Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Ελληνοϊταλικός Πόλεμος»

Αναίρεση έκδοσης 2932817 από τον 79.107.164.14 (Συζήτηση χρήστη:79.107.164.14)
Ετικέτα: μεγάλη αφαίρεση
(Αναίρεση έκδοσης 2932817 από τον 79.107.164.14 (Συζήτηση χρήστη:79.107.164.14))
{{Στρατιωτική σύγκρουση
| σύγκρουση=Ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940
| εικόνα=[[Αρχείο:Greeks New Year 1941.jpg|240px]]
| λεζάντα=Έλληνες στρατιώτες στο Αλβανικό μέτωπο γιορτάζουν την Πρωτοχρονιά του 1941
| χρονολογία= [[28 Οκτωβρίου]], [[1940]] - [[23 Απριλίου]], [[1941]]
| πόλεμος=Μέρος της [[Βαλκανική Εκστρατεία|Βαλκανικής Εκστρατείας]] του [[Β' Π.Π.]]
| τόπος=[[Ήπειρος]], [[Ελλάδα]], [[Αλβανία]]
| έκβαση=Νίκη της Ελλάδας
| μαχόμενος1=[[Αρχείο:Italy flag 1861.png|25px]]<br />[[Ιταλία]]<br /> [[Αρχείο:Flag of Albania (1939).svg|25px]]<br />[[Αλβανία]]
| μαχόμενος2=[[Αρχείο:Kingdom of Greece Flag.svg|25px]]<br />[[Ελλάδα]]
| αρχηγός1=[[Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα]]<br />(Αρχιστράτηγος τού Ιταλικού Στρατού μέχρι τις 9 Νοεμβρίου)<br />[[Ουμπάλντο Σόντου]]<br />(Αρχιστράτηγος τού Ιταλικού Στρατού μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου)<br />[[Ούγκο Καβαλέρο]]<br />(Αρχιστράτηγος τού Ιταλικού Στρατού από τα μέσα Δεκεμβρίου)
| αρχηγός2=[[Αλέξανδρος Παπάγος]]<br />(Αρχιστράτηγος τού Ελληνικού Στρατού)
| σημειώσεις=
|}}
Ο '''Ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940''' (στην Ελλάδα και ''Πόλεμος'' ή ''Έπος του 40'') ήταν η πολεμική σύγκρουση μεταξύ [[Ελλάδα|Ελλάδας]] και [[Ιταλία|Ιταλίας]], η οποία διήρκεσε από τις [[28 Οκτωβρίου]] [[1940]] μέχρι τις [[23 Απριλίου]] [[1941]]. Επίσημη έναρξη του Πολέμου θεωρείται η «[[Επέτειος του Όχι|επίδοση του τελεσιγράφου]]», ενώ μετά τις [[6 Απριλίου]] [[1941]], με την επέμβαση των Γερμανών, συνεχίστηκε ως Ελληνοϊταλικογερμανικός πόλεμος.
 
* Αξίζει να υπογραμμιστεί στο σημείο αυτό, ότι ανεξάρτητα των όσων έχουν γραφεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα, ο πόλεμος αυτός δεν ήταν αιφνίδιος. Η επίδοση του τελεσιγράφου αναμενόταν ήδη από ημέρα σε ημέρα, η δε ημερομηνία αυτή της επίδοσης θεωρούνταν η πλέον πιθανή δεδομένου ότι αποτελούσε εθνική επέτειο του φασισμού στην Ιταλία από το 1925. Αλλά και από ένα τεράστιο δίκτυο πληροφοριών που είχε αναπτυχθεί τότε, σε συνδυασμό με διάφορα γεγονότα όπως αναφέρονται παρακάτω, οδηγούσαν με απόλυτη ακρίβεια την επερχόμενη πολεμική σύγκρουση κατά την οποία η Ελλάδα βρέθηκε τουλάχιστον έτοιμη να την αντιμετωπίσει.
 
Ο [[Ελληνικός Στρατός]] αντεπιτέθηκε και ανάγκασε τον ιταλικό σε υποχώρηση και μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου, σχεδόν το ένα τέταρτο του εδάφους της Αλβανίας είχε καταληφθεί από τους Έλληνες. Η αντεπίθεση των Ιταλών, το Μάρτιο του [[1941]], απέτυχε, με κέρδος μόνο μικρές εδαφικές εκτάσεις στην περιοχή της [[Χειμάρρα|Χειμάρρας]]<ref> Buell, Hal. ''World War II Album & Chronicle'' σελίδα 76</ref>. Τις πρώτες μέρες του Απριλίου, με την έναρξη της γερμανικής επίθεσης, οι Ιταλοί ξεκίνησαν και αυτοί νέα αντεπίθεση. Από τις [[12 Απριλίου]], ο Ελληνικός Στρατός άρχισε να υποχωρεί από την Αλβανία, για να μην περικυκλωθεί από τους προελαύνοντες Γερμανούς. Ακολούθησε η συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς, στις [[20 Απριλίου]] και με τους Ιταλούς, τρεις μέρες αργότερα, οι οποίες περαίωσαν τυπικά τον ελληνοϊταλικόγερμανικό πόλεμο.
 
Η απόκρουση της ιταλικής εισβολής αποτέλεσε τη πρώτη νίκη των Συμμάχων κατά των δυνάμεων του Άξονα στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και ανύψωσε το ηθικό των λαών στη σκλαβωμένη Ευρώπη. Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η νίκη των Ελλήνων επηρέασε την έκβαση ολόκληρου του πολέμου, καθώς υποχρέωσε τους Γερμανούς να αναβάλουν την επίθεση κατά της [[ΕΣΣΔ|Σοβιετικής Ένωσης]], προκειμένου να βοηθήσουν τους συμμάχους τους Ιταλούς που έχαναν τον πόλεμο με την Ελλάδα. Η καθυστερημένη επίθεση τον Ιούνιο του 1941, ενέπλεξε τις γερμανικές δυνάμεις στις σκληρές συνθήκες του ρωσικού χειμώνα, με αποτέλεσμα την ήττα τους στη διάρκεια της Μάχης της Μόσχας.
 
== Παρασκήνιο ==
=== Οι ελληνοϊταλικές σχέσεις στις αρχές του 20ού αιώνα ===
Δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι η Ιταλία υπήρξε μία από τις [[Μεγάλες Δυνάμεις]] παλαιότερα, που προσπαθούσε να αποκτήσει ηγεμονικό ρόλο στη [[Μεσόγειος θάλασσα|Μεσόγειο]]. Το δε φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι είχε συχνά διακηρύξει ή υπονοήσει την πρόθεσή του να δημιουργήσει μια νέα «[[Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία]]», στο δόγμα "[[Mare Nostrum]]" που θα περιελάμβανε και την Ελλάδα.
 
Ήδη από τη δεκαετία του 1910, τα ελληνικά και ιταλικά συμφέροντα συγκρούονταν, τόσο στην [[Αλβανία]], με το θέμα της [[Βόρεια Ήπειρος|Βορείου Ηπείρου]], όσο και στα [[Δωδεκάνησα]], τα οποία αποτελούσαν μέρος της ιταλικής επικράτειας. Η Αλβανία ήταν από τη δημιουργία της ένα προτεκτοράτο της Ιταλίας, έναντι του οποίου η Ελλάδα προέβαλε το θέμα των εδαφών της Βορείου Ηπείρου (Νότιας Αλβανίας), τα οποία δεν είχε καταφέρει να αποκτήσει στα πλαίσια της [[Μεγάλη Ιδέα|Μεγάλης Ιδέας]], παρά την ύπαρξη εκεί συμπαγούς ελληνικής μειονότητας. Περαιτέρω, η Ιταλία κατείχε τα Δωδεκάνησα από το τέλος του ιταλο-τουρκικού πολέμου, το 1912, και παρότι το 1919 είχε υποσχεθεί την παραχώρησή τους στην Ελλάδα ([[συμφωνία Βενιζέλου - Τιττόνι]]), εντούτοις αργότερα υπαναχώρησε από την υπόσχεση αυτή. Μικροεπεισόδια μεταξύ των στρατευμάτων των δύο κρατών είχαν σημειωθεί και μετά τη [[Συνθήκη των Σεβρών]], όταν μέρος της [[Μικρά Ασία|Μικράς Ασίας]] περί την πόλη της [[Σμύρνη|Σμύρνης]] είχε αποδοθεί στην Ελλάδα, ενώ ιταλικές δυνάμεις φέρονται να βοηθούσαν τους Τούρκους εθνικιστές στον αγώνα τους κατά της ελληνικής κατοχής των εδαφών αυτών. Πέραν αυτών, η φασιστική Κυβέρνηση Μουσολίνι χρησιμοποίησε το συμβάν της δολοφονίας ενός Ιταλού στρατιωτικού στα ελληνοαλβανικά σύνορα για να βομβαρδίσει και να καταλάβει την [[Κέρκυρα]], το μεγαλύτερο από τα [[Περιφέρεια Ιόνιων νησιών|Ιόνια νησιά]]. Τα Ιόνια νησιά αποτελούσαν άλλοτε (ως το [[1797]]) [[Βενετία|βενετική]] κτήση και παρέμεναν ακόμη στόχος του ιταλικού ιμπεριαλισμού. Ακολούθησε μια περίοδος ομαλοποίησης των σχέσεων των δύο χωρών, ιδίως κατά τη διακυβέρνηση Βενιζέλου (1928-1932), κατά τη διάρκεια της οποίας υπογράφτηκε και το [[Σύμφωνο Φιλίας Ρώμης (1928)]], (γνωστό και ως Συμφωνία Βενιζέλου - Μουσολίνι), μεταξύ των δύο κρατών στις ([[23 Σεπτεμβρίου]] [[1928]]).
 
