Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Γκέτο»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ (Αναστροφή της επεξεργασίας από τον 46.198.75.2 (συνεισφ.), επιστροφή στην τελευταία εκδοχή υπό [[Χρήστη...)
==Ονομασία ==
Η ονομασία δόθηκε τον [[16ος αιώνας|16αι.]] στις συνοικίες ευρωπαϊκών πόλεων, όπου κατοικούσαν υποχρεωτικά οι Εβραίοι. Η λέξη πιθανότατα προέρχεται από την εβραϊκή συνοικία της [[Βενετία]]ς όπου υπήρχε χυτήριο.<ref>Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 6, σ. 728 ISBN 960-8177-56-1</ref> Η συνήθεια των Εβραίων να συγκεντρώνονται αυθόρμητα σε ορισμένες συνοικίες, έτσι ώστε να διευκολύνονται η διαχείριση της κοινότητας, οι κοινωνικές σχέσεις και τα θρησκευτικά καθήκοντα τους, υπήρχε από τα πρώτα χρόνια μετά τη διασπορά: εβραϊκές συνοικίες υπήρχαν στην [[Αλεξάνδρεια]], στις [[Σάρδεις]], στην [[Αλικαρνασσός|Αλικαρνασσό]] και πιθανώς στην αρχαία Ρώμη. Ο θεσμός όμως του γκέτο <u>ως υποχρεωτικής διαμονής</u> άρχισε να διαμορφώνεται στον [[Μεσαίωνας|Μεσαίωνα]], ιδιαίτερα στη Γερμανία, στην Ισπανία και στην Πορτογαλία από τον 13ο αι. και πρέπει να εξετασθεί, περισσότερο από την άποψη του θρησκευτικού διωγμού, στο πλαίσιο της εμπορικής αντιζηλίας που δημιουργήθηκε ανάμεσα στην αστική τάξη των χριστιανών εμπόρων και βιοτεχνών, που διεκδικούσε διαρκώς μεγαλύτερη αυτονομία από τους βασιλιάδες και τους [[Φεουδαλισμός|φεουδαρχικούς άρχοντες]], και στη μονίμως πιο ανθηρή εβραϊκή εμπορική τάξηη οποία, πληρώνοντας στους εκάστοτε ηγεμόνες όλο και μεγαλύτερους φόρους, εξασφάλιζε την ευνοιά τηυς.<ref>Εγκυκλοπαίδεια Δομή, ό.π.</ref>
Τα αρχικά ''γκέτο'' βρίσκονταν στη [[Βενετία]] και σε άλλα εμπορικά κέντρα της βόρειας Ιταλίας· ο αντίστοιχος γερμανικός όρος ήταν ''Judengasse'', και ο μαροκινός αραβικός ''mellah''. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στην Ευρώπη, εμφανίστηκαν τα εβραϊκά γκέτο. Οι συνθήκες ζωή σε αυτά τα γκέτο ήταν τραγικές και οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί μαστίζονταν από την πείνα και τη φτώχεια, ενώ πολλές φορές υφίσταντο φρικτά βασανιστήρια, εξευτελισμούς και εκτελέσεις από τα ναζιστικά στρατεύματα..
 
==Σύγχρονη εποχή==
Ανώνυμος χρήστης