή γλώσσα|Αραμαϊκή]]. Παρ’ όλα αυτά, η Εβραϊκή επιβίωσε ως τελετουργική και γραφομένη γλώσσα με τη μορφή τής ύστερης Ραββινικής Εβραϊκής, η οποία μερικές φορές συναντάται στο κείμενο της [[Γκεμαρά]].
 
Στο παρελθόν πιστευόταν ότι η Ραββινική Εβραϊκή δεν ήταν εν χρήσει στον κοινό λαό, αλλά αποτελούσε λόγια κατασκευή υπό την επίδραση της [[Αραμαϊκή γλώσσα|Αραμαϊκής]]. Εντούτοις, αναγνωρίζεται πλέον γενικά ότι οι [[Ραββίνος|Ραββίνοι]] δεν χρησιμοποιούσαν μια λόγια γλωσσική μορφή, αλλά μια μορφή τής Εβραϊκής που αναπτύχθηκε τους τελευταίους αιώνες π.Χ. Μια έγκυρη πηγή αιτιολογεί αυτή τη θέση ως εξής: «Το εν λόγω συμπέρασμα απορρέει από μελέτη τής φύσεως της γλώσσας και από παραθέσεις των ραββινικών κειμένων για τη χρήση της από τους απλούς ανθρώπους. Η κοινή χρήση της αναμφίβολα υπόκειται στην παρουσία της τόσο στον Χαλκούν Ρόλο τού [[Κουμράν]] όσο και σε μερικές επιστολές που ανάγονται στη Δεύτερη Ιουδαϊκή Εξέγερση (132-35 π.Χ.)»<ref>''The Oxford Companion to the Bible'', 1993, σελ. 272.</ref>.
 
=== Μεσαιωνική Εβραϊκή ===
[[Αρχείο:Aleppo codex.jpg|thumb|250px|Ο Κώδικας Aleppo (Χαλεπίου): Εβραϊκή [[Αγία Γραφή|Βίβλος]] τού 10ου αιώνα με μασοριτική σήμανση]]
 
Μετά το [[Ταλμούδ]] αναπτύχθηκαν διαφορες περιφερειακές γραπτές διάλεκτοι της '''Μεσαιωνικής Εβραϊκής'''. Η σπουδαιότερη είναι η Εβραϊκή τής [[Τιβεριάδα]]ς ή [[Μασορίτες|Μασοριτική]] Εβραϊκή, μια τοπική διάλεκτος της Τιβεριάδας στη [[Γαλιλαία]], η οποία αποτέλεσε το πρότυπο φωνηεντισμού τής Εβραϊκής [[Αγία Γραφή|Βίβλου]] και, ως εκ τούτου, επέδρασε σε όλες τις άλλες περιφερειακές διαλέκτους τής Εβραϊκής. Η Εβραϊκή τής Τιβεριάδας μεταξύ 7ου και 10ου αι. μ.Χ. αποκαλείται μερικές φορές «Βιβλική Εβραϊκή», επειδή χρησιμοποιήθηκε για την εξακρίβωση της προφοράς τής Εβραϊκής [[Αγία Γραφή|Βίβλου]]. Εντούτοις, κανονικά θα πρέπει να διακρίνεται από την ιστορική Βιβλική Εβραϊκή τού 6ου αι. π.Χ., η προφορά τής οποίας αποτελεί αντικείμενο επανασυνθέσεως.
 