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος έκανε σημαντικές προσπάθειες για την ουσιαστική βελτίωση των σχέσεων της Ελλάδας με όλους τους γείτονές της. Μετά την υπογραφή του Συμφώνου Ελληνοτουρκικής Φιλίας ([[1930]]) και του Βαλκανικού Συμφώνου του [[1934]], η απειλή της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας θεωρείτο ότι είχε εξαλειφθεί. Η Αλβανία ήταν εξαιρετικά αδύναμη για να αποτελεί απειλή, ενώ το Βασίλειο της [[Γιουγκοσλαβία|Γιουγκοσλαβίας]] δεν προέβαλε σοβαρές αξιώσεις επί της [[Μακεδονία|Μακεδονίας]]. Για τους λόγους αυτούς, μόνη πραγματική απειλή για την ελληνική εθνική ασφάλεια κατά τη δεκαετία του 1930 θεωρούνταν η [[Βουλγαρία]] και οι αξιώσεις που έτρεφε, ήδη από την εποχή της [[Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου|Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου]] έναντι της Ανατολικής Μακεδονίας και της [[Θράκη|Θράκης]]. Έτσι, όταν ο [[Ιωάννης Μεταξάς]] [[Καθεστώς της 4ης Αυγούστου|ανήλθε στην εξουσία]] το [[1936]], τέθηκε σε εφαρμογή σχέδιο αναδιοργάνωσης των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και της δημιουργίας ισχυρής αμυντικής γραμμής κατά μήκος των ελληνοβουλγαρικών συνόρων. Η αμυντική γραμμή κατασκευάστηκε και ονομάστηκε «''[[γραμμή Μεταξά]]''». Τα χρόνια που ακολούθησαν, η Κυβέρνηση Μεταξά έκανε μεγάλες επενδύσεις για την αναδιοργάνωση του στρατού. Αγοράστηκαν νέα όπλα και για τα τρία σώματα, ο στρατός αναβαθμίστηκε τεχνολογικά και οργανωτικά και τις παραμονές του πολέμου δεν είχε καμία σχέση με την εικόνα διάλυσης που παρουσίαζε στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Τέλος, έγιναν σημαντικές προετοιμασίες για το ενδεχόμενο πολέμου, όπως η αποθήκευση πολεμοφοδίων σε διάφορα σημεία της χώρας. Τη διετία [[1938]]-[[1939]] παραγγέλθηκαν σημαντικές ποσότητες όπλων, τα οποία όμως παραδόθηκαν μόνο εν μέρει ή δεν πρόλαβαν να παραδοθούν ποτέ.
 
=== Διπλωματικές και στρατιωτικές εξελίξεις μεταξύ των ετών 1939-1940 ===
[[Αρχείο:Kalamas1939.JPG|thumb|260px|Οχυρωματικές εργασίες από τον Ελληνικό Στρατό στην γραμμή Ελαίας-Καλαμά, Μάρτιος 1939]]
Στις [[7 Απριλίου]] [[1939]] ιταλικές δυνάμεις κατέλαβαν την Αλβανία. Έτσι η [[Ιταλία]] απέκτησε ουσιαστικά κοινά χερσαία σύνορα με την Ελλάδα. Η πράξη αυτή οδήγησε το [[Ηνωμένο Βασίλειο]] και τη [[Γαλλία]] να εγγυηθούν για την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας. Ο Μεταξάς προσπάθησε να κρατήσει την ουδετερότητα της Ελλάδας παρά την ιδεολογική του συγγένεια με το φασισμό και το ναζισμό και τις οικονομικές σχέσεις που είχαν οικοδομηθεί με τη [[Ναζιστική Γερμανία]]. Ήδη από τον Μάρτιο του 1939 η ελληνική διπλωματία συγκέντρωνε πληροφορίες για τις προθέσεις των δύο δικτατόρων στα Βαλκάνια και τον Αύγουστο του 1939 γίνεται γνωστό ότι οι προθέσεις για την Ελλάδα του 'Χαλύβδινου Συμφώνου' Ιταλίας - Γερμανίας ήταν η κατάληψη και ο διαχωρισμός: το ανατολικό τμήμα η Γερμανία το προόριζε ως δώρο στην Βουλγαρία εάν της επέτρεπε την ελεύθερη διάβαση στο Αιγαίο και το Δυτικό στην Αλβανία η οποία θα χρησιμοποιόταν από τους Ιταλούς σαν κατοχική αστυνομική δύναμη. (Βλέπε βιβλίο: ''The British Labour Government and the Greek Civil War'', Θανάσης Σφήκας, Αγγλία 1994). Τα γεγονότα επαληθεύτηκαν απολύτως μετακατοχικά. Έτσι ο Μεταξάς αποφάσισε να στραφεί ολοκληρωτικά προς το Αγγλικό στρατόπεδο το οποίο εννοούσε εξάλλου και ο αγγλόφιλος Βασιλιάς [[Γεώργιος Β΄ της Ελλάδας|Γεώργιος Β΄]], ο οποίος παρείχε μεν στήριξη στο «καθεστώς της 4ης Αυγούστου» αλλά οι σχέσεις του με τον Μεταξά είχαν ψυχρανθεί σημαντικά όταν ο δικτάτωρ προσπαθούσε να βρει τρόπο να εξασφαλίσει μια ουδετερότητα την οποία για ένα διάστημα όντως διαπραγματεύτηκε με τους Γερμανούς μέσω της ελληνικής πρεσβείας στη Μαδρίτη και τον αρχηγό της [[Abwehr|Γερμανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών]] [[Βίλχελμ φον Κανάρις]], σημαντικού φίλου του φρανκικού καθεστώτος που σύχναζε στην [[Ισπανία]]. Ο φον Κανάρις, πάντως, παρέθετε πολύ αόριστες εγγυήσεις που δεν έπεισαν τελικά τον Μεταξά, παρόλο που μερίδα των Ελλήνων διπλωματών του πρότειναν να τις αποδεχτεί. Ο ποιητής και τότε διπλωμάτης [[Γιώργος Σεφέρης]] αναφέρει ότι μερικοί από αυτούς τους διπλωμάτες ήταν έτοιμοι να πιστέψουν οτιδήποτε προκειμένου να αποφύγουν την εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο και ότι οι γερμανικές εκείνες "εγγυήσεις" δεν μιλούσαν καν για ουδετερότητα της Ελλάδας (Βλέπε αναφορά στο προηγούμενο βιβλίο του Θανάση Σφήκα)
 
Ο [[Χίτλερ]] με προσωπικές του διπλωματικές κινήσεις μεταξύ Μάη και Ιουλίου 1939, στις οποίες δεν συμμετείχε καν η Ιταλία, εξασφάλισε την συμμαχία Ουγγαρίας, Ρουμανίας και Βουλγαρίας. Ο Μουσολίνι είχε θεωρήσει αρχικά τα ρουμανικά πετρέλαια σαν δικό του μελλοντικό λάφυρο στα Βαλκάνια και εξοργίστηκε από τις εξελίξεις. Ετοιμάζοντας λοιπόν τις δικές του κινήσεις πήρε απόφαση να επέμβει στα Βαλκάνια ήδη απ τις [[11 Αυγούστου]] και η απόφαση για πόλεμο είχε παρθεί: «''Ο Μουσολίνι συνεχίζει να μιλά για επίθεση-αστραπή κατά της Ελλάδας στα τέλη Σεπτεμβρίου''»<ref>Ciano, Count Galeazzo. ''Τα ημερολόγια του Τσιάνο 1939-1943''</ref>. Στο μεταξύ, το αρχικό πλάνο για επίθεση στη [[Γιουγκοσλαβία]] μπήκε στο αρχείο, λόγω της γερμανικής αντίθεσης και της έλλειψης των αναγκαίων μεταφορικών μέσων.<ref>Knox (2000), σελ. 79</ref>
 
Όταν ο Χίτλερ την 1η Σεπτεμβρίου 1939 επιτίθεται στην [[Πολωνία]], σε μια σαφή κίνηση για τις επιδιώξεις του στα ανατολικά, ο Μουσολίνι έμαθε τα γεγονότα εκ των υστέρων και όχι σαν συνεργαζόμενος - σύμμαχος με την Γερμανία, κάτι τον οποίο τον εξόργισε έντονα. Στις [[12 Οκτωβρίου]] [[1940]] οι Γερμανοί κατέλαβαν τις πετρελαιοπηγές της [[Πράχοβα|Πραχόβας]] της Ρουμανίας. Το γεγονός αυτό, το οποίο και πάλι δεν είχε πληροφορηθεί από πριν, εξόργισε τον Μουσολίνι, ο οποίος το θεώρησε ως «επέμβαση» των συμμάχων του Γερμανών στη νοτιοανατολική Ευρώπη, μια περιοχή που η Ιταλία θεωρούσε ότι άνηκε στη δική της σφαίρα επιρροής. Τρεις μέρες αργότερα συνεκάλεσε σύσκεψη στη Ρώμη για να συζητηθεί η εισβολή στην Ελλάδα. Μόνον ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, στρατηγός [[Πιέτρο Μπαντόλιο]], προέβαλλε αντιρρήσεις, σημειώνοντας την ανάγκη να συγκεντρωθεί δύναμη τουλάχιστον 20 μεραρχιών πριν την εισβολή. Όμως, ο Διοικητής των δυνάμεων στην Αλβανία, Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα (άτομο πάντως που χρωστούσε την θέση του στην υποταγή του στο κόμμα ), υποστήριξε ότι μόνο 3 μεραρχίες αρκούσαν, και αυτές μάλιστα αφού θα έχει ήδη ολοκληρωθεί η πρώτη φάση του σχεδίου, δηλαδή η κατάληψη της Ηπείρου. Οι αξιωματικοί βεβαίωσαν τον Μουσολίνι ότι ο πόλεμος προς την Ελλάδα θα ήταν μια υπόθεση δύο εβδομάδων. Ο Υπουργός Εξωτερικών [[Γκαλεάτσο Τσιάνο]], ο οποίος υποστήριξε ότι θα μπορέσουν να βασιστούν και στην υποστήριξη προσωπικοτήτων της Ελλάδας, οι οποίοι θα εξαγοράζονταν εύκολα, ανέλαβε να βρει ένα «[[casus belli]]»<ref> Buell, Hal. ''World War II Album & Chronicle'', σελ. 52</ref> (αιτία πολέμου). Την επόμενη εβδομάδα, ο βασιλιάς της Βουλγαρίας [[Βόρις Γ΄ της Βουλγαρίας|Βόρις Γ']] προσεκλήθη να λάβει μέρος στην επιχείρηση ενάντια στην Ελλάδα, αλλά εκείνος αρνήθηκε, επειδή η Γερμανία εκείνη την στιγμή δεν ευνοούσε καθόλου ένα Βαλκανικό μέτωπο.
 
Στην Ιταλία είχε ήδη ξεκινήσει από νωρίς μια επιχείρηση προπαγάνδας κατά της Ελλάδας, ενώ παράλληλα είχε μπει σε εφαρμογή σχέδιο προκλητικών ενεργειών εις βάρος της Ελλάδας, όπως η πτήση ιταλικών αεροσκαφών εντός του ελληνικού εναέριου χώρου, επιθέσεις αεροσκαφών σε ελληνικά πλοία, με αποκορύφωμα τον τορπιλισμό και βύθιση του καταδρομικού "[[Έλλη (καταδρομικό)|Έλλη]]" στο λιμάνι της [[Τήνος|Τήνου]], κατά τη διάρκεια του εορτασμού του [[Δεκαπενταύγουστος|Δεκαπενταύγουστου]] από ιταλικό υποβρύχιο. Παρά την αδιαμφισβήτητη ενοχή των Ιταλών, η Ελληνική Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι το πλοίο βυθίστηκε από πλοίο «αγνώστου εθνικότητας». Παρά το ότι με αυτό τον τρόπο διατηρήθηκε τύποις η ουδετερότητα, εντούτοις ο ελληνικός λαός είχε αρχίσει ήδη να υποψιάζεται τους πραγματικούς ενόχους<ref name=auto2> Buell, Hal. ''World War II Album & Chronicle'' σελ. 54</ref>.
 
