Άνοιγμα κυρίου μενού

Αλλαγές

μ
διόρθωση ISBN με λάθος σύνταξη + επιμέλεια με τη χρήση AWB (10193)
Στη [[χημεία]] και [[ορυκτολογία]] με την ονομασία '''ανθρακικό άλας''', ή απλούστερα '''ανθρακικό''' φέρεται το [[άλας]] του [[ανθρακικό οξύ|ανθρακικού οξέος]], που χαρακτηρίζεται από την παρουσία του ανθρακικού ιόντος CO<sub>3</sub><sup>-2−2</sup> ή [[εστέρας]] του ανθρακικού οξέος, μία [[οργανική ένωση]] που περιέχει την ανθρακική ομάδα C (= O) (Ο-) 2, όπως π.χ. το αιθυλένιο και προπυλένιο.
 
== Γενικά ==
Ο όρος "ανθρακικό" χρησιμοποιείται ευρύτερα, για να περιγράψει την ενανθράκωση νερού ή αναψυκτικού.
Στη δε [[γεωλογία]] και ορυκτολογία, ο ίδιος όρος μπορεί να αναφέρεται τόσο σε ανθρακικά ορυκτά όσο και σε ανθρακικό πέτρωμα όπου και στις δύο περιπτώσεις κυριαρχεί το ανθρακικό ιόν, CO<sub>3</sub><sup>-2−2</sup>.<br />
Τα ανθρακικά ορυκτά βρίσκονται σε μεγάλη ποικιλία στη φύση και είναι ευρύτατα διαδεδομένα κυρίως ως καθιζήματα σε ιζηματογενή πετρώματα. Τα πιο κοινά στερεά ανθρακικά άλατα εξ αυτών, εκτός εκείνων που παρατηρούνται σε μέταλλα είναι ο [[ασβεστίτης]] ή [[ανθρακικό ασβέστιο]], που αποτελεί και το κύριο συστατικό του ασβεστόλιθου (όπως και των οστρακοδέρμων και των σκελετών των κοραλλιών), ο [[δολομίτης]], το [[ανθρακικό μαγνήσιο]], το [[ανθρακικό μαγγάνιο]], το [[ανθρακικό νάτριο]] (κοινώς η "[[σόδα]]" του εμπορίου) και το [[ανθρακικό κάλιο]] (κοινώς «[[ποτάσα]]") που φέρονται να έχουν χρησιμοποιηθεί από την [[αρχαιότητα]] σε καθαρισμούς και συντηρήσεις, καθώς και για την παρασκευή γυαλιού.
 
* "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.9ος, σελ.181-182.
 
[[Κατηγορία: Άλατα]]
[[Κατηγορία:Ανόργανες ενώσεις άνθρακα]]
30.495

επεξεργασίες