Όρνιθες (κωμωδία): Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας
 
==Η υπόθεση του έργου==
Δύο Αθηναίοι φίλοι, ο πονηρός '''Πεισθέταιρος''' και ο αγαθός '''Ευελπίδης''', επιθυμούν να βρουν το πουλί [[τσαλαπετεινόςΤσαλαπετεινός|τσαλαπετεινό]] (που άλλοτε ήταν άνθρωπος, ο βασιλιάς [[Τηρέας]]) για να το ρωτήσουν σε ποια πόλη μπορεί κανείς να ζήσει ήσυχα, πλούσια και ειρηνικά. Στην εισαγωγή του έργου, λοιπόν, εμφανίζονται οι δύο φίλοι να πετούν μέσα από το δάσος, ο ένας πάνω σε μια κουρούνα και ο άλλος σε μια καλιακούδα, δηλώνοντας ότι μεταναστεύουν επειδή βαρέθηκαν τη δικομανία των Αθηναίων.
 
Όταν πια βρίσκουν τον τσαλαπετεινό, εκείνος τους απογοητεύει, καθώς δεν έχει να προτείνει καμία πόλη που να τους αρέσει. Τότε όμως ο Πεισθέταιρος συλλαμβάνει την ιδέα να ιδρύσουν μαζί με τον τσαλαπετεινό-Τηρέα την πόλη των πουλιών στους αιθέρες, στο μεσοδιάστημα δηλαδή μεταξύ του κόσμου των ανθρώπων και του κόσμου των θεών. Ο τσαλαπετεινός πείθεται και καλεί τα πουλιά για να τους ανακοινώσουν μαζί το σχέδιο του Πεισθέταιρου.
Το [[1959]] πρωτοπαρουσιάστηκε η παράσταση του Θεάτρου Τέχνης. Τότε ο συνθέτης [[Μάνος Χατζιδάκις]] συναντήθηκε καλλιτεχνικά με άλλους κορυφαίους καλλιτέχνες: τον [[Κάρολος Κουν|Κάρολο Κουν]], τον σκηνοθέτη της παράστασης και καλλιτεχνικό διευθυντή του Θεάτρου Τέχνης, τον ζωγράφο [[Γιάννης Τσαρούχης|Γιάννη Τσαρούχη]], που είχε επιμεληθεί τα σκηνικά και τα κοστούμια, και τη χορογράφο [[Ραλλού Μάνου]].
 
Η παράσταση όμως κάθε άλλο παρά ευπρόσδεκτη ήταν. Το κοινό αντέδρασε αρνητικά στην πρεμιέρα ([[29 Αυγούστου]]), με αποτέλεσμα να απαγορευθούν οι επόμενες παραστάσεις από τον [[Υπουργείο Προεδρίας ΚυβερνήσεωςΠροεδρίας_Κυβερνήσεως|Υπουργό Προεδρίας Κυβερνήσεως]] [[Κωνσταντίνος Τσάτσος|Κωνσταντίνο Τσάτσο]]. Ενώ το κοινό αποδοκίμασε μόνο τη σκηνή με τον ιερέα, που είχε παρουσιαστεί ως ορθόδοξος ιερέας, και όχι όλο το έργο, η παράσταση διακόπηκε άδοξα.
 
