Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Τίλμαν Ρίμενσναϊντερ»

Ο Τίλμαν Ρίμενσνάιντερ γεννήθηκε στο Χάιλιγκενστατ ιμ Άιχσφελντ, μια πόλη στη γερμανική επαρχία της [[Θουριγγία|Θουριγγίας]]. Στην ηλικία των πέντε ετών, η οικογένειά του επανεγκαταστάθηκε στην [[Όστερόντε]]. Σε ηλικία περίπου 13 ετών, ξεκίνησε να μαθαίνει την τέχνη της γλυπτικής και του σκαλίσματος ξύλου, σε διάφορα εργαστήρια τις περιοχές της [[Σουηβία|Σουηβίας]] και του [[Ρήνος|Άνω Ρήνου]], πιθανώς στο [[Στρασβούργο]] και την [[Ουλμ]] (συμπεριλαμβανομένου εκείνου του [[Μίχαελ Έρχαρτ]]).<ref name="vac"/><ref name="nga">[http://www.nga.gov/exhibitions/tilmanintro.htm «Tilman Riemenschneider: Master Sculptor of the Late Middle Ages»], βιογραφία του καλλιτέχνη στον ιστότοπο της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουάσινγκτον ΝτιΣι.</ref>
 
[[Αρχείο:Wü Riemenschneider (7).JPG|thumb|200px|left|''«Άγαλμα της Εύας»'' (1491-93), Ξύλο, Παρεκκλήσιο της Αγίας Μαρίας, Βίρτσμπουργκ.]]Το 1483, αφού ολοκλήρωσε τη μαθητεία του, ο Ρίμενσνάιντερ μετακόμισε στην ακμάζουσα εμπορική πόλη του [[Βίρτσμπουργκ]], όπου και εργάστηκε μέχρι το τέλος της ζωής του.<ref name="vac"/><ref name="wga-bio"/> Εισήχθη στη συντεχνία [[Ζωγραφική|ζωγράφων]], [[Γλυπτική|γλυπτών]] και [[Υαλογραφία|υαλογράφων]] του Αγίου Λουκά, και λίγο αργότερα παντρεύτηκε την AnnaΆννα SchmidtΣμίντ, χήρα ενός εξέχοντος χρυσοχόου με τρεις γιους, διακανονισμός που του επέτρεψε να ανέλθει ιεραρχικά στο επάγγελμά του. Στη διάρκεια της ζωής του σύναψε τρεις ακόμη γάμους.<ref name="vac"/>
 
Το παλαιότερο έργο που αποδίδεται στο Ρίμενσνάιντερ είναι το ταφικό μνημείο του EberhardΈμπερχαρντ vonφον GrumbachΓκρούμπαχ στον ενοριακό ναό (Pfarrkirche) του [[RimparΡίμπαρ]]. Οι ικανότητές του άρχισαν να διαφαίνονται γρήγορα κι έτσι άρχισε να παραλαμβάνει πολυάριθμες παραγγελίες από τις δημοτικές αρχές του Βίρτσμπουργκ και των γειτονικών πόλεων. Το παλαιότερο έργο μεγάλης κλίμακας που αποδίδεται στον καλλιτέχνη είναι ο βωμός του παρεκκλησίου των [[Τάγμα των Φραγκισκανών|Φραγκισκανών]] (Franziskusaltar) στην Εκκλησία του Αγίου Ιακώβου στο [[RothenburgΡότενμπουργκ obομπ derντερ TauberΤάουμπερ]] (περ.1488).<ref name="vac"/>
 
[[Αρχείο:Riemenschneider Erscheinung des auferstandenen Christus.jpg|thumb|200px|right|''«Μη μου άπτου»'' (1490-92), ξύλο, ενοριακός ναός, Münnerstadt.]]Το 1490, το δημοτικό συμβούλιο του [[MunnerstadtΜούννερσταντ]] ανέθεσε στον καλλιτέχνη να κατασκευάσει ένα [[ρετάμπλ]] για τον ενοριακό ναό της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, το οποίο αποτελούσε ένα σκάλισμα της [[Μαρία Μαγδαληνή|Αγίας]] με έξι [[Άγγελος|αγγέλους]]. Την επόμενη χρονιά, το δημοτικό συμβούλιο του Βίρτσμπουργκ παρήγγειλε δύο πέτρινα αγάλματα σε φυσικό μέγεθος του [[Αδάμ]] και της [[Εύα|Εύας]] για το Παρεκκλήσιο της Αγίας Μαρίας (Marienkapelle). Το 1495 δημιούργησε ένα άγαλμα της Παρθένου με το Θείο Βρέφος για τον ενοριακό ναό του Αγίου Βερνάρδου στην ίδια πόλη.<ref name="vac"/>
 
Μέχρι το 1500, ο Ρίμενσνάιντερ είχε κτίσει τη φήμη του καλύτερου τεχνίτη ξύλου της περιοχής και είχε ανελιχθεί σε πλούσιο μέλος της κοινότητας του Βίρτσμπουργκ. Το εργαστήρι του μεγάλωσε τόσο πολύ, ώστε να απασχολεί περίπου 30 μαθητές που εκπαιδεύονταν στην ξυλογλυπτική, τη γλυπτική και τη ζωγραφική, ανάμεσα στους οποίους συναντούμε τους [[Peter Breuer]] (1472-1541) και [[Philipp Koch]]. Το 1504, εκλέχθηκε δημοτικός σύμβουλος (και αργότερα Δήμαρχος) της πόλης, αξίωμα που διατήρησε περίπου για δύο δεκαετίες και που του επέφερε προσοδοφόρες παραγγελίες. Το 1505 επιλέχθηκε ανάμεσα στα πρόσωπα που θα υποδέχονταν τον Αυτοκράτορα [[Μαξιμιλιανός Α' της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας|Μαξιμιλιανό Α']] κατά την επίσκεψή του στην πόλη.<ref name="vac"/>
316

επεξεργασίες