Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Δομέστικος των Σχολών»

Κατά τους 10ο και 11ο αιώνες, η παραλλαγή «[[μέγας δομέστικος]]» αρχίζει να εμφανίζεται σποραδικά, χρησιμοποιούμενη παράλληλα με άλλες μορφές του τίτλου όπως «μέγας δομέστικος των σχολών» ή «μέγας δομέστικος της Ανατολής/Δύσεως», συχνά αναφερόμενες στο ίδιο άτομο.<ref>πρβλ. Guilland (1967), σ. 405 κ.ε.</ref> Σύμφωνα με τον μελετητή Ροντόλφ Γκιγιάν, οι περισσότερες σχετικές αναφορές είτε αποτελούν αναχρονισμούς μεταγενέστερων συγγραφέων, είτε είναι περιπτώσεις όπου το επίθετο «μέγας» έχει προστεθεί ως τιμητικό, όπως και γινόταν την ίδια περίοδο με μια σειρά άλλων υψηλών αξιωμάτων, λ.χ. τον [[δρουγγάριο της βίγλας]] ή τον [[δομέστικο των εξκουβίτων]]. Ο Γκιγιάν όμως θεωρεί ότι από τη βασιλεία του [[Αλέξιος Α΄ Κομνηνός|Αλεξίου Α΄ Κομνηνού]] (1081-1118) και πέρα, ο «μέγας δομέστικος» αποτέλεσε ιδιαίτερο αξίωμα, ανώτερο των «απλών» δομεστίκων των σχολών, και ουσιαστικά αποτέλεσε τον νέο αρχιστράτηγο του στρατού υπό τον αυτοκράτορα. Εντούτοις, η χρήση των τίτλων αυτών δεν είναι συνεπής, και η παραδοσιακή διαίρεση αρμοδιότητας μεταξύ Ανατολής και Δύσης φαίνεται ότι εφαρμόστηκε ενίοτε και στην περίπτωση του μέγα δομέστικου κατά τον 12ο αιώνα, με αποτέλεσμα την ύπαρξη σύγχυσης σχετικά με την ακριβή φύση του αξιώματος και τη σχέση του με τους «απλούς» δομέστικους. Τον 13ο αιώνα πάντως καθιερώθηκε σαφής διάκριση μεταξύ των δυο τίτλων: ο μέγας δομέστικος ήταν ο αρχιστράτηγος και ένας εκ των πλέον σημαντικών αξιωματούχων του κράτους, ενώ ο δομέστικος των σχολών κατέπεσε σε έναν τιμητικό τίτλο κενό περιεχομένου και αρμοδιοτήτων, που απονεμόταν σε επαρχιακούς διοικητές και μεσαίους αξιωματούχους.<ref>Guilland (1967), σ. 414–415, 454–455</ref><ref>Kazhdan (1991), σ. 648, 1329–1220</ref> Το έργο περί των οφφικίων του [[ψευδο-Κωδινός|ψευδο-Κωδινού]] συνοψίζει την εξέλιξη ως εξής: "ὁ δομέστικος τῶν σχολῶν πάλαι μὲν εἶχεν ὑπηρεσίαν σχεδὸν ἣν ὁ μέγας δομέστικος ἄρτι, νῦν δὲ οὐδεμίαν".<ref>Verpeaux (1966), σ. 179</ref>
 
Στο έργο του ψευδο-Κωδινού, ο δομέστικος των σχολών κατατάσσεται στην 31η θέση της αυλικής ιεραρχίας, μεταξύ του «[[μυστικός (Βυζάντιο)|μυστικού]]» και του «[[μέγας δρουγγάριος του στόλου|μέγα δρουγγάριου του στόλου]]».<ref>Verpeaux (1966), σ. 138</ref> Η χαρακτηριστική του ενδυμασία, σύμφωνα με την ίδια πηγή, περιλάμβανε ένα χρυσοποίκιλτο καπέλο («σκιάδιον»), έναν μεταξωτό ποδήρη χιτώνα («καββάδιον») και ένα ασημένιο «δικανίκιον» με ένα κόμβο στην κορυφή και άλλον ένα στη μέση. Για τελετές και γιορτές, έφερε ειδικό καπέλο, το «σκαράνικον», σχήματος μήτρας, από κίτρινο μετάξι με μοτίβα από χρυσό σύρμα, καιπου φέρονταεπιπλέον έναέφερε πορτραίτο του αυτοκράτορα ένθρονου εμπρός και έφιππου πίσω.<ref name="Guilland435"/><ref>Verpeaux (1966), σ. 160</ref>
 
== Παραπομπές ==
9.013

επεξεργασίες