Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Αετομάχος»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
| subdivision = ''Lanius collurio collurio'' {{Ref_label|I|ii|none}} <br />''Lanius collurio kobylini''
}}
Ο '''Αετομάχος''' είναι πτηνό της [[οικογένεια|οικογενείας]] των [[Λανιίδες (Αετομαχίδες)|Λανιιδών (Αετομαχιδών)]], ένα από τα είδη [[κεφαλάς|κεφαλάδων]] που απαντώνται στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του [[είδος|είδους]] είναι ''Lanius collurio'' και περιλαμβάνει 2 [[υποείδος|υποείδη]]. <ref name="Howard and Moore, p. 479">Howard and Moore, p. 479</ref>
 
Στην Ελλάδα απαντάται το [[υποείδος]] ''Lanius collurio collurio'' (Linnaeus, 1758). <ref name="Howard and Moore, p. 479"/>
 
Η ιδιαίτερη όψη του, η τόλμη του και, κυρίως η χαρακτηριστική του συνήθεια να «αποθηκεύει» τη λεία του καρφώνοντάς την πάνω σε αιχμηρά αντικείμενα, ανέκαθεν κινούσαν το ενδιαφέρον του επιστημονικού κόσμου και όχι μόνον (βλ. Μορφολογία, Ηθολογία)
==Ονοματολογία==
Η επιστημονική ονομασία του [[Γένος (βιολογία)|γένους]] ''Lanius'' είναι λατινική και για την προέλευσή της υπάρχουν δύο εκδοχές: Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, ρίζα είναι η ελληνική λέξη ''λειανός'' «λεπτός, λιγνός, ισχνός» (όχι ''λιανός'', διότι δεν ερμηνεύεται ετυμολογικά <ref>Πάπυρος λαρούς Μπριτάνικα, τ. 38, σ. 432</ref>) εξ ου και τα παράγωγα ''λειανεύω, λειανίζω, λειανικός'', κ.ο.κ. Η λέξη ''λειανίζω'' σημαίνει «κατατεμαχίζω, κατακόπτω» και αναφέρεται κυρίως στο κρέας, εξ ου και η δεύτερη σημασία της «κατασφάζω». <ref>Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τ. 38, σ. 432</ref>
 
Σύμφωνα με τη δεύτερη και πιθανότερη εκδοχή, ρίζα είναι η λέξη ''lana'' «μαλλί», από την οποία προέρχεται το ρήμα ''lanio'' «κόβω το μαλλί σε μικρά κομμάτια, λανίζω» εξ ου και το ελληνικό «λαναράς». <ref name="books.google.gr">http://books.google.gr/books?id=m2QSAAAAIAAJ&pg=PA268&redir_esc=y#v=onepage&q&f=false</ref><ref>Μπαμπινιώτης, σ. 990</ref>
Η λατινική λέξη ''Lanius'', σημαίνει επακριβώς «σφαγέας», «χασάπης», ή «ο πάγκος του χασάπη», <ref name="books.google.gr"/><ref>http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus:text:1999.04.0060:entry=laniena&highlight=lanius</ref><ref>http://www.archives.nd.edu/cgi-bin/wordz.pl?keyword=lanius</ref> επομένως, η επιστημονική ονομασία του γένους συσχετίζεται άμεσα με τη συνήθεια του πτηνού, όπως και άλλων [[κεφαλάς|κεφαλάδων]], να σκοτώνουν τη λεία τους και να την καρφώνουν πάνω σε ένα αιχμηρό αντικείμενο -συνήθως μεγάλα αγκάθια- για να τη φάνε με την ησυχία τους ή για να την «αποθηκεύσουν» για αργότερα, όπως κάνουν οι κρεοπώλες με το κρέας που το κρεμάνε σε τσιγκέλια (βλ. Ηθολογία)!
*Ταυτόχρονα, δημιουργείται πρόβλημα στην απόδοση στα ελληνικά, τόσο του γένους (''Lanius''), όσο και της [[οικογένεια]]ς (''Laniidae'') (βλ. Σημειώσεις) {{Ref_label|I|i|none}}
Για την ονομασία του [[είδος|είδους]]λέξη ''collurio'', δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, πιθανόν όμως να πρόκειται για απόδοση στα λατινικά της αρχαίας ελληνικής λέξης ''κολλυρίων (-ονος)'' και, να επρόκειτο για το συγκεκριμένο πτηνό. <ref>Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τ. 34, σ. 467</ref> Υπάρχει μάλιστα και σχετική αναφορά στο «Περί Ζώων Ιστορίαι» του Αριστοτέλη, αλλά και στον Ησύχιο. <ref>http://myria.math.aegean.gr/lds/data/volB/pdf/pg_0747.pdf</ref><ref name="blx1.bto.org">http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob15150.htm</ref>
 