== Το ιταλικό τελεσίγραφο και η ελληνική αντίδραση ==
[[Αρχείο:Εφημερίδα_Έθνος_28_Οκτωβρίου_1940.jpg|thumb|240px|Εφημερίδα της εποχής, την 28η Οκτωβρίου 1940, αναγγέλλει τον πόλεμο.]]
Τα ξημερώματα της [[28 Οκτωβρίου|28ης Οκτωβρίου]] [[1940]], ο Ιταλός πρέσβης στην [[Αθήνα]], Εμανουέλε Γκράτσι, παρέδωσε στον Ιωάννη Μεταξά τελεσίγραφο του Μουσολίνι. Με αυτό, ο Ντούτσε ζητούσε να επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρατευμάτων, τα οποία θα κατελάμβαναν απροσδιόριστα «στρατηγικά σημεία» εντός της ελληνικής επικράτειας. Ο Μεταξάς αρνήθηκε το τελεσίγραφο με τα λόγια: «''Alors, c'est la guerre''» ([[γαλλικά]]:«Λοιπόν, έχουμε πόλεμο»)<ref>Δεν κρατήθηκαν πρακτικά της κρίσιμης συνάντησης μεταξύ του Πρωθυπουργού Ιωάννη Μεταξά και του πρέσβεως της [[Ιταλία|Ιταλίας]] Εμμανουέλε Γκράτσι, οπότε δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με απόλυτη ακρίβεια τον διάλογο μεταξύ των δύο ανδρών.
 
Ο ίδιος ο πρέσβης της Ιταλίας Εμμανουέλε Γκράτσι, από το βιβλίο του ''«Η αρχή του τέλους - η επιχείρηση κατά της Ελλάδος»'' γράφει:
 
«''Μόλις καθίσαμε, και επειδή η ώρα ήταν λίγα λεπτά μετά τις 3, του είπα αμέσως ότι η Κυβέρνησίς μου μού είχε αναθέσει να το εγχειρίσω προσωπικά ένα κείμενο, που δεν ήτο τίποτε άλλο, παρά το τελεσίγραφον της Ιταλίας προς την [[Ελλάδα]], με το οποίον η Ιταλική Κυβέρνηση απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση των στρατευμάτων της στον Ελληνικό χώρο, από τις 6 π.μ. της 28/10/1940. Ο Μεταξάς άρχισε να το διαβάζει. Μέσα από τα γυαλιά του, έβλεπα τα μάτια του να βουρκώνουν. Όταν τελείωσε την ανάγνωση με κοίταξε κατά πρόσωπο, και με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή μου είπε: «Alors, c'est la guerre» (Λοιπόν, έχουμε πόλεμο).''»
 
Στην συνάντηση αυτή, κατά την θυγατέρα του Μεταξά, ακολούθησε και η εξής στιχομυθία που ο Γκράτσι δεν την αναφέρει:
* Γκράτσι: «''Pas nécessaire, mon excellence''» (όχι απαραίτητα εξοχότατε)
* Μεταξάς: «''Non, c'est nécessaire''» (όχι, είναι απαραίτητο)</ref> Η απάντηση στο ιταλικό τελεσίγραφο θεωρείται από αρκετούς ιστορικούς αποτέλεσμα πίεσης της κοινής γνώμης, κατ' άλλους προσωπική ενέργεια και απόφαση. Σύγχρονοι ιστορικοί πιστεύουν ότι η απόφαση του Μεταξά ήταν αποτέλεσμα της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης, αφού η Ελλάδα προετοιμαζόταν χρόνια για επικείμενη επίθεση εχθρικών δυνάμεων.<ref>Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Νίκος Βαρδιάμπασης κ.ά. Ο ίδιος ο Ι. Μεταξάς ανέπτυξε τη στρατηγική της Ελλάδας στην καταγεγραμμένη («''Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον - Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940-41 - Η Ιταλική εισβολή 28/10/1940 μέχρι 13/11/1940''», έκδοσις ΓΕΣ/ Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, 1960) [[s:Ανακοίνωση Ι. Μεταξά προς τον Αθηναϊκό Τύπο, 30 Οκτωβρίου 1940|ανακοίνωσή του προς τους ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες του Αθηναϊκού Τύπου στο Γενικό Στρατηγείο (ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία»)]], την 30 Οκτωβρίου 1940.</ref>
 
Εντός ολίγων ωρών, ξεκίνησε η ιταλική επίθεση, ενώ ο Μεταξάς απηύθυνε διάγγελμα<ref>[[s:Διάγγελμα του Ιωάννη Μεταξά προς τον ελληνικό λαό (28-10-1940)|Διάγγελμα του Ιωάννη Μεταξά προς τον ελληνικό λαό (28-10-1940)]]</ref> προς τον ελληνικό λαό<ref>Hadjipateras, C.N., ''Greece 1940-41 Eyewitnessed'', (Efstathiadis Group, 1996) ISBN 960-226-533-7</ref>. Κατόπιν αυτού, ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους τραγουδώντας πατριωτικά τραγούδια και αντι-ιταλικά συνθήματα, ενώ εκατοντάδες εθελοντές σε ολόκληρη την επικράτεια, άνδρες και γυναίκες, έσπευδαν στα στρατολογικά γραφεία για να καταταγούν<ref>Γουλής και Μαϊδής, ''Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος'' (Filologiki G. Bibi, 1967)</ref>. Ολόκληρο το έθνος ενώθηκε ενάντια στην ιταλική επιθετικότητα. Ακόμη και ο φυλακισμένος ηγέτης του παράνομου [[ΚΚΕ|Κομμουνιστικού Κόμματος]], ο [[Νίκος Ζαχαριάδης]], έγραψε ανοικτή επιστολή, ζητώντας από το λαό να αντισταθεί, παρότι εξακολουθούσε να ισχύει το [[Σύμφωνο Μολότωφ - Ρίμπεντροπ]] (περί μη επίθεσης μεταξύ [[ΕΣΣΔ|Σοβιετικής Ένωσης]] και [[Γερμανία|Γερμανίας]]), παραβαίνοντας έτσι την εκ Μόσχας κομματική γραμμή <ref>Εντούτοις, σε δύο μεταγενέστερα γράμματά του κατηγορούσε το Μεταξά ότι έβαζε τη χώρα σε έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο και καλούσε τους Έλληνες στρατιώτες να λιποτακτήσουν και να ανατρέψουν το καθεστώς Μεταξά</ref>.
 
== Σχέδια επίθεσης και άμυνας ==
 
Το μέτωπο είχε μήκος περίπου 150 χιλιομέτρων και βρισκόταν σε μια εξ ολοκλήρου ορεινή περιοχή, η οποία επιπροσθέτως ήταν εξαιρετικά δύσβατη, λόγω του σχεδόν ανύπαρκτου οδικού δικτύου της. Η οροσειρά της [[Πίνδος|Πίνδου]] χώριζε το θέατρο επιχειρήσεων στα δύο: αυτό της Ηπείρου και εκείνο της Δυτικής Μακεδονίας.
 
Το ιταλικό σχέδιο πολέμου, το επονομαζόμενο ''Emergenza G'' («Επείγουσα Ελλάς»), προέβλεπε την κατάληψη της χώρας σε τρεις φάσεις. Η πρώτη ήταν η κατάληψη της Ηπείρου και των Ιονίων Νήσων. Ακολουθούσε, μετά την άφιξη των ενισχύσεων, μια επιδρομή προς τη Δυτική Μακεδονία μέχρι τη [[Θεσσαλονίκη]], η οποία αποσκοπούσε στην κατάληψη της Βόρειας Ελλάδας. Το σχέδιο είχε συνταχθεί με την ελπίδα της παρέμβασης και της Βουλγαρίας, η οποία θα κατελάμβανε την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη.
 
Το ιταλικό Γενικό Επιτελείο όρισε ένα Σώμα Στρατού για κάθε θέατρο επιχειρήσεων, τα οποία Σώματα σχηματίστηκαν από τις δυνάμεις που ήδη κατείχαν την Αλβανία. Το ισχυρότερο 25ο Σώμα «Τσαμουριά» (''XXV Ciamuria'') στην Ήπειρο, το οποίο αποτελούνταν από την 23η Μεραρχία Πεζικού «Φερράρα» (''Ferrara''), την 51η Μεραρχία Πεζικού «Σιένα» (''Siena'') και την 131 Τεθωρακισμένη Μεραρχία «Κένταυρος» (''Centauro''), συνολικά περίπου 30.000 άνδρες και 163 ελαφρά άρματα, θα βάδιζε προς τα [[Ιωάννινα]], υποστηριζόμενο στα δεξιά από το "Παραλιακό Συγκρότημα", μια δύναμη αποτελούμενη από ένα Σύνταγμα Γρεναδιέρων και δύο Συντάγματα Ιππικού και στα αριστερά από την επίλεκτη 3η Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια» (''Julia''), η οποία θα προήλαυνε στην Πίνδο.
Στο μέτωπο της Δ.Μακεδονίας, το 26ο Σώμα «Κορυτσά» (''XXVI Corizza''), αποτελούμενο από την 29η Μεραρχία Πεζικού «Πιεμόντε» (''Piemonte'') και την 49η Μεραρχία Πεζικού «Πάρμα» (''Parma'') θα τηρούσε αμυντική στάση. Συνολικά, η δύναμη που θα αντιμετώπιζαν οι Έλληνες ανερχόταν σε περίπου 85.000 άνδρες, υπό τις διαταγές του στρατηγού Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα.
 
Μετά την κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς, το Ελληνικό [[ΓΕΣ|Γενικό Επιτελείο]] κατάρτισε το σχέδιο «ΙΒ» («Ιταλία-Βουλγαρία», για την αντιμετώπιση μιας ταυτόχρονης συνδυασμένης επίθεσης από Ιταλία και Βουλγαρία. Το σχέδιο προέβλεπε επιβραδυντικές αμυντικές ενέργειες στην περιοχή της Ηπείρου, με βαθμιαία υποχώρηση στη φυσικά οχυρή γραμμή [[Άραχθος]] - [[Μέτσοβο]] - [[Αλιάκμονας]] - [[Βέρμιο]], διατηρώντας την πιθανότητα μιας περιορισμένης επίθεσης στη Δυτική Μακεδονία. Το σχέδιο αναθεωρήθηκε δύο φορές στη συνέχεια, το «ΙΒα», προέβλεπε την άμυνα στη γραμμή των συνόρων και το «ΙΒβ», το οποίο προέβλεπε άμυνα κάπου ενδιάμεσα, μεταξύ συνόρων και γραμμής υποχώρησης. Στον υποστράτηγο [[Χαράλαμπος Κατσιμήτρος|Χαράλαμπο Κατσιμήτρο]], διοικητή της 8ης Μεραρχίας, παραχωρήθηκε ελευθερία κινήσεων και αποφάσεων ανάλογα με την κατάσταση που θα διαμορφωνόταν στο πεδίο της μάχης.
 
