Μυοσφαιρίνη: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Μυοσφαιριναιμία από σύνδρομο καταχώσεως [3]
Οι μηχανικές βλάβες των σκελετικών μυών κατά την διάρκεια του συνδρόμου καταχώσεως οφείλονται στην διαρροή του σαρκειλήμματος. Η αυξημένη διαπερατότητα της μεμβράνης των μυϊκών κυττάρων επιτρέπει την είσοδο μέσα σ' αυτά νατρίου, ασβεστίου και νερού από τον εξωκυττάριο χώρο, με αποτέλεσμα την μείωση του τελευταίου και την υπασβεστιαιμία. Η αύξηση του ενδοκυττάριου ασβεστίου ενεργοποιεί καταστροφικά αυτολυτικά ένζυμα των κυττάρων, με αποτέλεσμα την νέκρωση των μυϊκών κυττάρων. Τότε εξέρχονται από τα κύτταρα κάλιο, φωσφόρος, μυοσφαιρίνη και ουρικό οξύ, με αποτέλεσμα εκτός από την υπασβεστιαιμία να διαπιστώνεται και έντονη υπερκαλιαιμία, υπερουριχαιμία, υπερφωσφαταιμία και κλινικές εκδηλώσεις όπως βραδυαρρυθμίες (λόγω υπερκαλιαιμίας), καταστολή της μυοκαρδιακής λειτουργίας (λόγω υπασβεστιαιμίας), shock και ΟΝΑ (Better 1993). Κατά την άποψη του Better και συν. αν τα προληπτικά μέτρα εφαρμοστούν μέσα σε 6 ώρες από την μυϊκή βλάβη, είναι δυνατό να προληφθεί μια ΟΝΑ από μυοσφαιρίνη (Better et al 1990).
==Η μυοφαιρίνη στα ούρα (Μυοσφαιρινουρία) [2]==
Η μυοσφαιρίνη είναι μια αναπνευστική πρωτεΐνη η οποία είναι μοναδική για τους σκελετικούς μύες και το μυοκάρδιο. Ελευθερώνεται σε σημαντικές ποσότητες στο κυκλοφοριακό σύστημα σε περιπτώσεις οξείας καταστροφής των μυϊκών ινών -κυττάρων. Η κατά τη ραβδομυόλυση απελευθερωμένη ποσότητα μυοσφαιρίνης απομακρύνεται γρήγορα από την κυκλοφορία και δίδει στα ούρα καφέ ερυθρά χροιά. Τα προηγούμενα ευρήματα προκύπτουν σε σοβαρές κακώσεις μυϊκών μαζών (συνθλίψεις), οπότε η ποσότητα της μυοσφαιρίνης είναι σημαντική. Η αποβαλλόμενη μυοσφαιρίνη συνιστά σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης νεφρικής βλάβης, που όμως εμφανίζεται αρκετές ημέρες μετά τη μυοσφαιρινουρία [2].<br />
Μικρές ποσότητες μυοσφαιρίνης ελευθερώνονται και σε μικρότερες μυϊκές καταστροφές, όπως σε μικροτραυματισμούς και θλάσεις μυών από έντονη σωματική προσπάθεια. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αυξημένη αποβολή μυοσφαιρίνης, σε ποσότητες όμως μικρογραμμαρίων, σε περίπτωση οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου, οπότε η καταστροφή των νεκρωμένων μυϊκών ινών οδηγεί σε μυοσφαιριναιμία μικρής χρονικής διάρκειας και μυοσφαιρινουρία η οποία παρατείνεται για μερικές ημέρες.<br />
Η μυοσφαιρινουρία και η μυοαφαιριναιμία αποτελούν τελευταία ένα σημαντικό διαφοροδιαγνωστικό δείκτη, παράλληλα με τα ένζυμα του ορού και ειδικά το καρδιακό κλάσμα της κρεατινο¬φωσφοκινάσης, το CK-ΜΒ, σε περίπτωση υποψίας εμφράγματος του μυοκαρδίου.
1.425

επεξεργασίες