Ο [[Άγγελος Τερζάκης]], αν και αναγνώρισε τις καλές προθέσεις των συντελεστών, ήταν επικριτικός για την αποτέλεσμα<ref>{{Cite news|title = Οι «Όρνιθες», ένα φιάσκο|date = 1η Σεπτεμβρίου 1959|last = Τερζάκης|first = Άγγελος|newspaper = Το Βήμα|page = 2}}</ref>. Για τον Κάρολο Κουν ανέφερε πως ''«Στην προσπάθειά του να συγχρονίσει το έργο, ο κ. Κουν έπεσε σε μιαν ανεξήγητη σύγχυση: Μπέρδεψε την παρωδία του Κλήρου με τη διακωμώδηση της Λειτουργίας. Το δεύτερο είναι βαρύ, όταν μάλιστα γίνεται σε χώρο επίσημο, μπροστά στα μάτια της εξουσίας. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να γελειοποιεί τα ιερά των άλλων»'' και ''«Πολύ φοβάμαι πως ο κ. Κουν, χωρίς να το έχει ο ίδιος συνειδητοποιήσει, βάδιζε στην τύχη, με περισσή αφέλεια. Διαφορετικά δεν εξηγούνται οι επί σκηνής αδεξιότητες, ούτε οι χτυπητές αμηχανίες και προχειρότητες, το ανέτοιμο, το άρρυθμο ολόκληρων σκηνών, συνόλων, ή το αδικαιολόγητο, ολέθριο μάκρος της παράστασης»''. Για την μετάφραση του [[Βασίλης Ρώτας|Βασίλη Ρώτα]] έγραψε ''«Ο κ. Ρώτας στη μετάφρασή του, τη συχνά ρωμαλέα, πέφτει και πάλι στο λάθος να συγχέει τη γλώσσα του πεζοδρομίου με τον κρουστό δημοτικό λόγο. Αυτό δεν αφορά βέβαια τις βωμολοχίες, που είναι - για το αίσθημα του καιρού μας - κακό αναπόφευκτο»''. Καταληκτικά διατύπωσε το ερώτημα ''«Άκουγα προχτές τις χυδαιολογίες, έβλεπα τα - αστοχημένα άλλωστε - επιθεωρησιακά καμώματα, και αναρωτιόμουν: Πως θα εξηγήσουμε στο μέσο θεατή, δηλαδή στη συντριπτική πλειοψηφία, πως αυτά - εδώ είναι θεμιτά, ωραία, αξιοσύστατα, καλλιτεχνικώς δικαιωμένα, ενώ, όταν γίνονται αλλού, είναι βρωμερά, φτηνά, αθέμιτα; Η σύγχυση είναι κρίσιμη»''.
 
{{Ρήση|Η όλη υπόθεσις μαζί με την ανεκδιήγητον «ευθιξίαν του θρησκευτικού αισθήματος» μερίδος των θεατών, με θλίβει αφάνταστα.
 
Θεωρώ την παράστασην αυτήν ως την πλέον σημαντικήν, ανθρώπων του κύρους και της σημασίας του Καρόλου Κουν, του Γιάννη Τσαρούχη και της Ραλούς Μάνου, που με την εργασία τους αυτή έδωσαν ένα παρόν μεγίστης σημασίας εις την ιστορία του νεώτερου θεάτρου μας, χωρίς να παραγνωρίσω και την μουσική μου, που την θεωρώ ως την πλέον ώριμον που έχω γράψει μέχρι σήμερα για το θέατρο|4 = Μάνος Χατζιδάκις|5 = Τα Νέα, 1η Σεπτεμβρίου 1959, σελ. 2}}
 
Η πορεία του μουσικού έργου, ωστόσο, δε διακόπηκε. Ο συνθέτης αποφάσισε να ασχοληθεί με τις λεπτομέρειές του και να το ενορχηστρώσει. Το έργο πήρε την οριστική του μορφή ([[καντάτα]]) το [[1964]]. Ένα χρόνο μετά, ο [[Μωρίς Μπεζάρ]] σκηνοθετεί και χορογραφεί τους «Όρνιθες», σε μουσική διεύθυνση του ίδιου του Χατζιδάκι, και παρουσιάζει το έργο στην Όπερα των Βρυξελλών.
 
[[Κατηγορία:Κωμωδίες του Αριστοφάνη|Ορνιθες]]
[[MediaWiki:Badtitletext]]
[[Κατηγορία:Αρχαίοι ελληνικοί χοροί]]