Άνοιγμα κυρίου μενού

Αλλαγές

καμία σύνοψη επεξεργασίας
Η '''επιστημονική επανάσταση''' ήταν μια περίοδος κατά την οποία νέες ιδέες στην [[φυσική]], την [[αστρονομία]], την [[βιολογία]], την [[ανατομία]], την [[χημεία]] και άλλες επιστήμες οδήγησαν στην απόρριψη δογμάτων που κυριάρχησαν από την [[Αρχαιότητα]] και καθ'όλο τον [[Μεσαίωνας|Μεσαίωνα]], και οδήγησαν στην θεμελίωση της σύγχρονης [[επιστήμη]]ς. Παραδοσιακά, έναρξη της επιστημονικής επανάστασης θεωρείται το 1543, οπότε και δημοσιεύτηκαν δύο βιβλία που άλλαξαν την πορεία της επιστήμης. Ήταν το ''De revolutionibus orbium coelestium'' του [[Νικόλαος Κοπέρνικος|Νικόλαου Κοπέρνικου]], στο οποίο εισήγαγε την θέση ότι η Γη κινείται γύρω από τον Ήλιο, και το ''De humani corporis fabrica'' του [[Ανδρέας Βεσάλιος|Ανδρέα Βεσάλιου]]. Κορύφωση της επιστημονικής επανάστασης ήταν η δημοσίευση του ''Philosophiæ Naturalis Principia Mathematica'' από τον [[Ισαάκ Νεύτων|Ισαάκ Νεύτωνα]] το 1687.
 
Άλλες σημαντικές εξελίξεις σε αυτή την περίοδο έγιναν από τους [[Γαλιλαίος Γαλιλέι|Γαλιλαίο Γαλιλέι]], [[Έντμουντ Χάλλεϋ]], [[Κρίστιαν Χόυχενς]], [[Τυχό Μπραχέ]], [[Γιοχάνες Κέπλερ]], [[Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς|Γκότφριντ Λάιμπνιτς]] και [[Μπλεζ Πασκάλ]]. Στην φιλοσοφία, κύριες συνεισφορές ήταν τουτων [[Φράνσις Μπέικον]], [[Ρενέ Ντεκάρτ]], [[Τόμας Χομπς]].
 
== Η «επιστήμη» μέχρι την Αναγέννηση ==
[[Αρχείο:PeuerbachSuperioribus2.png|thumb|Το πτολεμαϊκό μοντέλο των σφαιρών για την Αφροδίτη, τον Άρη, τον Δία και τον Κρόνο. Georg von Peuerbach, Theoricae novae planetarum, 1474.]]
Η [[φυσική φιλοσοφία]] που κυριάρχησε σε όλο τον [[Μεσαίωνας|Μεσαίωνα]], κατά μεγάλο μέρος είχε κληρονομηθεί από την [[Αρχαιότητα]]. Η μέθοδος εξήγησης των φαινομένων ήταν μια καθαρά διανοητική διεργασία, στην οποία εκπονούνταν μια γενική [[θεωρία]] που ικανοποιούσε την [[λογική]] και η οποία δεν ερχόταν σε σημαντική αντίθεση με τα ίδια τα φαινόμενα.<ref>Βαλλιάνος Περικλής (2008), ''Η Επιστημονική Επανάσταση και η Φιλοσοφική θεωρία της Επιστήμης. Ακμή και Υπέρβαση του Θετικισμού'', β’ έκδοση, Πάτρα: ΕΑΠ. σσ. 23-24.</ref> Χαρακτηριστικό σημείο της προσέγγισης του «σώζειν τα φαινόμενα» ήταν το [[Κλαύδιος Πτολεμαίος|Πτολεμαϊκό]] [[γεωκεντρικό μοντέλο|γεωκεντρικό σύστημα]]. Στηριζόμενο στον αφελή εμπειρισμό της άμεσης παρατήρησης, για την σωτηρία των φαινομένων επέβαλλε θεωρητικές και «επί τούτω» υποθέσεις επί των πραγματικών εμπειρικών δεδομένων.<ref>Βαλλιάνος (2008), σσ. 28-29.</ref>
 
