Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Αργκό»

1 byte αφαιρέθηκε ,  πριν από 8 έτη
καμία σύνοψη επεξεργασίας
(μορφοποίηση)
Είναι η συνθηματική [[γλώσσα]] που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα οι άνθρωποι του υποκόσμου της [[Γαλλία|Γαλλίας]] για να μπορούν να συνεννοούνται μεταξύ τους, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από άλλους. Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη ο όρος αργκό προέρχεται από το γαλλικό «argot»<παλαιότ. «argoter» (ελλ. επαιτώ, ζητιανεύω). Η σημασία «ιδίωμα των περιθωριακών και αγυρτών» ερμηνεύεται από τη παρασύνδεση της λέξης με το παλαιότερο γαλλικό «hargoter» (λογομαχώ). Ο όρος επεκτάθηκε και σήμερα σημαίνει κάθε γλώσσα «κλειστή», συμβατική, που χρησιμοποιείται από διάφορες [[Κοινωνία|κοινωνικές]] ομάδες ανθρώπων. Ύστερα μάλιστα από τον [[Ά΄Ά' Παγκόσμιος Πόλεμος|Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο]] καθιερώθηκε και ως διεθνής [[όρος]].
Η αργκό αποτελείται από λέξεις και φράσεις της κοινής ομιλούμενης γλώσσας που έχουν όμως εντελώς διαφορετική σημασία, ή από λέξεις που διατηρούν την ίδια [[έννοια]], είναι όμως παραφθαρμένες ή [[Αυτοσχεδιασμός|αυτοσχέδιες]].
 
9.611

επεξεργασίες