Ο διοικητής της 8ης Μεραρχίας αποφάσισε ότι δεν θα παραχωρούσε αμαχητί εθνικό έδαφος και οργάνωσε την κύρια αμυντική τοποθεσία βόρεια των Ιωαννίνων στην περιοχή Ελαίας - Καλπακίου και κατά μήκος του ποταμού Καλαμά, παρά τις διαταγές του Γενικού Επιτελείου, που υπογράμμιζαν ότι κύρια αποστολή των δυνάμεων του ήταν η κάλυψη της Δυτικής Μακεδονίας και η φρούρηση της διάβασης του Μετσόβου και των οδών προς Αιτωλοακαρνανία.
 
Οι κύριες ελληνικές δυνάμεις στην περιοχή όπου εκδηλώθηκε η ιταλική επίθεση, αριθμούσαν συνολικά περίπου 35.000 άνδρες και ήταν:
* Στην Ήπειρο η 8η Μεραρχία Πεζικού,υπό τον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο.
* Στην περιοχή της Πίνδου, το «Απόσπασμα Πίνδου», υπό τον συνταγματάρχη [[Κωνσταντίνος Δαβάκης|Κωνσταντίνο Δαβάκη]], με δύναμη 2.000 ανδρών περίπου.
 
Οι Έλληνες είχαν μικρό πλεονέκτημα στο ότι οι μεγάλες μονάδες τους ( μεραρχίες) περιελάμβαναν 30% περισσότερο πεζικό (τρεις σχηματισμούς συνταγμάτων έναντι δύο ιταλικών) και ελαφρώς περισσότερο πυροβολικό και τουφέκια έναντι των ιταλικών <ref name=auto1> Buell, Hal. ''World War II Album & Chronicle'' σελ. 37</ref>, αλλά δεν είχαν καθόλου [[άρμα μάχης|άρματα μάχης]], ενώ οι Ιταλοί μπορούσαν να βασιστούν και στην απόλυτη υπεροπλία τους στον αέρα έναντι της μικρής τότε [[Ελληνική Πολεμική Αεροπορία|Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας]]. Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος του οπλισμού του Ελληνικού Στρατού αναγόταν στον [[Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος|Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο]] ή προερχόταν από χώρες όπως η [[Γερμανία]] (σύμμαχος της Ιταλίας) αλλά και το [[Βέλγιο]], η [[Αυστρία]] ή η [[Γαλλία]], οι οποίες βρίσκονταν υπό κατοχή, πράγμα το οποίο είχε αρνητικές επιπτώσεις στην προμήθεια ανταλλακτικών και πολεμοφοδίων. Παρά ταύτα, πολλοί Έλληνες αξιωματικοί ήταν βετεράνοι μιας δεκαετίας συνεχών, σχεδόν, πολεμικών συγκρούσεων ([[Βαλκανικοί Πόλεμοι]] 1912-13, [[Α' Παγκόσμιος Πόλεμος]], [[Μικρασιατική Εκστρατεία]] 1919-22) και ο Ελληνικός Στρατός, παρά τα περιορισμένα μέσα του, είχε αναδιοργανωθεί σε μεγάλο βαθμό κατά τη δεκαετία του 1930. Τέλος, το ηθικό των Ελληνικού Στρατού, αντίθετα με τις προσδοκίες των Ιταλών, ήταν υψηλότατο, με τους άνδρες έτοιμους να αποκρούσουν την ιταλική επίθεση και να «πάρουν εκδίκηση για την Τήνο».
 
Μετά τον Πόλεμο, πολλοί Ιταλοί αξιωματικοί παρομοίαζαν την ελληνική αντίσταση στην Ήπειρο με αυτή των Τούρκων στα [[Δαρδανέλια]] στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και κάποιοι μάλιστα έφτασαν στο σημείο να την αποδώσουν και στη συμμετοχή προσφύγων (περίπου 25%) από την [[ανταλλαγή πληθυσμών]] του 1923<ref>Lamb, Richard. ''Mussolini as Diplomat'' σελ. 291-292</ref><ref>Mack Smith, Dennis. ''Mussolini's Roman Empire'' σελ. 79</ref>.
 
== Φάσεις επιχειρήσεων ==
=== Αρχική ιταλική επίθεση (28 Οκτωβρίου 1940 - 13 Νοεμβρίου 1940) ===
{{Δείτε|Μάχη της Πίνδου|Μάχη Ελαίας - Καλαμά}}
[[Αρχείο:GreekItalianinitialItal-gr.jpg|thumb|250px|Πρώτη Ιταλική επίθεση<br />28 Οκτωβρίου - 13 Νοεμβρίου 1940.]]
Οι Ιταλοί επιτέθηκαν το πρωί της 28ης Οκτωβρίου και τα τμήματα προκάλυψης στη γραμμή των συνόρων συμπτύχθηκαν και κατέλαβαν νέες θέσεις άμυνας στα μετόπισθεν στα πλαίσια του επιβραδυντικού αγώνα. Οι μεραρχίες «Φερράρα» και «Κένταυρος» κινήθηκαν προς την περιοχή του [[Καλπάκι|Καλπακίου]] (στη θέση Ελαία), το «Παραλιακό Συγκρότημα» προωθήθηκε κατά μήκος της ακτής και η Μεραρχία «Σιένα» κινήθηκε στα νοτιοανατολικά του Καλπακίου προκειμένου να διαβεί τον ποταμό Καλαμά. Οι Ιταλοί συνάντησαν σημαντικές δυσκολίες στην προώθηση τους λόγω των καταστροφών στο οδικό δίκτυο και στις γέφυρες και των συνεχών βροχοπτώσεων που είχαν μετατρέψει τις ημιονικές οδούς σε βούρκο και τα ρυάκια σε ορμητικούς χειμάρρους.
 
Η σύμπτυξη των τμημάτων προκάλυψης ολοκληρώθηκε τη νύκτα της 29ης προς 30η Οκτωβρίου και στις [[31 Οκτωβρίου]] όταν το ιταλικό Γενικό Επιτελείο ανακοίνωνε ότι: «''οι μονάδες μας συνεχίζουν να προελαύνουν στην Ήπειρο και έφτασαν στον ποταμό Καλαμά, σε πολλά σημεία. Αντίξοες καιρικές συνθήκες και ενέργειες των υποχωρούντων εχθρών δεν επιβραδύνουν την προέλαση των δυνάμεών μας''», οι δυνάμεις των Μεραρχιών «Φερράρα» και «Κένταυρος» άρχισαν να συγκεντρώνονται στην περιοχή της κύριας αμυντικής τοποθεσίας στο Καλπάκι. Οι αντίξοες καιρικές συνθήκες στη θάλασσα δεν επέτρεψαν τη προσχεδιασμένη απόβαση στην Κέρκυρα<ref name=auto2 />.
 
Την [[1η Νοεμβρίου]], το ιταλικό Γενικό Επιτελείο έδινε προτεραιότητα στο μέτωπο της Αλβανίας έναντι αυτού της Αφρικής<ref>Knox (2000), σελ.80</ref> αλλά στο χρονικό διάστημα από 2 μέχρι 9 Νοεμβρίου οι επανειλημμένες προσπάθειες να διασπαστεί η κύρια αμυντική τοποθεσία συνετρίβησαν από τις δυνάμεις της 8ης Μεραρχίας, οπότε στις [[9 Νοεμβρίου]] οι επιθέσεις διακόπηκαν και οι ιταλικές δυνάμεις στην Ήπειρο υποχώρησαν και έλαβαν θέσεις άμυνας, απειλούμενες από την αντεπίθεση των ελληνικών δυνάμεων από την περιοχή της Πίνδου.
 
Η μεγαλύτερη απειλή για τις ελληνικές θέσεις διαγράφηκε από την διείσδυση των 11.000 ανδρών της [[Ταξιαρχία Αλπινιστών Τζούλια|Μεραρχίας Αλπινιστών «Τζούλια»]] στην Πίνδο με κατεύθυνση το [[Μέτσοβο]] και τη διάβαση της Κατάρας, η οποία απειλούσε να διαχωρίσει τις ελληνικές δυνάμεις της Ηπείρου από εκείνες της Δυτικής Μακεδονίας. Η «Τζούλια» αρχικά σημείωσε επιτυχίες, καθώς κατάφερε να απωθήσει τις λιγοστές δυνάμεις του Αποσπάσματος Πίνδου του συνταγματάρχη Δαβάκη, που είχε την ευθύνη για την άμυνα της περιοχής. Οι ολιγομελείς φρουρές στα φυλάκια κατά μήκος των συνόρων γρήγορα ανατράπηκαν από τους αλπινιστές και το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου, το σύνολο των δυνάμεων του Δαβάκη αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν υπό το βάρος της ιταλικής επίθεσης. Οι αλπινιστές συνέχισαν τις επιθέσεις τους την επόμενη μέρα και η κατάσταση για τις ελληνικές δυνάμεις έγινε απελπιστική. Το σύνολο των ανδρών του Αποσπάσματος Πίνδου είχαν προωθηθεί στην πρώτη γραμμή και ο Δαβάκης αναγκάστηκε να ζητήσει την βοήθεια των κατοίκων της περιοχής για τον ανεφοδιασμό τους. Μέσα από δύσβατα, ολισθηρά και ανεμοδαρμένα μονοπάτια, γέροντες, γυναίκες και παιδιά, μέσα στη νύχτα, στο τσουχτερό κρύο, στο χιόνι και στη λάσπη μετέφεραν στους μαχητές που κρατούσαν τις κορυφές των υψωμάτων πυρομαχικά, εφόδια και τρόφιμα και βοηθούσαν στη μεταφορά των τραυματιών στα μετόπισθεν. Ήταν η συμμετοχή του άμαχου πληθυσμού της περιοχής στο «Έπος της Πίνδου».
 
Το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο διέγνωσε έγκαιρα την απειλή και κατηύθηνε αμέσως όλες τις μονάδες που επιστρατεύονταν στην απειλούμενη περιοχή. Στις [[31 Οκτωβρίου]] εκδηλώθηκε η πρώτη αντεπίθεση των Ελλήνων, η οποία σημείωσε μικρή επιτυχία. Οι Ιταλοί κατόρθωσαν στις [[3 Νοεμβρίου]] να καταλάβουν τη [[Βοβούσα Ιωαννίνων|Βοβούσα]], ένα χωριό 20 χιλιόμετρα βόρεια του Μετσόβου, αλλά οι δυνάμεις τους δεν ήταν αρκετές για να διαφυλάξουν το αριστερό άκρο της προώθησης τους, στο οποίο αντεπιτέθηκαν οι ελληνικές δυνάμεις που είχαν σπεύσει στην περιοχή.
 
