Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Αετομάχος»

μ
μ (Διόρθωση ISBN με λάθος σύνταξη + επιμέλεια + εξελληνισμός με τη χρήση AWB (9873))
μ (Disambiguated: γένοςΓένος (βιολογία) (2), ΑλτάιΑλτάι (οροσειρά); Unlinked: Γένος (3); Help needed: Κονγκό)
Η ιδιαίτερη όψη του, η τόλμη του και, κυρίως η χαρακτηριστική του συνήθεια να «αποθηκεύει» τη λεία του καρφώνοντάς την πάνω σε αιχμηρά αντικείμενα, ανέκαθεν κινούσαν το ενδιαφέρον του επιστημονικού κόσμου και όχι μόνον (βλ. Μορφολογία, Ηθολογία)
==Ονοματολογία==
Η επιστημονική ονομασία του [[γένοςΓένος (βιολογία)|γένους]] ''Lanius'' είναι λατινική και για την προέλευσή της υπάρχουν δύο εκδοχές: Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, ρίζα είναι η ελληνική λέξη ''λειανός'' «λεπτός, λιγνός, ισχνός» (όχι ''λιανός'', διότι δεν ερμηνεύεται ετυμολογικά <ref>Πάπυρος λαρούς Μπριτάνικα, τ. 38, σ. 432</ref>) εξ ου και τα παράγωγα ''λειανεύω, λειανίζω, λειανικός'', κ.ο.κ. Η λέξη ''λειανίζω'' σημαίνει «κατατεμαχίζω, κατακόπτω» και αναφέρεται κυρίως στο κρέας, εξ ου και η δεύτερη σημασία της «κατασφάζω».<ref>Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τ. 38, σ. 432</ref>
 
Σύμφωνα με τη δεύτερη και πιθανότερη εκδοχή, ρίζα είναι η λέξη ''lana'' «μαλλί», από την οποία προέρχεται το ρήμα ''lanio'' «κόβω το μαλλί σε μικρά κομμάτια, λανίζω» εξ ου και το ελληνικό «λαναράς».<ref name="books.google.gr">http://books.google.gr/books?id=m2QSAAAAIAAJ&pg=PA268&redir_esc=y#v=onepage&q&f=false</ref><ref>Μπαμπινιώτης, σ. 990</ref>
Η λατινική λέξη ''Lanius'', σημαίνει επακριβώς «σφαγέας», «χασάπης», ή «ο πάγκος του χασάπη»,<ref name="books.google.gr"/><ref>http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus:text:1999.04.0060:entry=laniena&highlight=lanius</ref><ref>http://www.archives.nd.edu/cgi-bin/wordz.pl?keyword=lanius</ref> επομένως, η επιστημονική ονομασία του γένους συσχετίζεται άμεσα με τη συνήθεια του πτηνού, όπως και άλλων [[κεφαλάς|κεφαλάδων]], να σκοτώνουν τη λεία τους και να την καρφώνουν πάνω σε ένα αιχμηρό αντικείμενο -συνήθως μεγάλα αγκάθια- για να τη φάνε με την ησυχία τους ή για να την «αποθηκεύσουν» για αργότερα, όπως κάνουν οι κρεοπώλες με το κρέας που το κρεμάνε σε τσιγκέλια (βλ. Ηθολογία)!
*Ταυτόχρονα, δημιουργείται πρόβλημα στην απόδοση στα ελληνικά, τόσο του [[γένος|γένους]] (''Lanius''), όσο και της [[οικογένεια]]ς (''Laniidae'') (βλ. Σημειώσεις) {{Ref_label|I|i|none}}
Για την ονομασία του [[είδος|είδους]] ''collurio'', δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, πιθανόν όμως να πρόκειται για απόδοση στα λατινικά της αρχαίας ελληνικής λέξης ''κολλυρίων (-ονος)'' και, να επρόκειτο για το συγκεκριμένο πτηνό.<ref>Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τ. 34, σ. 467</ref> Υπάρχει μάλιστα και σχετική αναφορά στο «Περί Ζώων Ιστορίαι» του Αριστοτέλη, αλλά και στον Ησύχιο.<ref>http://myria.math.aegean.gr/lds/data/volB/pdf/pg_0747.pdf</ref><ref name="blx1.bto.org">http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob15150.htm</ref>
 