Η Εβραϊκή τής [[Τιβεριάδα]]ς ενσωματώνει την αξιοσημείωτη λόγια μελέτη των [[Μασορίτες|Μασοριτών]] (από τη λ. ''masorah'' «παράδοση»), οι οποίοι προσέθεσαν φωνηεντικά και γραμματικά σημάδια στα εβραϊκά γράμματα, προκειμένου να διατηρήσουν τα πρωιμότερα χαρακτηριστικά τής Εβραϊκής, που χρησιμοποιούνταν κατά την ψαλμωδία. Οι [[Μασορίτες]] κληρονόμησαν ένα Βιβλικό κείμενο, του οποίου τα γράμματα θεωρούνταν πολύ ιερά για να τροποποιηθούν και, επομένως, τα σημάδια τους τέθηκαν εντός και περί των γραμμάτων. Η συριακή γραφή, από την οποία προήλθε η αραβική, ανέπτυξε επίσης συστήματα φωνηεντικών σημείων την ίδια εποχή. Ο Κώδικας Aleppo (Χαλεπίου), Εβραϊκή [[Αγία Γραφή|Βίβλος]] με τα σημεία των [[Μασορίτες|Μασοριτών]], γράφτηκε κατά τον 10ο αιώνα, πιθανώς στην [[Τιβεριάδα]], και διατηρείται μέχρι σήμερα. Αποτελεί πιθανόν το σπουδαιότερο εβραϊκό χειρόγραφο που υπάρχει<ref>Βλ. Federbush, S. 1967, הלשון העברית בישראל ובעמים, Jerusalem, σελ. 50-2</ref>.
 
Η ανάγκη για διατύπωση επιστημονικών και φιλοσοφικών εννοιών από την Κλασική [[Ελληνική γλώσσα|Ελληνική]] και τη Μεσαιωνική [[Αραβική γλώσσα|Αραβική]] οδήγησε τη Μεσαιωνική Εβραϊκή στον δανεισμό ορολογίας και γραμματικής από τις γλώσσες αυτές. Η Εβραϊκή αποτέλεσε επίσης γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ Εβραίων από διαφορετικές χώρες, με κύριο σκοπό το διεθνές εμπόριο.
 
== לך תזדיין İSRAİL
==
[[Τίτλος σύνδεσης]]
=== Σύγχρονη Εβραϊκή ===
 
לך תזדיין İSRAİL
[[Αρχείο:Eliezer Ben Jehuda bei der Arbeit.jpg|thumb|Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα]]
[[Αρχείο:Moses Mendelson P7160073.JPG|thumb|left|Μωυσής Μέντελσον]]
Στη σύγχρονη περίοδο, από τον 19ο αιώνα και εξής, η γραπτώς παραδεδομένη Εβραϊκή αναβίωσε ως η ομιλουμένη γλώσσα τού σύγχρονου [[Ισραήλ]], η οποία αποκαλείται Νέα Εβραϊκή, Ισραηλινή Εβραϊκή, Σύγχρονη Εβραϊκή κ.τ.ό. Η Νέα Εβραϊκή εμφανίζει αρκετά χαρακτηριστικά τής [[Σεφαρδίτες|Σεφαραδίτικης]] Εβραϊκής λόγω της τοπικής Ιεροσολυμικής παράδοσης, αλλά έχει ενσωματώσει επίσης αρκετούς νεολογισμούς και δάνεια (συνήθως τεχνικούς όρους) από ευρωπαϊκές γλώσσες και (συχνά καθημερινούς) όρους από την [[Αραβική γλώσσα|Αραβική]], προκειμένου να λειτουργεί ως σύγχρονη γλώσσα.
 
Σημαντική ώθηση στην προσπάθεια να επανέλθει η μελέτη τής Εβραϊκής ως σύγχρονης γλώσσας έδωσε το φιλοσοφικό κίνημα της Χασκαλά (''Haskala'' «Διαφώτιση»), το οποίο έχει την αφετηρία του στο σύστημα ιδεών που παρουσίασε στη Γερμανία ο φιλόσοφος [[Μωυσής Μέντελσον]] (1729-1786). Στόχος τού κινήματος ήταν η ευρύτερη ενσωμάτωση των Εβραίων στην κοινωνία, η οποία προϋπέθετε εκπαίδευση εκσυγχρονισμένη, που να επιτρέπει τη συμμετοχή τους στην επιστήμη και διεύρυνση της οικονομικής τους επιρροής.
 
