Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Πείραμα»

μ
+
μ (+)
Ως '''Πείραμα''' χαρακτηρίζεται η οποιαδήποτε έμπρακτη δοκιμή ή εφαρμογή θεωρίας προς άσκηση ή μελέτη και γενικά ο κάθε έλεγχος της θεωρητικής γνώσης. Ειδικότερα όμως πείραμα λέγεται η υπό του ανθρώπου μεθοδική αναπαραγωγή ενός φαινομένου με στόχο την εξακρίβωση της φύσης του, των αιτιών που το προκαλούν και των νόμων από τους οποίους διέπεται αυτό το φαινόμενο. Γενικά το πείραμα αποτελεί [[μέθοδος|μέθοδο]] της επιστημονικής έρευνας, εξ ου καλούμενη και ''[[πειραματική μέθοδος]]''. Ο ερευνητής που διεξάγει πείραμα ονομάζεται ''πειραματιστής'', αλλά και πειραματικός. Το πείραμα καθώς και η [[παρατήρηση]] αποτελούν τις δύο ερευνητικές μεθόδους των καλουμένων Εμπειρικών επιστημών<ref>ΜΕΕ τομ.ΙΘ΄, σελ.861.</ref>.<br />
* Ετυμολογικά ο όρος, (ουδετέρου γένους) "το πείραμα" (του πειράματος), προέρχεται από το νεο-ελληνικό ρήμα "''πειρώμαι''", απαντάται δε στη νεοελληνική από το 1876, από τον Θ. Αφεντούλη. Χαρακτηριστική αρχαία φράση "''εις πείραν έρχεται'', ή ''μετέρχεται''" [= δοκιμαζόμενη, αποδεικνύεται (πράξη)].
 
== Πλεονεκτήματα ==
41.167

επεξεργασίες