Η αγγλική ονομασία του, Red-Backed Shrike, σχετίζεται με το χρωματισμό της ράχης του αρσενικού.
Η ελληνική λαϊκή ονομασία του είδους, είναι προφανές ότι σχετίζεται με τη φαινομενική «αφοβία» του, να στέκεται στη θέση ποσταρίσματος (βλ. Ηθολογία) και να μη φεύγει με το παραμικρό, όμως ουδόλως υπάρχουν στοιχεία ότι το πτηνό μπορεί να έρχεται σε αντιπαράθεση με αρπακτικά του μεγέθους ενός [[αετός|αετού]].
==Συστηματική Ταξινομική==
O αετομάχος περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Λινναίο το 1758, με την τωρινή επιστημονική του ονομασία. <ref name="ibc.lynxeds.com">http://ibc.lynxeds.com/species/red-backed-shrike-lanius-collurio</ref> Πιθανότατα, σχηματίζει [[υπερείδος]], μαζί με τα ασιατικά είδη ''Lanius cristatus'' και ''Lanius isabellinus''. Παλαιότερα, θεωρείτο ότι ανήκε ως είδος μαζί με ένα ή και τα δύο από αυτά, αλλά πρόσφατες γενετικές αναλύσεις έδειξαν ότι είναι 3 ξεχωριστά είδη. Ωστόσο, ο βαθμός αναπαραγωγικής απομόνωσης από το ''Lanius isabellinus'' είναι σχετικά χαμηλός, οπότε μικτά ζευγάρια και υβρίδια απαντώνται συχνά στις περιοχές όπου τα δύο είδη αλληλοεπικαλύπτονται. Ο υβριδισμός με το ''Lanius cristatus'' είναι περιστασιακός και, μπορεί να συμβεί σε κάποιες περιοχές της Κ. Ασίας. <ref name="ibc.lynxeds.com"/>
==Γεωγραφική κατανομή υποειδών==
Ο αετομάχος είναι πλήρως μεταναστευτικό είδος, αναπαραγόμενο σε ευρείες περιοχές της [[Ευρώπη]]ς και Δ. [[Ασία]]ς, δηλαδή στη Δ. [[Παλαιαρκτική]] ζώνη και, διαχειμάζει στην [[Αφρική]], νότια του ισημερινού. Χονδρικά, τα δυτικά όρια της αναπαραγωγικής επικράτειας βρίσκονται στις ακτές του Ατλαντικού και τη Βόρεια Θάλασσα, ενώ τα ανατολικά φθάνουν στην Κ. Ασία, στα γεωγραφικά μήκη των 90°, περίπου, στα επίπεδα της Κ. Ρωσίας, του Α. Καζακστάν και της Δ. Κίνας. Το βόρειο όριο της επικράτειας περιλαμβάνεται σε ένα τόξο ΒΑ. του ποταμού Βόλγα μεταξύ περίπου 48° και 64° γεωγραφικού πλάτους, ενώ στα νότια φθάνει μέχρι μια στενή παράκτια λωρίδα στο Ισραήλ.
Πιο αναλυτικά, αναπαράγεται στη βόρεια Ιβηρική, στη Γαλλία λείπει από τη Βρετάνη, τη Νορμανδία και τις ακτές της Μάγχης, ενώ κάποιοι πληθυσμοί αναπαραγωγής στις Βρετανικές Νήσους φαίνεται να έχουν εκλείψει. Στη Σκανδιναβία, αναπαράγεται σε μία ζώνη από τη νότια Νορβηγία μέχρι την κεντρική Φινλανδία και τις περιοχές της Βαλτικής. Στη Μεσόγειο, μάλλον έχει εκλείψει από την Κύπρο και τη Σικελία.
 
Η φυσική κατανομή του είδους φαίνεται να ακολουθεί την ισοθερμική καμπύλη των 26&nbsp;°C, κατά το μήνα Ιούλιο. <ref name="Fornasi et al">Fornasi et al</ref><ref name="iucnmap">{{cite web| url=http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22705001| author=BirdLife International and NatureServe| date=2012|title=Lanius collurio: Χάρτης γεωγραφικής κατανομής| publisher=[[IUCN]]| accessdate=29 Μαρτίου 2014}}</ref>
{| class="wikitable"
|-
| 2 || ''Lanius collurio kobylini'' || Α [[Τουρκία]], περιοχή του Καυκάσου, [[Μέση Ανατολή]], Β και ΒΔ [[Ιράν]] || Α [[Αφρική]] ||
|}
Πηγές: <ref name="Howard and Moore, p. 479"/><ref name="iucnmap"/><ref>http://ibc.lynxeds.com/species/ http://ibc.lynxeds.com/species/red-backed-shrike-lanius-collurio</ref> (σημ. με έντονα γράμματα το [[υποείδος]] που απαντάται στον ελλαδικό χώρο)
===Μεταναστευτική συμπεριφορά===
[[Αρχείο:NT map.png|thumb|right|300px|Γεωγραφική κατανομή και μεταναστευτικές οδοί του είδους ''Lanius collurio'': Πράσινο = Καλοκαιρινές περιοχές αναπαραγωγής, Μπλε = Περιοχές διαχείμασης]]
Ο αετομάχος είναι πλήρως μεταναστευτικό [[είδος]] μεγάλων αποστάσεων, ερχόμενο στην ευρωπαϊκή και ασιατική επικράτεια τα καλοκαίρια για να αναπαραχθεί, ενώ διαχειμάζει αποκλειστικά στην αφρικανική ήπειρο. Η κύρια περιοχή διαχείμασης είναι νότια του ισημερινού στη ζώνη δάσους-βροχής, παραλείποντας ωστόσο τη λεκάνη του Κονγκό, φθάνοντας μέχρι τα βόρεια και τα ανατολικά της [[Νότια Αφρική|Νότιας Αφρικής]]. Απαντάται περιστασιακά στο νότιο Σουδάν ή στην περιοχή του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας. Τα περισσότερα πουλιά περνούν το χειμώνα στη Μοζαμβίκη, τη Ζιμπάμπουε, τη Μποτσουάνα και τη Ναμίμπια. Ιδιαίτερα ξηρές περιοχές, όπως το εσωτερικό ττης ερήμου [[Καλαχάρι]], αποφεύγονται σε μεγάλο βαθμό.
 
