Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Σαντζάκι»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
Και στα ελληνικά είναι διαταράξεις εντέρου, οι οποίες τείνουν τον οργανισμό προς αφόδευση(κοινώς προς χέσιμο)
 
Το '''σαντζάκιο''' ή '''σαντζάκι''' ήταν [[διοικητική υποδιαίρεση]] στην [[Οθωμανική Αυτοκρατορία]]. Η λέξη είναι εξελληνισμένη μορφή της [[Τουρκική γλώσσα|τουρκικής]] λέξεως '''''sancak''''', δηλ. στρατιωτικό [[λάβαρο]], στην αρχική της κυριολεκτική σημασία, που αρχικά έδωσε την ονπμασία της σε μια στρατιωτική μονάδα (της οποίας ηγείτο ο σαντζάκ-μπέης) και στη συνέχεια στην περιφέρεια από όπου η μονάδα αυτή στρατολογούνταν. Εναλλακτικά χρησιμοποιούνταν και ο όρος '''λιβάς''', από την αντίστοιχη [[Αραβική γλώσσα|αραβική]] λέξη ''liwa'', που έχει την ίδια σημασία.
 
Ανώνυμος χρήστης