Σόλο (μουσική): Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

καμία σύνοψη επεξεργασίας
(μικρές διορθώσεις)
Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας
Στη [[μουσική]] γενικά ο όρος '''σόλο''', (εκ της ιταλικής ''solo'' που σημαίνει μόνος), χρησιμοποιείται πολλαπλά είτε σε έργα [[ορχήστρα]]ς, σε χρήση οργάνου, είτε σε χορικά έργα.
 
Συνηθέστερα στη πρώτη περίπτωση ο όρος φέρεται στη [[παρτιτούρα]] κάποιου οργάνου που δηλώνει ότι μόνο ο κορυφαίος της ομάδας των συγκεκριμένων οργάνων π.χ. πλαγιαύλων, σαλπίγγων, βιολιών κ.λπ. θα εκτελέσει τη συνέχεια μέχρι του σημείου συμμετοχής και των άλλων που δηλώνεται με τον όρο «[[τούττι]]» (tutti), που στην ιταλική γλώσσα σημαίνει "όλοι". Επίσης εκτός αυτής της περίπτωσης ο όρος σημαίνει και την εκτέλεση μόνο από ένα όργανο π.χ. στα [[κοντσέρτο|κοντσέρτα]], προκειμένου έτσι ν΄ αποδοθεί μεγαλύτερη εκφραστικότητα και μελωδικότητα.
 
Στη δε περίπτωση των χορικών έργων ο όρος σόλο δηλώνει το υπό τον κορυφαίο μόνο του χορού εκτελούμενο μέρος, ενώ με τον όρο «χορός» (coro) σημαίνεται η είσοδος της χορικής ομάδας.
1.644

επεξεργασίες