Ο συνταγματάρχης Δαβάκης δεν είχε την τύχη να συμμετέχει στην ελληνική αντεπίθεση, μια και στις 2 Νοεμβρίου, εκτελώντας προσωπικά αναγνώριση στην περιοχή του υψώματος του Προφήτη Ηλία Φούρκας τραυματίστηκε σοβαρά από εχθρικά πυρά και διακομίστηκε στο νοσοκομείο Κοζάνης και στην συνέχεια στην Αθήνα.
 
Οι ελληνικές δυνάμεις περικύκλωσαν αυτές της «Τζούλια» που εγκατέλειψαν τη Βοβούσα, στις [[4 Νοεμβρίου]]. Μέχρι την 7η Νοεμβρίου διεξήχθησαν ανηλεείς μάχες στην περιοχή μέσα σε αντίξοες καιρικές συνθήκες και οι αλπινιστές της «Τζούλια», που είχαν αποκοπεί από τα μετόπισθεν τους, πολέμησαν σκληρά για την επιβίωσή τους. Στις [[8 Νοεμβρίου]] ο διοικητής της «Τζούλια», στρατηγός Μάριο Τζιρότι, διέταξε να υποχωρήσουν νότια του όρους [[Σμόλικας|Σμόλικα]] κατά μήκος της βόρειας όχθης του Αώου προς την Κόνιτσα, όπου είχε προωθηθεί η 47η Μεραρχία «Μπάρι», η οποία αρχικά προοριζόταν για την απόβαση στην Κέρκυρα. Μέχρι τις [[13 Νοεμβρίου]] οι ελληνικές δυνάμεις είχαν ανακαταλάβει τις συνοριακές διαβάσεις της Πίνδου, με εξαίρεση την περιοχή της [[Κόνιτσα]]ς, που κατείχε η μεραρχία «Μπάρι» μέχρι την 16η Νοεμβρίου. Αυτό ήταν και το τέλος της «Μάχης της Πίνδου».
 
Στη Δυτική Μακεδονία, ενόψει της έλλειψης δραστηριότητας από ιταλικής πλευράς και προκειμένου να ανακουφιστεί το μέτωπο της Πίνδου, το ελληνικό Γενικό Επιτελείο στις [[31 Οκτωβρίου]] προώθησε στην περιοχή το Γ' Σώμα Στρατού (10η και 11η Μεραρχία Πεζικού και Ταξιαρχία Ιππικού) υπό τον αντιστράτηγο [[Γεώργιος Τσολάκογλου|Γεώργιο Τσολάκογλου]] με την εντολή να επιτεθεί στην Αλβανία, επίθεση η οποία λόγω προβλημάτων ανεφοδιασμού αναβλήθηκε για τις [[14 Νοεμβρίου]].
 
Η απροσδόκητη ελληνική αντίσταση κατέλαβε εξ απήνης το ιταλικό Γενικό Επιτελείο, το οποίο περίμενε ένα «στρατιωτικό πικ-νικ». Αρκετές μονάδες στάλθηκαν εσπευσμένα στην Αλβανία, ενώ τα αρχικά σχέδια για επικουρικές επιθέσεις σε ελληνικά νησιά ματαιώθηκαν. Εξοργισμένος από την αποτελμάτωση της επιχείρησης, ο Μουσολίνι στις [[9 Νοεμβρίου]] ανασχημάτισε τη Διοίκηση Αλβανίας, αντικαθιστώντας τον Πράσκα με τον Ουμπάλντο Σόντου (''Ubaldo Soddu''), τέως υφυπουργό Πολέμου. Ο νέος διοικητής, αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, διέταξε τις δυνάμεις του να διακόψουν κάθε επιθετική ενέργεια και να λάβουν θέσεις άμυνας. Ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι η ιταλική εισβολή είχε αποτύχει.
 
=== Ελληνική αντεπίθεση και ακινητοποίηση (14 Νοεμβρίου 1940 - 8 Μαρτίου 1941) ===
{{Δείτε|Μάχη Μόροβα-Ιβάν|Κατάληψη της Κλεισούρας}}
[[Αρχείο:Greek artilery Morava Nov 1940.JPG|thumb|250px|Πυροβολικό του Ελληνικού Στρατού βάλει κατά του υψώματος Ιβάν, κοντά στην Κορυτσά.]]
[[Αρχείο:GreekItalianGreekCounter-gr.jpg|thumb|250px|Ελληνική αντεπίθεση<br />14 Νοεμβρίου 1940 - Μάρτιος 1941.]]
Οι ελληνικές εφεδρείες άρχισαν να φτάνουν στο μέτωπο στις αρχές Νοεμβρίου, ενώ η αδράνεια της Βουλγαρίας επέτρεψε στο ελληνικό Γενικό Επιτελείο να μεταφέρει την πλειονότητα των μονάδων από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και να τις αναπτύξει στο αλβανικό μέτωπο. Έτσι, ο Αρχιστράτηγος [[Αλέξανδρος Παπάγος]] κατόρθωσε να πετύχει αριθμητική υπεροχή έναντι των Ιταλών ως τα μέσα Νοεμβρίου, πριν εξαπολύσει αντεπίθεση. Έντεκα μεραρχίες πεζικού, δύο Ταξιαρχίες Πεζικού και η Μεραρχία Ιππικού υπό τον Υποστράτηγο [[Γεώργιος Στανωτάς|Γεώργιο Στανωτά]] αντιμετώπιζαν δεκαπέντε ιταλικές μεραρχίες πεζικού και μια τεθωρακισμένη μεραρχία.<ref>''The Oxford Companion to World War II'' (1995), σελ.508</ref>
 
Το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας και το Γ' Σώμα Στρατού, ενισχυμένα με μονάδες από ολόκληρη τη Βόρειο Ελλάδα, εξαπέλυσαν επίθεση στις [[14 Νοεμβρίου]], με κατεύθυνση την [[Κορυτσά]]. Μετά από σκληρή μάχη στην οχυρωμένη μεθόριο, οι Έλληνες τη διέσπασαν στις [[17 Νοεμβρίου]] και μπήκαν στην Κορυτσά στις 22. Λόγω της αναποφασιστικότητας του ελληνικού Γενικού Επιτελείου, οι Ιταλοί βρήκαν χρόνο να αναδιοργανωθούν και να μην καταρρεύσουν τελείως παρόλο που στο στράτευμά τους είχε ήδη ξεσπάσει κρίση με παραιτήσεις υψηλόβαθμων στρατιωτικών.<ref>Η Ελλάδα & ο κόσμος (1915-2005), τόμος δεύτερος, σελ. 105, εκδόσεις Ντέτσικα</ref>
 
Η επίθεση από τη Δυτική Μακεδονία συνδυάστηκε με γενική επίθεση σε ολόκληρο το μήκος του Μετώπου. Το Α' και Β' Σώμα Στρατού προέλασαν στην Ήπειρο, και μετά από σκληρή μάχη κατόρθωσαν να καταλάβουν τους [[Άγιοι Σαράντα|Αγίους Σαράντα]], το [[Πόγραδετς]] και το [[Αργυρόκαστρο]] ως τις αρχές Δεκεμβρίου και τη [[Χειμάρρα]] την παραμονή των Χριστουγέννων. Είχε πλέον καταληφθεί ουσιαστικά ολόκληρη η [[Βόρεια Ήπειρος]]. Στις [[10 Ιανουαρίου]] [[1941]], πριν την έλευση της βαρυχειμωνιάς, καταλήφθηκε και το στρατηγικής σημασίας οχυρωμένο [[Κατάληψη της Κλεισούρας|πέρασμα της Κλεισούρας]]. Αλλά οι Έλληνες δεν κατόρθωσαν να προωθηθούν προς το [[Βεράτιο]], ενώ απέτυχε και η επίθεσή τους προς την [[Αυλώνα]]. Στη μάχη για την Αυλώνα, οι Ιταλικές μεραρχίες «Λύκοι της Τοσκάνης», «Τζούλια», «Πινερόλο» και «Πουστέρια» υπέστησαν μεγάλες απώλειες, αλλά στα τέλη Ιανουαρίου η ελληνική προέλαση σταμάτησε. Οι Έλληνες σταμάτησαν λόγω αριθμητικής υπεροχής, πλέον, των Ιταλών, και λόγω της απομάκρυνσής τους από τα κέντρα ανεφοδιασμού.
 
Στο μεταξύ, ο στρατηγός Σοντού αντικαταστάθηκε στα μέσα Δεκεμβρίου από τον Ούγκο Καβαλλέρο (Ugo Cavallero). Στις [[4 Μαρτίου]], με την απειλή της γερμανικής επέμβασης έκδηλη, οι Βρετανοί έστειλαν τις πρώτες τους ενισχύσεις και πολεμοφόδια στους Έλληνες. Συγκεκριμένα, έστειλαν τέσσερις μεραρχίες, εκ των οποίων δύο τεθωρακισμένες, που αριθμούσαν 57.000 στρατιώτες υπό τις διαταγές του στρατηγού Χένρι Ουίλσον (''Henry Wilson'').<ref>Buell, Hal. ''World War II Album & Chronicle'' σελ. 75</ref>
 
=== Εαρινή ιταλική επίθεση (9 Μαρτίου 1941 - 23 Απριλίου 1941) ===
{{Κύριο|Ιταλική Εαρινή Επίθεση}}
[[Αρχείο:GreekItalian2ndItal-gr.jpg|thumb|250px|Δεύτερη Ιταλική επίθεση<br />9 Μαρτίου - 23 Απριλίου 1941]]
Η στασιμότητα συνεχίστηκε, παρά τις επιμέρους εχθροπραξίες, καθώς και οι δυο αντίπαλοι ήταν πολύ αδύναμοι για να ξεκινήσουν νέα μεγάλη έφοδο. Οι Έλληνες ήταν σε ακόμη μειονεκτικότερη θέση καθώς, έχοντας απογυμνώσει τα βόρεια σύνορά τους από όπλα και άνδρες για να κρατήσουν το αλβανικό μέτωπο, ήταν υπερβολικά ευάλωτοι σε μια πιθανή γερμανική επίθεση μέσω Βουλγαρίας.
 
Οι Ιταλοί, από την άλλη πλευρά, θέλοντας να πετύχουν μια νίκη στο αλβανικό μέτωπο πριν την επιβεβλημένη, πλέον, γερμανική εμπλοκή, συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους για μια νέα επίθεση με την κωδική ονομασία «Primavera» (Άνοιξη). Συγκέντρωσαν δεκαεπτά μεραρχίες έναντι των δεκατριών ελληνικών και υπό την επίβλεψη του Μουσολίνι προσωπικά, επιτέθηκαν ενάντια στο στενό της Κλεισούρας. Η επίθεση διήρκεσε από τις [[9 Μαρτίου|9]] ως τις [[20 Μαρτίου]], αλλά απέτυχε να απωθήσει τους Έλληνες, κερδίζοντας περιορισμένες μόνο περιοχές, όπως τη Χειμάρρα και μικρές εκτάσεις περί το [[Μπεράτι]]<ref> Buell, Hal. ''World War II Album & Chronicle'' σελ. 76</ref>. Έκτοτε και μέχρι τη γερμανική επίθεση στις [[6 Απριλίου]], οι επιχειρήσεις αποκλιμακώθηκαν. Η σημαντικότερη μάχη της "εαρινής επίθεσης" ήταν η μάχη του υψώματος 731.
 