Η επίδραση αυτών των ιδεών υπήρξε αξιοσημείωτη. Οι ακόλουθοι του κινήματος, γνωστοί ως ''maskilim'' «πεφωτισμένοι» (משכילים),
συνέβαλαν στην αναβίωση της εβραϊκής γλώσσας και στην επέκταση της χρήσης της έξω από το λειτουργικό περιβάλλον. Οι «πεφωτισμένοι» προτιμούσαν να γράφουν στην Εβραϊκή αντί της κοινώς χρησιμοποιούμενης Γερμανοεβραϊκής ([[Γίντις]]), την οποία θεωρούσαν απλώς άλλη μία διάλεκτο της γερμανικής γλώσσας. Η εκκοσμίκευση στην οποία αποσκοπούσαν θα επιτυγχανόταν μόνο με τη χρήση τής βιβλικής γλώσσας ως μέσου επικοινωνίας μεταξύ των εβραϊκών πληθυσμών<ref>Βλ. A. Jospe, «Moses Mendelssohn», στο S. Noveck (εκδ.), ''Great Jewish Personalities in Modern Times'', σ. 11-36.</ref>.
 
Ως αποτέλεσμα, το 1793 εκδόθηκε από τους «πεφωτισμένους» στην [[Καινιξβέργη]] της [[Πρωσία]]ς η πρώτη εφημερίδα στην εβραϊκή γλώσσα: המאסף ''hameasef'' «Ο συλλέκτης». Μέρος τού εντύπου ήταν αφιερωμένο σε μεταφράσεις, στη σύγχρονη λογοτεχνία και φιλολογία, καθώς και σε ειδήσεις. Η έκδοση παρόμοιων εντύπων στη [[Βιέννη]], αλλά και στη [[Ρωσία]] (παρά την επιφυλακτική στάση τού παραδοσιακού [[Ιουδαϊσμός|Ιουδαϊσμού]]), έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καλλιέργεια της Εβραϊκής ως σύγχρονης γλώσσας.
 
Εντούτοις, η αναβίωση της Εβραϊκής ως μητρικής γλώσσας έχει την αφετηρία της στις προσπάθειες του [[Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα]] (1858-1922, אליעזר בן–יהודה). Ο Μπεν-Γεχούντα εντάχθηκε στο εβραϊκό εθνικιστικό κίνημα και το 1881 μετανάστευσε στη Γη τού [[Ισραήλ]] (''eretz yisra'el''), που τότε αποτελούσε τμήμα τής [[Οθωμανική αυτοκρατορία|Οθωμανικής Αυτοκρατορίας]]. Παρακινούμενος από τα ιδανικά τής ανανέωσης και της απόρριψης του τρόπου ζωής τής [[Διασπορά (ομογένεια)|Διασποράς]] (σε μικρά χωριά και κωμοπόλεις γνωστές ως ''shtetl,'' πληθ. ''shtetlakh''<ref>Βλ. Telushkin, J. (Rabbi) 1991: ''Jewish Literacy'', New York, σελ. 245-6.</ref>), o Μπεν-Γεχούντα έθεσε σκοπό να αναπτύξει τα μέσα για να καταστήσει τη γραπτή τελετουργική γλώσσα καθημερινή, ομιλουμένη γλώσσα.
 
