Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Τουρκμένιοι»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
Οι '''Τουρκομάνοι''' είναι τουρκικό φύλο στα κράτη της Κεντρικής [[Ασία]]ς [[Τουρκμενιστάν]], [[Αφγανιστάν]], στο βορειοανατολικό [[Ιράν]], τη [[Συρία]], το [[Ιράκ]] και το Βόρειο [[Καύκασος|Καύκασο]] (Περιφέρεια της Σταυρούπολης). Μιλούν την τουρκμενική γλώσσα, η οποία είναι καταχωρημένη ως τμήμα του δυτικού ογουζικού κλάδου της οικογένειας των τουρκικών γλωσσών, μαζί με τα Τουρκικά, Αζερμπαϊτζανικά, Κασκάι, Γκαγκαούζ και Σαλάρ.
 
Αρχικώς, όλες οι φυλές που δεν αποτελούσαν τμήμα της τουρκικής δυναστικής μυθολογικής παράδοσης (για παράδειγμα οι Ουιγούροι, οι Καρλούκοι, οι Καλάχοι και ένας αριθμός άλλων φυλών) ονομάζονταν ''Τουρκομάνοι''. Μόνο αργότερα αυτή η ονομασία πήρε τη μορφή συγκεκριμένου εθνονύμουεθνωνύμου. Η ετυμολογία του όρου απορρέει από τη λέξη Türk συν το σογδιανής προέλευσης πρόσφυμα Ένας επιφανής τούρκος λόγιος, ο Μαχμούτ Κασγκαρί, αναφέρει επίσης Η γλώσσα και εθνικότητα των Τουρκομάνων είχαν επηρεαστεί από τη μετανάστευσή τους στη Δύση. Ο Κασγκαρί προσφωνεί τους Καρκούκους επίσης ως Τουρκομάνους, αλλά η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε ο όρος Τουρκομάνοι ήταν από τον Μακντισι το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα μ.Χ. Όπως ο Κασγκαρί, έγραψε ότι οι Καρλούκοι και οι Ογούζοι Τούρκοι καλούντο Τουρκομάνοι. Κάποιοι σύγχρονοι λόγιοι πρότειναν ότι το πρόσφυμα -μάνοι λειτουργεί ως επιτακτικό, μεταφράζοντας τη λέξη ''Τουρκομάνοι'' ως ''καθαροί Τούρκοι'' ή ''αυτοί που ομοιάζουν πιο πολύ με Τούρκο''.
 
Among Muslim chroniclers such as Ibn Kathir the etymology was attributed to the mass conversion of two hundred thousand households in AH 349 (971 CE), causing them to be named Turk Iman, which is a combination of "Turk" and "Iman" إيمان (faith, belief), meaning "believing Turks", with the term later dropping the hard-to-pronounce hamza.[10]
Ανώνυμος χρήστης