Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Ίνγκβεϊ Μάλμστην»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ (Ρομπότ: Μεταφέρω 36 σύνδεσμους interwiki, που τώρα παρέχονται από τα Wikidata στο d:Q192260)
Ο '''Yngwie Malmsteen''' (κανονικό όνομα Lars Johan Yngve Lannerbäck) γεννήθηκε στις [[30 Ιουνίου]] [[1963]] στη [[Στοκχόλμη]], [[Σουηδία]]. Ο Yngwie ήταν ο νεότερος από τα δύο του αδέλφια την Ann Louise και τον αδελφό του Bjorn. Δεν είχε δείξει κανένα ενδιαφέρον για τη μουσική μέχρι τις 18 Σεπτεμβρίου του 1970 όταν παρακολούθησε ένα ειδικό τηλεοπτικό αφιέρωμα για τη ζωή και θάνατο του [[Τζίμι Χέντριξ]]. Ο μόλις επτά ετών Yngwie παρακολουθούσε με δέος τον Χέντριξ να ξεσηκώνει το πλήθος με ένα χείμαρρο άφθονου “feedback” και στη συνέχεια να «θυσιάζει» την κιθάρα του καίγοντάς τη.
 
Δοκιμάζοντας την τύχη του με πείσμα, αρχικά με μια παλιά Mosrite, και αργότερα με μια φτηνή Stratocaster, ο Yngwie ασχολήθηκε με μουσικές συγκροτημάτων όπως οι [[Deep Purple]] και πέρασε πολλές ώρες προσπαθώντας να μάθει τα κομμάτια τους. Ο Θαυμασμόςθαυμασμός του για το, επηρεασμένο από την κλασσική μουσική, παίξιμο του [[Ritchie Blackmore]], οδήγησε τον ίδιο πίσω στην πηγή: [[Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ|Μπαχ]], [[Αντόνιο Βιβάλντι|Βιβάλντι]], [[Μπετόβεν]] και [[Μότσαρτ]]. Αφομοιώνοντας την δομή της κλασσικής μουσικής, το μοναδικό του στυλ του άρχισε να παίρνει μορφή. Στα δέκα του χρόνια η μητέρα του και η μεγαλύτερη αδελφή του, μια ταλαντούχα φλαουτίστα, αναγνώρισαν το μοναδικό του ταλέντο στη μουσική και τον στήριξαν στην προσπάθειά του. Στην αρχή της εφηβείας του, παρακολούθησε στην τηλεόραση μια εκτέλεση του υψηλής δυσκολίας 24 Caprices του [[Νικολό Παγκανίνι]] από τον Ρώσο βιολιστή [[Gideon Kremer]] με αποτέλεσμα να κατανοήσει επιτέλους πως θα μπορούσε να συνδυάσει την αγάπη του για την κλασσική μουσική με το ταλέντο του στην κιθάρα και τη χαρισματική του σκηνική παρουσία.
 
Στα 15 του, το ιδιαίτερα χαρακτηριστικό στυλ του Yngwie είχε αρχίσει να αναδύεται. Εργάστηκε για κάποιο διάστημα σε ένα κέντρο επισκευής για κιθάρες, όπου για πρώτη φορά συνάντησε “scalloped” ταστιέρα σε ένα λαούτο του 17ου αιώνα που ήρθε στο μαγαζί για επισκευή. Η περιέργειά του τον οδήγησε στο να δοκιμάσει το ίδιο σε μια από τις παλιές φτηνές του κιθάρες και εντυπωσιασμένος από το αποτέλεσμα, αποφάσισε να το δοκιμάσει και στις καλύτερες κιθάρες του. Η “scalloped” ταστιέρα έκανε το παίξιμο πιο δύσκολο από ότι σε μια κανονική ταστιέρα, αλλά ο έλεγχος των χορδών ήταν τόσο καλύτερος που ο Yngwie αποφάσισε κατευθείαν να υιοθετήσει τη συγκεκριμένη τροποποίηση σε όλο του τον εξοπλισμό.
 
Εκείνη την εποχή, ο Yngwie ξεκίνησε να παίζει με διάφορα γκρουπ, όλα δημιουργημένα γύρω από το εκρηκτικό κιθαριστικό του στυλ. Γύρω στα 18 του, ο Yngwie με κάποιους φίλους του ηχογράφησαν ένα demo με 3 τραγούδια για το Σουηδικό CBS, χωρίς όμως να εκδοθεί ποτέ. Απογοητευμένος, ο Yngwie άρχισε να στέλνει το demo σε δισκογραφικές εταιρίες στη Σουηδία και το εξωτερικό. Μια από αυτές τις κασέτες βρήκε το δρόμο της στα χέρια του Mike Varney, συνεργάτη του περιοδικού Guitar Player και ιδρυτή της δισκογραφικής Shrapnel Music. Ο Yngwie προσκαλέστηκεπροσκλήθηκε να ηχογραφήσει μαζί με το νέο γκρουπ της Shrapnel τους Steeler – τα υπόλοιπα, όπως λένε, είναι ιστορία.
 
Από τους Steeler, ο Yngwie πήγε στους Alcatrazz, ένα συγκρότημα με στυλ παρόμοιο αυτό των [[Rainbow]], αλλά ήταν πλέον ξεκάθαρο, ότι για να αναπτύξει πλήρως το μοναδικό του ταλέντο, έπρεπε να συνεχίσει σόλο. Το πρώτο σόλο άλμπουμ του Yngwie (''Rising Force'') ανέβηκε στο #60 του [[Billboard]], μια εντυπωσιακή επίδοση για ένα κυρίως ορχηστρικό κιθαριστικό άλμπουμ χωρίς καμία ραδιοφωνική μετάδοση. Ο Yngwie προτάθηκε για [[Grammy]] στην κατηγορία «καλύτερης εκτέλεσης ορχηστικού ροκ». Ο ίδιος ψηφίστηκε ως «Καλύτερο νέο-εμφανιζόμενο ταλέντο» από αναγνώστες σε πολλές ψηφοφορίες, και καλύτερος κιθαρίστας της χρονιάς την επόμενη χρονιά ενώ το Rising Force ψηφίστηκε το καλύτερο άλμπουμ της χρονιάς. Το ''Rising Force'' άνοιξε το δρόμο για μια σειρά συναυλιών που καθιέρωσε τον Malmsteen ως ένα από τα πιο λαμπρά νέα αστέρια της ροκ κιθάρας και πρόσθεσε ένα νέο στυλ στα μουσικά λεξικά: νεοκλασικό ροκ.
Ανώνυμος χρήστης