=== Γερμανική επίθεση ===
{{κύριο|Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα}}
[[Αρχείο:Battle of Greece - 1941 el.png|thumb|250px|right|Η γερμανική επίθεση του 1941]]
[[Αρχείο:Bundesarchiv Bild 101I-165-0419-19A, Athen, Hissen der Hakenkreuzflagge.jpg|thumb|250px|]]
Προβλέποντας τη γερμανική επίθεση, οι Βρετανοί και μερικοί Έλληνες ζητούσαν την υποχώρηση από την Ήπειρο, ώστε να εξοικονομηθούν δυνάμεις που θα μπορούσαν να αποκρούσουν του Γερμανούς. Παρά ταύτα, το εθνικό συναίσθημα δεν επέτρεπε να εγκαταλειφθούν ευαίσθητες εθνικά περιοχές που κατακτήθηκαν με τόσο κόπο. Έτσι, παρά τη στρατιωτική λογική, απορρίφθηκε η ιδέα οπισθοχώρησης έναντι των «ηττημένων» Ιταλών και ο μεγαλύτερος όγκος των ελληνικών δυνάμεων παρέμενε βαθιά στην Αλβανία, ενώ οι Γερμανοί πλησίαζαν. Ο στρατηγός Ουίλσον χλεύασε αυτό το «φετιχιστικό δόγμα του να μη δοθεί ούτε μια σπιθαμή γης στους Ιταλούς» και που οδήγησε στο να μείνουν μόνο έξι από τις εικοσιμία ελληνικές μεραρχίες να αντιμετωπίσουν τη γερμανική επίθεση<ref>De Felice, Renzo. ''Mussolini l'Alleato:Italia in guerra 1940-1943'' σελ. 125</ref>.
 
Από τις [[6 Απριλίου]], οι Ιταλοί ξεκίνησαν εκ νέου την επίθεσή τους στην Αλβανία, μαζί με την [[Επιχείρηση Μαρίτα|επιχείρηση «Μαρίτα»]] των Γερμανών. Οι αρχικές επιθέσεις είχαν μικρό αποτέλεσμα, αλλά στις [[12 Απριλίου]] το ελληνικό Γενικό Επιτελείο, θορυβημένο από την ταχύτατη προέλαση των Γερμανών, διέταξε την οπισθοχώρηση από την Αλβανία. Οι Ιταλοί κατέλαβαν την Κορυτσά στις [[14 Απριλίου]] και έφτασαν στις [[λίμνες Πρέσπες]] στις [[19 Απριλίου|19]]. Στις [[22 Απριλίου]] έφτασαν στα ελληνο-αλβανικά σύνορα στο χωριό [[Περάτης Ιωαννίνων|Περάτη]] και πέρασαν σε ελληνικό έδαφος την επόμενη μέρα.
 
Στο μεταξύ, στις [[18 Απριλίου]] το μηχανοκίνητο γερμανικό σύνταγμα ''Σωματοφυλακή SS «Αδόλφος Χίτλερ»'' (''Leibstandarte "Adolf Hitler"'') κάμπτοντας την τοπική αντίσταση, κατέλαβε το πέρασμα του Μετσόβου, αποκόπτοντας έτσι τον Ελληνικό Στρατό Ηπείρου από τα μετόπισθεν. Την επόμενη μέρα οι Γερμανοί κατέλαβαν τα Ιωάννινα, ολοκληρώνοντας την απομόνωση του ελληνικού στρατού που υποχωρούσε από την Αλβανία. Έχοντας επίγνωση της κρίσιμης κατάστασης, ο αντιστράτηγος [[Γεώργιος Τσολάκογλου]], σε συμφωνία με άλλους στρατηγούς, αλλά χωρίς την εξουσιοδότηση του Στρατάρχη [[Αλέξανδρος Παπάγος|Παπάγου]], αντικατέστησε τον Αντιστράτηγο Πιτσίκα και προσέφερε συνθηκολόγηση στον [[Ζεπ Ντίτριχ]] (Sepp Dietrich) στις 20 Απριλίου, κυρίως για να αποφύγει ατιμωτική παράδοση στους Ιταλούς<ref>Keegan, σελ. 157</ref>. Οι όροι της παράδοσης θεωρήθηκαν τιμητικοί, καθώς ο ελληνικός στρατός δε θα αιχμαλωτιζόταν, ενώ οι αξιωματικοί θα επιτρεπόταν να διατηρήσουν το ξίφος τους. Ο Μουσολίνι εξοργίστηκε από τη μονομερή αυτή παράδοση και μετά από πολλές διαμαρτυρίες στον [[Χίτλερ]], η τελετή συνθηκολόγησης επαναλήφθηκε στις [[23 Απριλίου]], για να παρευρεθούν και εκπρόσωποι της ιταλικής πλευράς.
 
Στις [[24 Απριλίου]] τα ιταλικά στρατεύματα επιτέθηκαν μαζί με τα γερμανικά στην [[Αττική]], κοντά στην Αθήνα, ενώ οι ηττημένοι Βρετανοί ξεκίνησαν την αποχώρησή τους. Παράλληλα, η Βουλγαρία εισέβαλε στην [[Θράκη]] και κατέλαβε μια περιοχή γύρω από την [[Ξάνθη]]. Στις [[3 Μαΐου]], μετά την κατάληψη και της [[Κρήτη|Κρήτης]], έγινε μια θεαματική ιταλο-γερμανική παρέλαση στην [[Αθήνα]] για να εορταστεί η νίκη του Άξονα. Μετά τη νίκη επί της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας, ο Μουσολίνι ξεκίνησε να κομπάζει για τη νέα ιταλική ''Mare Nostrum'' («η θάλασσά μας», αναφερόμενος στη Μεσόγειο).
 
== Ναυτικές επιχειρήσεις ==
 
Κατά την έναρξη των εχθροπραξιών, το [[Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό|Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό]] αποτελούνταν από το ήδη παλαιό [[Γεώργιος Αβέρωφ (θωρηκτό)|θωρηκτό «Αβέρωφ»]], 10 [[αντιτορπιλικό|αντιτορπιλικά]] (εκ των οποίων 4 παλαιά), αρκετές [[τορπιλάκατος|τορπιλακάτους]] και 6 παλαιά [[υποβρύχιο|υποβρύχια]].
 
Στις αρχές του πολέμου περιορίστηκε στην προστασία των θαλάσσιων μεταφορών στο [[Αιγαίο πέλαγος]], τόσο για την ολοκλήρωση της επιστράτευσης της χώρας, όσο και για τον ανεφοδιασμό της. Τα ελληνικά σκάφη αντιμετώπιζαν συνεχώς τον κίνδυνο επιθέσεων από ιταλικά αεροσκάφη και υποβρύχια, που επιχειρούσαν έχοντας ως βάση τα [[Δωδεκάνησα]].
 
Ακολούθησαν περιορισμένες επιθετικές ενέργειες ενάντια σε ιταλικά σκάφη στα [[Στενά του Οτράντο]]. Τα αντιτορπιλικά προέβησαν σε τρεις θαρραλέες, αλλά άκαρπες νυχτερινές επιδρομές (14-15 Νοεμβρίου 1940, 15-16 Δεκεμβρίου 1940 και 4-5 Ιανουαρίου 1941). Οι ελληνικές επιτυχίες ήρθαν από τα υποβρύχια, τα οποία κατόρθωσαν να βυθίσουν μερικά ιταλικά μεταγωγικά. Από την ιταλική πλευρά, παρότι ο ιταλικός στόλος υπέστη σημαντικές ζημιές από το Βρετανικό Πολεμικό Ναυτικό κατά την [[Επιδρομή στον Τάραντα]], τα ιταλικά αντιτορπιλικά και καταδρομικά συνέχισαν να επιχειρούν, καλύπτοντας τις νηοπομπές εφοδιασμού μεταξύ Ιταλίας και Αλβανίας. Τέλος, στις 28 Νοεμβρίου, μια ναυτική μοίρα βομβάρδισε την [[Κέρκυρα]], ενώ στις 18 Δεκεμβρίου και στις 4 Μαρτίου, έβαλαν κατά ελληνικών παράλιων θέσεων στην Αλβανία. Αξίζει επίσης να σημειωθεί και η επιτυχία στα τέλη του 1940 του ελληνικού υποβρυχίου «''Παπανικολής''» με κυβερνήτη τον τότε πλωτάρχη [[Μιλτιάδης Ιατρίδης|Μιλτιάδη Ιατρίδη]], το οποίο βύθισε ανοιχτά του Αυλώνα δύο έμφορτα ιταλικά μεταγωγικά<ref>Η Ελλάδα & ο κόσμος (1915-2005), εκδόσεις Ντέτσικα, τόμος δεύτερος, σελ. 106</ref>. Στην ίδια περιοχή στις [[29 Δεκεμβρίου]] 1940 βυθίστηκε αύτανδρο το υποβρύχιο ''Πρωτεύς'' με κυβερνήτη τον [[Μιχαήλ Χατζηκωνσταντής|Μιχαήλ Χατζηκωνσταντή]]. Σημαντική δράση, επίσης, είχαν και τα άλλα υποβρύχια του στόλου (''Κατσώνης'', ''Νηρεύς'', ''Τρίτων'').
 
Από τον Ιανουάριο του 1941, το κύριο μέλημα του ελληνικού ναυτικού ήταν η κάλυψη των νηοπομπών από και προς την [[Αλεξάνδρεια]], σε συνεργασία με το βρετανικό ναυτικό. Καθώς στις αρχές Μαρτίου ξεκίνησε η μεταφορά του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, ο ιταλικός στόλος αποφάσισε να επιτεθεί εναντίον του. Καλά πληροφορημένοι όμως οι Βρετανοί, κατόρθωσαν να αμυνθούν με επιτυχία ενάντια στους Ιταλούς στη [[Ναυμαχία του Ακρωτηρίου Ταίναρου]] στις 28 Μαρτίου.
 