! Σημειώσεις
|-
| 1 || '''''Lanius collurio collurio''''' || Ευρώπη (εκτός από ΒΔ, ΝΔ και πολύ Β, Ν μέχρι βόρεια Ιβηρική Χερσόνησο, [[Σαρδηνία]], [[Ιταλία]], [[Βαλκάνια]], Κ [[Ρουμανία]] και [[Ουκρανία]]) ανατολικά προς Δ [[Σιβηρία]], ανατολικά προς Β [[Καζακστάν]] και οροσειρά [[Αλτάι (οροσειρά)|Αλτάι]], νότια προς τη Δ [[Μικρά Ασία]] || Α και Ν [[Αφρική]] ||
|-
| 2 || ''Lanius collurio kobylini'' || Α [[Τουρκία]], περιοχή του Καυκάσου, [[Μέση Ανατολή]], Β και ΒΔ [[Ιράν]] || Α [[Αφρική]] ||
Λόγω των μεταναστευτικών οδών που ακολουθούνται, εικάζεται ότι η εξελικτική ιστορία προέλευσης του είδους, έχει διαδραματισθεί στην περιοχή γύρω από την Κασπία Θάλασσα και έχει εξαπλωθεί από εκεί.<ref>Mauersberger et al</ref>
 
Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από το [[Γιβραλτάρ]], την [[Ιρλανδία]] και την [[Ισλανδία]], το [[Μαρόκο]], την [[Αλγερία]], την [[Τυνησία]], τη [[Νιγηρία]] και το [[Κονγκό]]{{ανάγκη αποσαφήνισης}}.<ref name="iucnredlist.org">http://www.iucnredlist.org/details/106005526/0</ref>
 
Στην [[Ελλάδα]], ο αετομάχος απαντάται ως καλοκαιρινό αναπαραγόμενο πτηνό, αλλά και ως διαβατικός επισκέπτης κατά τις δύο μεταναστεύσεις.<ref name="Όντρια, σ. 183">Όντρια, σ. 183</ref>
Στον ελλαδικό χώρο o Αετομάχος απαντάται και με τις ονομασίες Αητομάχος (Παρνασσός), Δάγκος, Μαυρομμάτης, Δαγκάνι (Λεσίνι Αιτωλίας), Λιάρος, Μουροχάβης,<ref name="Απαλοδήμος, σ. 36">Απαλοδήμος, σ. 36</ref> Κρεουργός, Κοκκινοραχοκεφαλάς,<ref>Όντρια, σ. 182-3</ref> Μαυροκεφαλάς <ref name="ReferenceA"/> και Γαϊδουροστόμαχος <ref>Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963</ref>
==Σημειώσεις==
'''i.''' {{Note_label|I|i|none}} Η απόδοση στην ελληνική γλώσσα της λέξης ''Lanius'' δημιουργεί προβλήματα στην ορολογία του [[γένοςΓένος (βιολογία)|γένους]]. Η ακριβής μετάφραση είναι «χασάπης» (βλ. Ονοματολογία) και, φαίνεται ότι δεν επικράτησε αυτός ο όρος για λόγους λεκτικής «αισθητικής». Έτσι, το [[γένος]] αποδίδεται ως ''Αετομάχος'' που, όμως, είναι παντελώς τεχνητή, διότι ουδεμία σχέση έχει με τη λατινική ονομασία. Όμως, δεν υπάρχει κάποια άλλη ελληνική λόγια ονομασία που να είναι προτιμητέα -πλην της λαϊκής ονομασίας ''Κεφαλάς'', βέβαια.
Τα ίδια προβλήματα δημιουργούνται και με την απόδοση στα ελληνικά της [[οικογένεια]]ς ''Laniidae'', οπότε κατ’ αντιστοιχίαν με το ''Αετομάχος'', γίνεται αναγκαστική απόδοση ως ''Αετομαχίδες''.<ref name="Όντρια, σ. 182"/><ref>http://biotech.aua.gr/anisound/site/birds.htm#Laniidae</ref> {{Ref_label|I|i|none}} Ωστόσο, παρόλο που η ονομασία ''Λάνιος'' για το [[γένος]] δεν φαίνεται να μπορεί να επικρατήσει, η ονομασία ''Λανιίδες'' για την [[οικογένεια]], μπορεί άνετα να «σταθεί» δίπλα στην τεχνητή.
 
'''ii.''' {{Note_label|I|ii|none}} Συμπεριλαμβάνει και τα ''Lanius collurio juxtus'', ''Lanius collurio pallidifrons''.<ref>Howard and Moore, p. 479, footnote 5</ref>
8.140

επεξεργασίες