Ο [[νομιναλισμός]] απέρριψε την [[τελολογία|τελολογική]] ερμηνεία της φύσης και τον [[σχολαστικισμός|σχολαστικισμό]], υπέρ της χρήσης [[Εμπειρισμός|εμπειρικών]] δεδομένων αντί εννοιών χωρίς πραγματική υπόσταση.<ref>Βαλλιάνος (2008), σσ. 50-51.</ref> Επάνω σε αυτή την αρχή, και με την χρήση εμπειρικών παραδειγμάτων, αμφισβητήθηκε η αριστοτελική θεωρία για την [[κίνηση]], αν και ούτε οι νεώτερες θεωρίες, όπως η διατύπωση του ''[[impetus]]'' από τον [[Ζαν Μπουριντάν|Μπουριντάν]], ήταν ικανές να εξηγήσουν την εμπειρική παρατήρηση.<ref>Βαλλιάνος (2008), σσ. 52-53.</ref>
 
Ο [[Νικολά Ορέμ]], διατύπωσε την ιδέα ότι τα φαινόμενα θα παρατηρούνταν με τον ίδιο τρόπο, είτε η [[Γη]] κινούνταν γύρω από τον [[Ήλιο]], είτε το αντίθετο. Ο Ορέμ εγκατέλειψε τηντη θεωρία του για θεολογικούς λόγους, καθώς το γεωκεντρικό μοντέλο ταίριαζε με τις [[Αγία Γραφή|Γραφές]] και την [[εξ αποκαλύψεως αλήθεια]]. Ωστόσο επικράτησε ένας συμβιβασμός ανάμεσα στη φυσική και τη θεολογική φιλοσοφία. Σύμφωνα με τον συμβιβασμό αυτό, τον λεγόμενο «''διπλή αλήθεια''», ήταν αποδεκτή η διερεύνηση των φαινομένων από ένα στοχαστή και η διαμόρφωση λογικών συμπερασμάτων τα οποία μπορεί να αντίκεινται στο παραδοσιακό μοντέλο, αλλά ο στοχαστής δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αυτά τα λογικά συμπεράσματα αναπαριστούν την πραγματική υπόσταση των φαινομένων.<ref>Βαλλιάνος (2008), σσ. 30-31.</ref>
 
Αποφασιστική ήταν και η συμβολή του [[Πανεπιστήμιο της Πάδοβας|πανεπιστημίου της Πάδοβας]]. Εκεί καλλιεργήθηκε η «ευρετική διαδικασία». Η ευρετική διαδικασία χρησιμοποιεί την μέθοδο της [[αναγωγή (φιλοσοφία)|αναγωγής]] για την παραγωγή συμπερασμάτων. Αποτελείται από δύο πτυχές, την ανάλυση και την σύνθεση. Κατά την ανάλυση διασπάται ένα φαινόμενο στα απλά του στοιχεία για να βρεθούν τα αίτιά του, και κατά την σύνθεση αντιστρέφεται η πορεία και τα πρότερα συμπεράσματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εξήγηση όλων των αντίστοιχων φαινομένων που απορρέουν από τα ίδια αίτια.<ref>Βαλλιάνος (2008), σσ. 54-55.</ref>
Ο Κοπέρνικος στήριξε το ηλιοκεντρικό μοντέλο σε μαθηματικές μετρήσεις. Στα επόμενα χρόνια νέες αστρονομικές παρατηρήσεις από τον Τύχω Μπράχε και τον Κέπλερ, ενίσχυσαν, διόρθωσαν και επιβεβαίωσαν την φυσική πραγματικότητα της νέας κοσμολογίας.<ref>Βαλλιάνος (2008), σ. 35.</ref> Επιπλέον παρατηρήσεις που έκανε ο Γαλιλαίος με ένα νέο όργανο, το τηλεσκόπιο, ανέτρεψαν την διάκριση μεταξύ υποσελήνιου και υπερσελήνιου χώρου. Ακολούθως ο Γαλιλαίος υποστήριξε δημόσια το ηλιοκεντρικό σύστημα, αν και υπό την επιρροή του [[πλατωνισμός|πλατωνισμού]] και [[πυθαγορισμός|πυθαγορισμού]], χωρίς να υιοθετήσει τις ελλειπτικές τροχιές που πρότεινε ο Κέπλερ.<ref>Βαλλιάνος (2008), σ. 38.</ref> Είχε όμως υπερασπιστεί τα συμπεράσματά του στηριζόμενος στην εμπειρική παρατήρηση για την θεμελίωσή τους. Ο ίδιος τόνισε ότι τα συμπεράσματα του [[Αριστοτέλης|Αριστοτέλη]] ήταν διαφορετικά επειδή δεν είχε κάνει τις ίδιες παρατηρήσεις.<ref>Βαλλιάνος (2008), σ. 38.</ref>
 