Ωστόσο, το είδος τής Εβραϊκής που επιδίωκε ακολουθούσε πρότυπα που είχαν αντικατασταθεί στην ανατολική Ευρώπη από διαφορετική γραμματική και ύφος, όπως φανερώνουν τα κείμενα του Αχάντ Χα-Αμ και άλλων. Οι οργανωτικές του προσπάθειες και η ανάμιξή του στην ίδρυση σχολείων και στη συγγραφή βιβλίων κατέστησαν τις ενέργειές του σχετικά με τη γλώσσα ένα σταδιακά ανερχόμενο κίνημα. Εντούτοις, μόνο μετά τη «Δεύτερη Επάνοδο» (''aliyah,'' 1904-1914<ref>''Encyclopedia Judaica,'' τόμ. 9, σελ. 508-67.</ref>) κατόρθωσε πραγματικά η Εβραϊκή γλώσσα να εδραιωθεί στην Οθωμανική [[Παλαιστίνη (ιστορική περιοχή)|Παλαιστίνη]], όταν επιχειρήσεις με υψηλό επίπεδο οργάνωσης συστάθηκαν από νεότερες ομάδες μεταναστών. Όταν η υπό βρετανική εντολή [[Παλαιστίνη (ιστορική περιοχή)|Παλαιστίνη]] αναγνώρισε την Εβραϊκή ως μία από τις τρεις επίσημες γλώσσες τής χώρας (1922, μαζί με την [[Αγγλική γλώσσα|Αγγλική]] και την [[Αραβική γλώσσα|Αραβική]]), το νέο επίσημο καθεστώς συνέβαλε στη διάχυσή της. Μια νεοσύστατη γλώσσα με γνήσια σημιτικό λεξιλόγιο και σύστημα γραφής, αλλά συχνά ευρωπαϊκή ως προς τη σύνταξη και τη μορφή, επρόκειτο να λάβει τη θέση της μεταξύ των σύγχρονων γλωσσών των εθνών.
 
Ορισμένοι θεώρησαν ότι το έργο τού Μπεν-Γεχούντα υπήρξε βλάσφημο (δεδομένου ότι η Εβραϊκή ήταν η ιερή γλώσσα τής [[Πεντάτευχος|Τορά]] και, ως εκ τούτου, μερικοί πίστευαν ότι δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται για να συζητούνται κοινά, καθημερινά ζητήματα), αλλά πολλοί αντιλήφθηκαν σύντομα την ανάγκη για κοινή γλώσσα μεταξύ των Εβραίων, οι οποίοι στις αρχές τού 20ού αιώνα κατέφθαναν μαζικά στο [[Ισραήλ]] (προτού γίνει ανεξάρτητο κράτος) προερχόμενοι από διαφορετικές χώρες και μιλώντας διαφορετικές γλώσσες. Τότε ιδρύθηκε το «Συμβούλιο Εβραϊκής Γλώσσας», το οποίο αργότερα μετατράπηκε στην «Ακαδημία τής Εβραϊκής Γλώσσας», που υπάρχει μέχρι σήμερα. Αποτέλεσμα της εργασίας, τόσο της δικής του όσο και του Συμβουλίου, ήταν η έκδοση του λεξικού, που είναι γνωστό ως ''Το Πλήρες Λεξικό τής Αρχαίας και Σύγχρονης Εβραϊκής.'' Το έργο τού Μπεν-Γεχούντα έπεσε σε γόνιμο έδαφος και στην αρχή τού 20ού αιώνα η Εβραϊκή κέρδιζε ολοένα και περισσότερο έδαφος, για να καταστεί η κύρια γλώσσα τού Εβραϊκού πληθυσμού στο οθωμανικό και, κατόπιν, υπό βρετανική εντολή [[Ισραήλ]].
 
=== H Εβραϊκή γλώσσα στη Σοβιετική Ένωση ===
 
Οι σοβιετικές αρχές θεωρούσαν την Εβραϊκή «αντιδραστική γλώσσα», επειδή συνδεόταν τόσο με τον [[Ιουδαϊσμός|Ιουδαϊσμό]] όσο και με τον [[Σιωνισμός|Σιωνισμό]]. Ως αποτέλεσμα, ήδη από το 1919 η γλώσσα τέθηκε υπό επίσημη απαγόρευση από την ''Επιθεώρηση Εκπαιδεύσεως'' (Narkompros). Τα εβραϊκά βιβλία και οι εφημερίδες έπαψαν να εκδίδονται και κατασχέθηκαν από τις βιβλιοθήκες. Παρά τις διαμαρτυρίες στη Δύση, οι δάσκαλοι και οι σπουδαστές που επιχειρούσαν να σπουδάσουν την Εβραϊκή διαπομπεύονταν και καταδικάζονταν για «αντεπαναστατική» και κατόπιν για «αντισοβιετική» δράση.
 
== Περιφερειακές εβραϊκές διάλεκτοι ==
Ανώνυμος χρήστης