Άνοιγμα κυρίου μενού

Αλλαγές

11 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 6 έτη
μ
καμία σύνοψη επεξεργασίας
Το '''ήλιο''' (''helium'') είναι το [[χημικό στοιχείο]] με [[ατομικός αριθμός|ατομικό αριθμό]] 2 και [[ατομική μάζα]] 4,002602 [[amu]]. Αντιπροσωπεύεται από το σύμβολο '''He'''. Είναι [[χρώμα|άχρωμο]], [[όσφρηση|άοσμο]], [[γεύση|άγευστο]], μη [[τοξικολογία|τοξικό]], [[ιδανικό αέριο|ιδανικό]], μονοατομικό [[αέριο]], που είναι επικεφαλής (πρώτο) των [[ευγενή αέρια|ευγενών αερίων]] του [[Περιοδικός πίνακας των χημικών στοιχείων|Περιοδικού Συστήματος των Χημικών στοιχείων]]. Το [[σημείο ζέσεως]] και το [[σημείο τήξης]] του είναι τα χαμηλότερα που υπάρχουν ανάμεσα σε όλες τις [[χημικές ουσίες]]. Ουσιαστικά παραμένει αέριο εκτός αν είναι κάτω από εξαιρετικές συνθήκες.
 
Το ήλιο είναι το δεύτερο (2<sup>ο</sup>), μετά το [[υδρογόνο]], πιο άφθονο χημικό στοιχείο στο [[σύμπαν]] και υπολογίστηκε ότι αποτελεί το 24% της στοιχειακής μάζας του [[Γαλαξίας|Γαλαξία]] μας. Η μάζα του αντιστοιχεί στο 12πλάσιο της συνολικής μάζας όλων των βαρύτερων από το ήλιο στοιχείων (μαζί). Είναι άφθονο στον [[Ήλιος|Ήλιο]] και στο [[Δίας (πλανήτης)|Δία]]. Το γεγονός αυτό (της μεγάλης αφθονίας του στο σύμπαν) εξηγείται από τη μεγάλη [[ενέργεια πυρηνικής σύζευξης]] ανά [[νουκλεόνιο]] του <sup>4</sup>He σε σχέση με τα επόμενα τρία (3) χημικά στοιχεία (δηλαδή σε σχέση με το [[λίθιο]], το [[βηρύλλιο]] και το [[βόριο]]). Η ενέργεια αυτή εξηγεί την αυξημένη [[πιθανότητα]] σχηματισμού του, τόσο κατά την [[πυρηνική σύντηξη]], όσο και κατά τη [[ραδιενέργεια|ραδιενεργή διάσπαση]]. Το περισσότερο ήλιο στο σύμπαν πιστεύεται ότι σχηματίστηκε κατά τη [[Μεγάλη Έκρηξη]]. Κάποια νέα ποσότητα ηλίου παράγεται κατά την πυρηνική σύντηξη υδρογόνου στα [[άστρο|άστρα]] με [[μάζα]] από 0,5 ηλιακή μάζα και πάνω.
 
Το ήλιο ονομάστηκε έτσι από τον [[αρχαία Ελλάδα|αρχαίο ελληνικό]] θεό [[Ήλιος (μυθολογία)|Ήλιο]], επειδή ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά ωε μια άγνωστη κίτρινη [[φασματοσκοπία|φασματική]] χαρακτηριστική γραμμή στο [[ηλιακό φάσμα]], κατά τη διάρκεια της [[ηλιακή έκλειψη|ηλιακής έκλειψης]] του [[1868]], από το [[Γαλλία|Γάλλο]] [[αστρονομία|αστρονόμο]] [[Τζουλς Ζανσέν]] (''Jules Janssen''). Ο Ζανσέν πιστώθηκε την ανακάλυψη του ηλίου μαζί με τον [[Τζόζεφ Λόκυερ]] (''Joseph Norman Lockyer''), που παρατήρησε επίσης την ίδια έκλειψη και πρότεινε πρώτος ότι η φασματική αυτή γραμμή ήταν εξαιτίας ενός νέου (για την εποχή) στοιχείου, που ονόμασε «ήλιο». Η τυπική ανακάλυψη του ήλιου (στη [[Γη]]) έγινε το [[1895]], από τους [[Σουηδία|Σουηδούς]] [[χημεία|χημικούς]] [[Περ Τιοντόρ Κλέβε]] (''Teodor Cleve'') και [[Νηλς Αβραάμ Λάγκετ]] (''Nils Abraham Langlet'', που βρήκαν ήλιο που προέρχονταν από το [[ορυκτό]] [[κλεβεΐτης|κλεβεΐτη]] του [[ουράνιο|ουρανίου]]. Το [[1903]], μεγάλα αποθέματα ηλίου βρέθηκαν σε πεδία [[φυσικό αέριο|φυσικού αερίου]] σε διάφορα μέρη των [[ΗΠΑ]], που είναι ακόμη ο κύριος (παγκόσμιος) προμηθευτής του αερίου.
35.729

επεξεργασίες