Με την έναρξη της γερμανικής επίθεσης, στις [[6 Απριλίου]], η κατάσταση άλλαξε άρδην. Η γερμανική υπεροπλία από αέρος προξένησε μεγάλες απώλειες σε ελληνικά και βρετανικά πλοία, ενώ η κατάληψη της κυρίως Ελλάδας και αργότερα της Κρήτης από την [[Βέρμαχτ]] σήμανε το τέλος των συμμαχικών ναυτικών επιχειρήσεων στον ελληνικό χώρο μέχρι την Εκστρατεία των Δωδεκανήσων το [[1943]].
[[Αρχείο:Gr-triple-occupation-gr.png|thumb|right|350px|Χάρτης της Ελλάδας υπό τριπλή Κατοχή:<br /><font color="red">κόκκινο:</font> Γερμανοί<br /><font color=#0000CC>γαλάζιο:</font> Ιταλοί<br /><font color="green">πράσινο:</font> Βούλγαροι<br /><font color=#000080>μπλε:</font> προπολεμική κτήση (ιταλικό έδαφος)]]
 
== Απολογισμός ==
 
Με την [[Μάχη της Κρήτης|πτώση της Κρήτης]] το Μάιο του [[1941]], ολόκληρη η Ελλάδα βρέθηκε υπό τον απόλυτο έλεγχο των δυνάμεων του Άξονα. Για τα επόμενα τρία χρόνια υπέστη τη σκληρή Κατοχή από τις δυνάμεις της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής υπήρξε εκτεταμένη Αντίσταση, η οποία απελευθέρωσε τις περισσότερες ορεινές περιοχές ως το [[1944]]. Συγχρόνως, ελληνικές χερσαίες δυνάμεις και πλοία συνέχιζαν τον πόλεμο μαζί με τους Βρετανούς στη Βόρειο Αφρική, ακόμη και στην ίδια την Ιταλία. Με την γερμανική υποχώρηση από τα Βαλκάνια, τον Οκτώβριο-Νοέμβριο του 1944, η χώρα απελευθερώθηκε, αλλά πολύ σύντομα έπεσε στη δίνη ενός πολύνεκρου [[Ελληνικός Εμφύλιος 1946 - 1949|εμφύλιου πολέμου]].
 
== Επιπτώσεις στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ==
Παρά την τελική νίκη των δυνάμεων του Άξονα κατά της Ελλάδας, η αρχική ελληνική νίκη κατά των Ιταλών είχε μεγάλη επίπτωση στην έκβαση του [[β' Παγκόσμιος Πόλεμος|Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου]]. Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η αναγκαστική γερμανική επέμβαση στα Βαλκάνια καθυστέρησε την «[[Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος|επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα]]», ενώ προκάλεσε απώλειες σε αεροσκάφη και αλεξιπτωτιστές κατά τη [[Μάχη της Κρήτης]]. Αναφέρεται ότι ο [[Αδόλφος Χίτλερ]], σε συνομιλία του με την [[Λένι Ρίφενσταλ]] (''Leni Riefenstahl''), είπε με πικρία ότι «''εάν οι Ιταλοί δεν είχαν επιτεθεί στην Ελλάδα και δε χρειάζονταν τη βοήθειά μας, ο πόλεμος θα είχε πάρει διαφορετική τροπή. Θα είχαμε αποφύγει το ρωσικό χειμώνα κατά αρκετές εβδομάδες και θα είχαμε καταλάβει το [[Αγία Πετρούπολη|Λένινγκραντ]] και τη [[Μόσχα]]. Δε θα υπήρχε [[Μάχη του Στάλινγκραντ]]''»<ref>Leni Riefenstahl, ''Leni Riefenstahl: A Memoir.'' (Picador New York, USA. 1987) σελ. 295 ISBN 0-312-11926-7</ref>. Άλλοι ιστορικοί, όπως ο Antony Beevor, υποστηρίζουν ότι δεν καθυστέρησε η ελληνική αντίσταση την επίθεση του Άξονα στη Σοβιετική Ένωση, αλλά η αργή κατασκευή αεροδρομίων στην Ανατολική Ευρώπη<ref>Beevor, σελ. 230</ref>. Παρά ταύτα, είναι κοινός τόπος ότι η ανάγκη κατάληψης της Ελλάδας, η ανάγκη να κατασταλεί η Αντίσταση και να προστατευτεί η χώρα από ενέργειες των Συμμάχων, κράτησε στην Ελλάδα πολυάριθμες γερμανικές και ιταλικές μονάδες καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου.
 
Από την άλλη πλευρά, όμως, η ελληνική αντίσταση χρειάστηκε, στην τελική της φάση την επέμβαση των Συμμάχων. Η απόφαση να σταλούν βρετανικά στρατεύματα στην Ελλάδα ήταν πρωτίστως πολιτική και όχι στρατιωτική. Εκ των υστέρων, η αποστολή δυνάμεων από τη [[Μέση Ανατολή]] στην Ελλάδα σε ένα τόσο κρίσιμο σημείο, χαρακτηρίστηκε από τον στρατηγό [[Άλαν Μπρουκ]] (''Alan Brooke'') ως μια «αδιαμφισβήτητη στρατηγική γκάφα», καθώς οι δυνάμεις αυτές, από τη μία αποδείχθηκαν ανεπαρκείς να ανακόψουν τους προελαύνοντες Γερμανούς, ενώ από την άλλη θα μπορούσαν να είχαν παίξει αποφασιστικό ρόλο στο μέτωπο της [[Βόρεια Αφρική|Βόρειας Αφρικής]], όπου η συμβολή τους θα μπορούσε να είχε οδηγήσει στη νίκη πολύ ενωρίτερα. Το γεγονός αυτό κατά τους Άγγλους δικαιολογείται απ' το ότι εκείνη την στιγμή, αντί να εξαλείψουν για πάντα την Ιταλική παρουσία στην Β. Αφρική , έδωσαν καιρό στον [[Έρβιν Ρόμελ|Ρόμμελ]] να ετοιμάσει την εισβολή του, την οποία αργότερα πλήρωσαν ακριβά. Η πολιτική πρωτοβουλία εντούτοις χρεώνεται στον Τσώρτσιλ ο οποίος ενθουσιάστηκε με την ιδέα ενός λαού που νικά τον Άξονα και που θα μπορούσε να αποβεί ένα μελλοντικό εφαλτήριο για μια επίθεση στα πλευρά των Γερμανών. Δυστυχώς όμως οι Αγγλικές δυνάμεις δεν ήταν αρκετές να περιφρουρήσουν όλη την Αυτοκρατορία , πράγμα που ήταν γνωστό στο Αγγλικό Επιτελείο ήδη απ το 1938, οπότε η κατά τα άλλα γενναία επέμβαση των Άγγλων στο πλευρό της Ελλάδας είχε το χαρακτηριστικό του 'πολύ λίγο και πολύ αργά' για τα τότε δεδομένα.
 
{| class="toccolours" style="float: right; margin-left: 1em; margin-right: 1em; font-size: 85%; background:#c6dbf7; color:black; width:30em; max-width: 30%;" cellspacing="5"
| style="text-align: left;" | Ο Χίτλερ τηλεφωνεί στον Μουσολίνι:<br />«Μπενίτο, δεν είσαι ακόμα στην Αθήνα;»<br />«Δε σε ακούω Αδόλφε»<br />«Λέω, ακόμα δεν είσαι στην Αθήνα;»<br />«Δε σε ακούω!! Θα τηλεφωνείς από μακριά. Στο Λονδίνο είσαι;»
|-
| style="text-align: left;" |''Ανέκδοτο που κυκλοφορούσε στην Κατεχόμενη Γαλλία το χειμώνα 1940-41''<ref>Ian Allan Pubs., ''The Balkans and North Africa 1941-42 (Blitzkrieg Series #4)'', σελ.13</ref>
|}
Πολύ σημαντικό επίσης ήταν και το ηθικό παράδειγμα, σε μια εποχή όπου μόνο η Βρετανική Αυτοκρατορία αντιστεκόταν στις δυνάμεις του Άξονα, μιας μικρής χώρας η οποία, όχι μόνο αντιστεκόταν με τόλμη ενάντια σε μια, υποτίθεται παντοδύναμη, φασιστική Ιταλία, αλλά κατήγαγε και σημαντικές νίκες. Η αξία του ηθικού παραδείγματος τονιζόταν και στους διθυραμβικούς επαίνους που η Ελλάδα λάμβανε την εποχή εκείνη.
 
Ο Γάλλος στρατηγός [[Σαρλ ντε Γκωλ|Ντε Γκωλ]] ήταν επίσης μεταξύ εκείνων που επαίνεσαν την υπερηφάνια της ελληνικής αντίστασης. Σε επίσημο μήνυμά του για την 25η Μαρτίου, ο Ντε Γκωλ εξέφραζε το θαυμασμό του για την ελληνική αντίσταση:
 
{{απόσπασμα|Στο όνομα του κατεχόμενου, πλην ακόμη ζωντανού γαλλικού λαού, η Γαλλία επιθυμεί να χαιρετίσει τον πόλεμο του ελληνικού λαού για την ελευθερία του. Η 25η Μαρτίου 1941 βρίσκει την Ελλάδα στην κορυφή ενός ηρωικού αγώνα και στην κορυφή της δόξας της. Η Ελλάδα δεν έχει δει τέτοιο μεγαλείο και τέτοια δόξα, σαν αυτή που σήμερα απολαμβάνει, από τον καιρό της [[Ναυμαχία της Σαλαμίνας|Ναυμαχίας της Σαλαμίνας]].<ref>Φαφαλιός και Χατζηπατέρας, σελ. 157</ref>}}
 
Η στοίχιση της Ελλάδας με τους Συμμάχους συνετέλεσε στο να της δοθούν τα κατεχόμενα από την Ιταλία, αλλά κατοικούμενα από Έλληνες [[Δωδεκάνησα]], το [[1947]], με τη λήξη του Πολέμου.
 
== Επέτειος του Ελληνοϊταλικού πολέμου ==
 
{{Κύριο|Επέτειος του Όχι}}
Το λεγόμενο «''Έπος του Σαράντα''» και οι μεγάλες νίκες που ο ελληνικός στρατός κατήγαγε σε βάρος των Ιταλών, καθιερώθηκε να γιορτάζονται κάθε χρόνο στις [[28 Οκτωβρίου]], την ημέρα της επίδοσης του ιταλικού τελεσιγράφου και της άρνησης του Πρωθυπουργού Ιωάννη Μεταξά να συναινέσει.
 
Κάθε χρόνο αυτή τη μέρα γίνεται στη [[Θεσσαλονίκη]], συνήθως παρουσία του [[Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας|Προέδρου της Δημοκρατίας]] και άλλων επισήμων, μεγάλη στρατιωτική παρέλαση, η οποία συμπίπτει με τον εορτασμό της απελευθέρωσης της πόλης κατά τον [[Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος|Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο]] και τη μνήμη του πολιούχου της [[Άγιος Δημήτριος|Αγίου Δημητρίου]]. Στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις γίνονται επίσης στρατιωτικές αλλά και μαθητικές παρελάσεις, ενώ δημόσια και ιδιωτικά κτίρια υψώνουν την ελληνική σημαία. Παρελάσεις, στρατιωτικές και μαθητικές για τον εορτασμό της επετείου, γίνονται επίσης και στην Κύπρο.
 