[[Αρχείο:Galileo facing the Roman Inquisition.jpg|thumb|left|''Ο [[Γαλιλαίος]] αντιμέτωπος με τη [[Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία|Ρωμαϊκή]] [[Ιερά Εξέταση]]'', πίνακας του Κριστιάνο Μπάντι.]]
 
Οργάνωσε μια συστηματική σειρά [[πείραμα|πειραμάτων]], που τον οδήγησαν να καταρρίψει την πρωταρχική παραδοχή της [[κίνηση]]ς κατά τον Αριστοτέλη, ότι η ταχύτητα της [[ελεύθερη πτώση|ελεύθερης πτώσης]] των σωμάτων είναι συνάρτηση του [[βάρος|βάρους]] τους. Διαψεύδοντας την αριστοτελική θεωρία, διατύπωσε την αρχή της ομοιόμορφης [[επιτάχυνση]]ς των σωμάτων. Συμπληρώνοντας αυτή την ανακάλυψη, διατύπωσε αναστρέφοντας ριζικά την αριστοτελική οντολογική φύση των σωμάτων, ότι προορισμός κάθε σώματος είναι να κινείται ή να είναι ακίνητο, εκτός και αν ενεργήσει πάνω του μια εξωτερική δύναμη. Μετά από αυτές τις διατυπώσεις έγινε δυνατό να εξηγηθεί και η παραβολική τροχιά των βλημάτων, που δεν ήταν δυνατό να εξηγήσει ο [[Μπουριντάν]].<ref>Βαλλιάνος (2008), σ. 57.</ref>
 
=== Νευτώνεια σύνθεση ===
[[Αρχείο:Sir Isaac Newton by Sir Godfrey Kneller, Bt.jpg|thumb|Ο Ισαάκ Νεύτων.]]
Αποκλίνοντας από το καρτεσιανό πλαίσιο, στους κόλπους της [[Βασιλική Εταιρεία του Λονδίνου|Βασιλικής Εταιρείας του Λονδίνου]] καλλιεργήθηκε μια τάση πειραματικής προσέγγισης των φαινομένων. Υπό τις ίδιες αντιλήψεις, ο [[Ισαάκ Νεύτων|Νεύτων]] διατύπωσε την θέση ότι οι μεταφυσικοί διαλογισμοί μπορούσαν να καθοδηγήσουν την [[ευρετική]] αλλά όχι και να αποδείξουν την αλήθεια μιας επιστημονικής θεωρίας.<ref>Βαλλιάνος (2008), σ. 108.</ref>
 
