Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Καϊμακάμης»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ (r2.7.3) (Ρομπότ: Προσθήκη: ru:Каймакам)
Σύνθετη τούρκικη λέξη εκ των [[αραβικά|αραβικών]] καΐμ = ιστάμενος και μακάμ = θέσις (διοικητική) που σημαίνει τον αναπληρωτή ή τοποτηρητή τόσο στη πολιτική όσο και στη στρατιωτική ιεραρχία. Ειδικότερα «καϊμακάμης» καλείται ο υποδιοικητής, ο επί κεφαλής ενός [[καζά]]. Στο στρατό ο βαθμός του «καϊμακάμ» είναι ο αντίστοιχος του «Αντισυνταγματάρχη».
 
==Σημείωση==
<u>Σημείωση:</u> Ο Τούρκος διοικητής του [[Άγιο Όρος|Αγίου Όρους]], κατά την απελευθέρωση, στις [[2 Νοεμβρίου]] [[1912]] έφερε το βαθμό του Καϊμακάμη.
 
[[Κατηγορία:Οθωμανικοί βαθμοί – τίτλοι]]
7.939

επεξεργασίες