Κοντά στην επέτειο του όχι, τηλεόραση και ραδιόφωνο προβάλλουν επετειακές εκπομπές μνήμης και κάνουν ιδιαίτερη μνεία στην «τραγουδίστρια της νίκης» [[Σοφία Βέμπο]], η οποία με τα πατριωτικά της τραγούδια εμψύχωνε τους στρατιώτες και μετέδιδε τον ενθουσιασμό της προέλασης των ελληνικών δυνάμεων στη [[Βόρεια Ήπειρος|Βόρεια Ήπειρο]].
 
== Στρατιωτικά συμπεράσματα του πολέμου ==
 
Η πολύ χαμηλή επίδοση των ιταλικών δυνάμεων στις μάχες του αλβανικού μετώπου μπορεί να αποδοθεί σε πολλούς λόγους, που όλοι μπορούν να θεωρηθούν συμπτώματα της γενικότερης κακοδαιμονίας του ιταλικού στρατού κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο στρατηγός Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα, στα απομνημονεύματά του, αποδίδει την αποτυχία της εκστρατείας κυρίως στην κακή οργάνωση, στις προσωπικές ίντριγκες, στη διαφθορά και στην έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των υψηλών κλιμακίων των ιταλικών Ενόπλων Δυνάμεων. Από την άλλη πλευρά όμως, ο ίδιος ο Πράσκα θεωρείται ένας από τους κύριους υπευθύνους για την υποεκτίμηση της δύναμης του ελληνικού στρατού και τη συνεπακόλουθη πανωλεθρία του ιταλικού στρατού στα βουνά της Ηπείρου<ref>De Felice, Renzo. ''Mussolini l'Alleato:Italia in guerra 1940-1943''σελ. 107</ref>. Οι ιταλικές δυνάμεις αντιμετώπισαν αδιαμφισβήτητα προβλήματα τακτικής, καθώς επέδειξαν ιδιαίτερη αδυναμία στο πεζικό<ref name=auto1 />. Αντιθέτως, είχαν σαφή υπεροχή στο πυροβολικό και στους όλμους από τους Έλληνες, ενώ είχαν απόλυτη υπεροπλία στην αεροπορία, την οποία όμως δεν κατόρθωσαν να εκμεταλλευτούν στο έπακρο. Το χαμηλό κίνητρο, σε σχέση με τους Έλληνες, καθώς και το ανάγλυφο του πεδίου των μαχών, το οποίο βοηθούσε την ελληνική άμυνα, έπαιξαν επίσης ρόλο στην τελική έκβαση.
 
Παρά ταύτα, οι Ιταλοί έχασαν κυρίως σε επίπεδο στρατηγικής, πράγμα για το οποίο ήταν ευθέως υπεύθυνος ο Μουσολίνι και το Γενικό Επιτελείο Στρατού. Ούτε έναν μήνα πριν την εισβολή στην Ελλάδα, την 1η Οκτωβρίου, ο Μουσολίνι διέταξε την αποστράτευση του μισού ιταλικού στρατού, ένα μέτρο το οποίο έγινε αποδεκτό από το Γενικό Επιτελείο, παρότι ο στρατηγός Μάριο Ροάτα προειδοποίησε ότι ο στρατός θα γινόταν μη λειτουργικός για αρκετούς μήνες<ref>Knox (2000), σελ.79</ref>. Εκτός αυτού, η συνεχής υποεκτίμηση της ελληνικής ετοιμότητας είχε καταδικάσει την εκστρατεία σε αποτυχία εξαρχής. Όπως έγραψε ο ιταλός ιστορικός Ρέντζο Ντε Φελίτσε: «''Η στρατιωτική υπεροχή (αριθμητική και τεχνική) ήταν πάντοτε, τους πρώτους μήνες του πολέμου, με την πλευρά των Ελλήνων. Οι Έλληνες ήταν πολύ καλά πληροφορημένοι (από τη βρετανική κατασκοπεία) για τις ιταλικές προθέσεις και είχε επιστρατεύσει σχεδόν 350.000 άνδρες ως τις πρώτες μέρες του Νοεμβρίου. Οι Ιταλοί είχαν μόνον οκτώ μεραρχίες στην Αλβανία (δύο εκ των οποίων ήταν στραμμένες προς το γιουγκοσλαβικό στρατό) τον Οκτώβριο του 1940, ενώ οι Έλληνες είχαν αρχικά 14 μεραρχίες, κατάλληλα εκπαιδευμένες για πόλεμο σε ορεινό πεδίο μάχης. Η αρχική ιταλική επίθεση διεξήχθη από 105.000 στρατιώτες έναντι σχεδόν 350.000 Ελλήνων: να γιατί δεν είναι παράδοξο που μετά από μια βδομάδα η μεραρχία Julia σταμάτησε και σχεδόν περικυκλώθηκε. Είναι αδύνατον να καταλάβει κανείς, από στρατιωτική άποψη, γιατί το ''Commando Supremo'' δεν αντέδρασε ενάντια σε μια εκστρατεία εξαρχής καταδικασμένη σε αποτυχία''»<ref>De Felice, Renzo. ''Mussolini l'Alleato:Italia in guerra 1940-1943'', σελ. 87-88</ref>. Μια άλλη αξιοσημείωτη αποτυχία της ιταλικής πλευράς είναι η μη επίθεση στα Ιόνια νησιά ή την Κρήτη, τα οποία αποτελούσαν αυτονόητους και σχετικά ανυπεράσπιστους στόχους, και οι οποίοι θα αποτελούσαν ισχυρές προωθημένες βάσεις για το ιταλικό ναυτικό και την αεροπορία στη Μεσόγειο.
 
== Παραπομπές ==
{{παραπομπές|2}}
 
== Πηγές ==
* {{cite book |last=Beevor |first=Antony |title=Crete: The Battle and the Resistance |year=1992 |publisher=Penguin Books |isbn=0-14-016787-0 }}
* {{cite book |last=Buell |first=Hal. |title=World War II, Album & Chronicle |year=2002 |publisher=Tess Press |location=New York |isbn=1-57912-271-X }}
* {{cite book | first=Mario | last=Cervi | title=The Hollow Legions | publisher=Chatto and Windus| location=London | year=1972 | isbn=0-7011-1351-0 }}
* Ciano, Count Galeazzo, ''The Ciano Diaries 1939-1943'', Mudderidge Ed. London,1947
* {{cite book | first=Renzo | last=De Felice | title=Mussolini l'Alleato: Italia in guerra 1940-1943 | publisher=Rizzoli Ed. | location=Torino | year=1990 }}
* Hellenic Army General Staff (1997). An Abridged History of the Greek-Italian and Greek-German War, 1940-1941 (Land Operations). Athens: Army History Directorate Editions. No ISBN available OCLC 45409635.
* {{cite book | first=John | last=Keegan | title= The Second World War | publisher=Penguin | year=2005 | isbn=0-14-303573-8}}
* {{cite book | first=MacGregor | last=Knox | title= Hitler's Italian Allies: Royal Armed Forces, Fascist Regime, and the War of 1940-43 | publisher=Cambridge University Press | year=2000 | isbn=0-521-79047-6}}
* ''La Campagna di Grecia'', Italian official history (in Italian), 1980.
* Lamb, Richard. ''Mussolini as Diplomat''. John Murray Publishers. London, 1998. ISBN 0-88064-244-0
* Mack Smith, Denis. ''Mussolini's Roman Empire'' Fromm Ed. London, 1976.
* Papagos, Alexandros, The Battle of Greece 1940–1941, J.M. Scazikis “Alpha”, editions Athens. 1949 ASIN B0007J4DRU.
* Prasca, Sebastiano Visconti, ''Io Ho Aggredito La Grecia'', Rizzoli 1946.
* ''The Greek Army in World War II'', A six volume series, Greek official history (in Greek).
 
== Δείτε επίσης ==
* [[Επέτειος του Όχι]]
* [[Μάχη της Κρήτης]]
* [[Ελληνικός στόλος - 1940]]
 
== Εξωτερικοί σύνδεσμοι ==
* [http://ioannismetaxas.gr/ItalikiEpithesiIndex.pdf Η Ιταλική επίθεσις κατά τής Ελλάδος - Η Λευκή Βίβλος 1940 στα Ελληνικά.]
* [http://ioannismetaxas.gr/AgressionItalienneIndex.pdf L' agression de l' Italie contre l' Grece - Η Λευκή Βίβλος 1940, στά Γαλλικά.]
* [http://www.ioannismetaxas.gr/IIWorldWar.html Η Ελλάδα στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο]
* [http://www.inilossum.com/2gue_HTML/2guerra1940-12A.html Φωτογραφίες από την αρχική ιταλική επίθεση] (στα [[ιταλικά]])
* [http://www.comandosupremo.com/Greece1940.html Commando Supremo: Invasion of Greece 28 October - Italian Order of battle]
* [http://www.ilduce.net/ottobre1940.htm Ελλάδα: Οκτώβριος 1940] (στα ιταλικά)
* [http://pheidias.antibaro.gr/1940.htm Η Ελλάς του ΟΧΙ]
* [http://ww2greece.wargaming.info/ The Defence of Greece 1940-41 website] (στα [[αγγλικά]])
* {{Αρχείο ΕΡΤ|τίτλος= Το Έπος του '40 στα Αλβανικά Βουνά|αριθμός= 0000006819}}
 
 
{{Κύριες συγκρούσεις του Ελληνοϊταλικού Πολέμου 1940-1941}}
{{Ενσωμάτωση κειμένου|en|Greco-Italian War}}
 
[[Κατηγορία:Ελληνοϊταλικός πόλεμος 1940| ]]
[[Κατηγορία:Πόλεμοι της Ελλάδας]]
[[Κατηγορία:Νεότερη ελληνική ιστορία]]
[[Κατηγορία:Ιστορία της Ηπείρου]]
 
{{Link FA|he}}
 
[[ar:الحرب اليونانية الإيطالية]]
[[be:Італа-грэчаская вайна]]
[[bg:Итало-гръцка война]]
[[da:Græsk-italienske krig]]
[[de:Griechisch-Italienischer Krieg]]
[[en:Greco-Italian War]]
[[es:Guerra Greco-Italiana]]
[[et:Kreeka-Itaalia sõda]]
[[fr:Guerre italo-grecque]]
[[he:מלחמת איטליה-יוון]]
[[id:Perang Yunani-Italia]]
[[it:Campagna italiana di Grecia]]
[[ja:ギリシャ・イタリア戦争]]
[[ms:Perang Greece-Itali]]
[[nl:Grieks-Italiaanse Oorlog]]
[[no:Den gresk-italienske krig]]
[[pl:Wojna grecko-włoska 1940–1941]]
[[pt:Guerra Greco-Italiana]]
[[ro:Războiul greco-italian]]
[[ru:Итало-греческая война]]
[[sr:Грчко-италијански рат]]
[[sv:Italiensk-grekiska kriget]]
[[ta:கிரேக்க-இத்தாலியப் போர்]]
[[tr:Yunan-İtalyan Savaşı]]
[[uk:Італо-грецька війна]]
[[vi:Chiến tranh Hy Lạp-Ý]]
[[zh:希意戰爭]]
26.490

επεξεργασίες