Η πειραματική μέθοδος κατά τον Νεύτωνα, ορίζει ότι η ανάλυση πρέπει να προηγείται της σύνθεσης. Η ανάλυση συνίσταται στην πραγματοποίηση πειραμάτων και παρατηρήσεων, και στην συναγωγή γενικών συμπερασμάτων δια της [[Επαγωγή (Φιλοσοφία)|επαγωγή]]ς.<ref>Πατηνιώτης Μανόλης (2008), «Νεύτων και Νευτωνισμός στην Ευρώπη του 18ου αιώνα», ''Κείμενα Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Επιστημών'', Πάτρα: ΕΑΠ, σ. 40.</ref> Αντί να αναλύει ένα πρόβλημα μαθηματικά σε απλές έννοιες και με την λογική να παράγει δευτερογενείς αλήθειες βασισμένες σε αξιώματα όπως ο Καρτέσιος, ο Νεύτωνας πορεύτηκε με την επαγωγική γενίκευση της εμπειρίας προς την υπαγωγή ευρύτερων φαινομένων στην εξήγηση που απορρέει από τις γενικεύσεις του. Απέρριψε λοιπόν τις μεταφυσικές υποθέσεις που στηρίζονταν σε ανεπαρκή εμπειρικά θεμέλια, και επιδόθηκε στην παραγωγή θεωρητικών προτάσεων που βγαίνουν από την συστηματική παρατήρηση, και οι οποίες είναι συνεχώς υπό αίρεση.<ref>Βαλλιάνος (2008), σσ. 112-113.</ref>
 
Με το κοσμοϊστορικό έργο του, ''Principia Mathematica'', ο ΝεύτωναςΝεύτων διατύπωσε τρεις [[Νόμοι κίνησης του Νεύτωνα|νόμους της κίνησης]]. Πρώτον, ο νόμος της αδράνειας, δηλαδή κάθε σώμα παραμένει στην κατάσταση ηρεμίας ή ευθύγραμμης ομαλής κίνησης εκτός και αν ασκηθεί πάνω του μια δύναμη. Δεύτερον, η συνισταμένη των δυνάμεων που ασκούνται σε ένα σώμα, ισούται με το ρυθμό μεταβολής της ορμής του σώματος. Τρίτον, σε κάθε δράση υπάρχει μια ίση αντίδραση. Συνοψίζοντας, διατύπωσε το [[Νόμος της παγκόσμιας έλξης|νόμο της παγκόσμιας έλξης]], ότι υπάρχει η δύναμη της βαρύτητας που δρα εξ αποστάσεως.<ref>Βαλλιάνος (2008), σ. 105.</ref>
 
Ο Νεύτων με την θεωρία της [[βαρύτητα]]ς, μπόρεσε να ενώσει τους νόμους του Κέπλερ με την μηχανική του Γαλιλαίου σε ένα ενιαίο μαθηματικό πλαίσιο με εφαρμογή σε κάθε αντικείμενο της φυσικής.<ref>Gillispie, C.C. (1986), ''Στην Κόψη της Αλήθειας: Η εξέλιξη των επιστημονικών ιδεών από το Γαλιλαίο ως τον Einstein'', μτφρ. Δ. Κούρτοβικ, Αθήνα: ΜΙΕΤ, σ. 59.</ref> Το πλέγμα γενικών νόμων που διατύπωσε επέτρεψε στην παραγωγή προβλέψεων για τα φυσικά φαινόμενα, επιβεβαιώνοντας το εξηγητικό τους πλαίσιο. Αυτό έδωσε ώθηση στην αιτιοκρατική σκέψη ([[ντετερμινισμός|ντετερμινισμό]]).<ref>Βαλλιάνος (2008), σσ. 106-107.</ref>
 
Οι [[ανατομή|ανατομές]] γίνονταν με σκοπό να δουν το πως είναι φτιαγμένο το σώμα και όχι για να το υποβάλλουν σε ανάλυση.<ref>Gillispie (1986), σ. 63.</ref> Οι ανατόμοι ήταν πεπεισμένοι ότι ο Γαληνός είχε περιγράψει το σώμα με ακρίβεια. Θεωρούσαν απλές διαταραχές στο συγκεκριμένο σώμα οποιοδήποτε εύρημά τους που διαφοροποιούνταν προς τις γενικές παραδοχές, και προσάρμοζαν τα ευρήματά τους στο μοντέλο του Γαληνού, αντί να επωφεληθούν από την ευκαιρία για να τροποποιήσουν τις πεποιθήσεις τους.<ref>Gillispie (1986), σ. 66 και Crombie, A. C. (1992),'' Από τον Αυγουστίνο στον Γαλιλαίο'', μτφρ. Μ. Ιατρίδου και Δ. Κούρτοβικ, Αθήνα: ΜΙΕΤ, σ. 227.</ref>
[[Αρχείο:Vesalius Fabrica p357.jpg|thumb|Εικόνα από το έργο του Βεσάλιου, ''De humani corporis fabrica''.]]
Ο [[Ανδρέας Βεσάλιος]], θεμελιωτής της σύγχρονης [[ανατομία]]ς, ερεύνησε συστηματικά το [[ανθρώπινο σώμα]] με ανατομές και εξέδωσε το έργο του ανασκευάζοντας αρκετά από τα λάθη του Γαληνού στις περιγραφές των οργάνων. Έδωσε βάση στην προσωπική παρατήρηση και την λεπτομέρεια, αλλά δεν προχώρησε στην ρήξη με το γαληνικό πλαίσιο.<ref>Πεφάνης (2004), σσ. 80-81.</ref>
 
Με ποσοτικούς υπολογισμούς απέδειξε ότι το αίμα που περνά από την καρδία σε ορισμένο χρόνο, είναι περισσότερο από την συνολική ποσότητα αίματος μέσα στο σώμα. Με ανατομικές έρευνες έδειξε την δομή των καρδιακών βαλβίδων, την απουσία πόρων στο διάφραγμα και την διέλευση αίματος από τους [[πνεύμονες]]. Με πειράματα απέδειξε ότι το αίμα ρέει προς μόνο μία κατεύθυνση.<ref>Πεφάνης (2004), σσ. 92-93.</ref>
 
Βασική καινοτομία του Χάρβεϋ ήταν ότι βάσισε την αλήθεια των ερευνών του στον εμπειρισμό του, με εστίαση στην παρατήρηση, τον πειραματισμό και την ποσοτικοποίηση σύμφωνα με τις αρχές της νέας επιστήμης, χωρίς να καταφύγει στην εκ των προτέρων προϋπόθεση της αλήθειας μιας θεωρίας.<ref> Βαλλιάνος (2008), σ. 149.</ref> Στην περίπτωση του Χάρβεϋ η προσοχή του οδηγήθηκε από ανεπιβεβαίωτες οντολογικές παραδοχές, αλλά η διάφοράδιαφορά του με άλλους με τους οποίους συμμεριζόταν τις ίδιες παραδοχές, ήταν ότι ο ίδιος τις υπέβαλλε σε εμπειρικό έλεγχο.<ref>Crombie (1992), σ. 235.</ref> Ωστόσο, παρέμεινε πιστός στον αριστοτελισμό και στο σύστημα αναλογιών προς την φύση.<ref>Πεφάνης (2004), σ. 94.</ref>
 
Χρησιμοποιώντας την περιγραφή της κυκλοφορίας του αίματος από τον Χάρβεϋ, ο [[Καρτέσιος]] ανέπτυξε μια δυϊστική μηχανιστική φυσιολογία, στην οποία ένταξε την κυκλοφορία του αίματος στην περιγραφή του ανθρώπινου σώματος, ως ενός πλήρους μηχανικού συστήματος. Η καρτεσιανή θεωρία διαμόρφωσε την λεγόμενη ιατρομηχανική κατεύθυνση, στην οποία τα φαινόμενα ερμηνεύονται ως ανωμαλίες στην κίνηση των υγρών του σώματος και αντιμετωπίζονται με μηχανικές ρυθμίσεις.<ref>Πεφάνης (2004), σ. 97.</ref>