Προτιμώνται κατάλληλες τοποθεσίες στη σαβάνα, είτε σε θέσεις με θάμνους, είτε σε εντελώς ξηρά εδάφη. Εδώ, ο αετομάχος μοιράζεται το χώρο του με πολλά -έως και 12- αυτόχθονα είδη [[κεφαλάς|κεφαλάδων]], υπερασπιζόμενος την εδαφική του επικράτεια εν μέρει. <ref>B. Bruderer in Lefranc (1993), aus Glutz v. Blotzheim</ref>
 
Η φθινοπωρινή αποδημία αρχίζει τον Αύγουστο από τα ενήλικα πουλιά, ενώ 1-2 εβδομάδες αργότερα, ακολουθούν τα νεαρά. Οι πρώτοι αετομάχοι καταφθάνουν στην Α. Αφρική τον ίδιο μήνα, ενώ στη Ν. Αφρική το Σεπτέμβριο, στο τέλος του οποίου ολοκληρώνεται συνήθως η μετανάστευση. Σε σπάνιες περιπτώσεις καταφθάνουν πουλιά κατά τον Οκτώβριο και, αυτά είναι ως επί το πλείστον νεαρά άτομα που γεννήθηκαν αργά μέσα στην αναπαραγωγική περίοδο.
 
Το ταξίδι πραγματοποιείται πιθανότατα μόνο τη νύχτα, διότι οι αετομάχοι εκμεταλλεύονται την ημέρα για πρόσληψη τροφής, οπότε ξεκουράζονται. Σε μελέτη που πραγματοποιήθηκε στην [[Κάρπαθος|Κάρπαθο]], καταγράφηκε μέση ταχύτητα 70-75 χμ /ώρα στο μεταναστευτικό σμήνος. <ref>Biebach et al. (1983) in Glutz v. Blotzheim</ref>
 
Η φθινοπωρινή μετανάστευση μπορεί, γενικά, να διακριθεί ως προς την οδό που ακολουθούν τα σμήνη, σε εκείνη των ευρωπαϊκών και, εκείνη των ανατολικών αναπαραγωγικών πληθυσμών. Τα πουλιά που ζουν στο ανατολικό τμήμα της Ρωσίας και της Δυτικής Σιβηρίας, κατευθύνονται νότια-νοτιοδυτικά της Αραβικής Χερσονήσου, ενώ ακόμη ανατολικότερα υπάρχουν κάποιες ενδείξεις για μετάβαση μέσω των δυτικών τμημάτων της ινδικής υποηπείρου. Η επάνοδος στα εδάφη αναπαραγωγής γίνεται περίπου πάνω στις ίδιες γραμμές. <ref>Panow, p. 52</ref>
 
Οι δυτικοί ευρωπαϊκοί πληθυσμοί, όμως, έχουν μια έντονη διαφοροποίηση στις μεταναστευτικές οδούς τους, με την φθινοπωρινή μετανάστευση να πραγματοποιείται σε μια πολύ πιο ανατολική διαδρομή, σε σχέση με τη εαρινή. <ref name="Avon & Tilford, p. 82">Avon & Tilford, p. 82</ref> Το φθινόπωρο, η μετάβαση γίνεται στη νότια ακτή της Μεσογείου, πάνω από τη Βαλκανική χερσόνησο και, νοτιοανατολικά σε μια περιοχή που βρίσκεται περίπου μεταξύ Λιβύης και διώρυγας του Σουέζ. Για να φτάσουν εκεί, οι πληθυσμοί της Ισπανίας ή της Γαλλίας πρέπει να κατευθυνθούν πρώτα προς τα ανατολικά και, στη συνέχεια να πετάξουν νοτιοανατολικά, πάνω από την ανατολική Μεσόγειο. Οι πληθυσμοί της Σκανδιναβίας μεταναστεύουν μέσω της Βαλκανικής χερσονήσου και του Αιγαίου Πελάγους. Ακολουθείται ένας στενός διάδρομος μεταξύ 25°-35° ανατολικού γεωγραφικού πλάτους, στις παρυφές της αφρικανικής ηπείρου. Αλλά κάποια μεμονωμένα πουλιά καταφθάνουν εδώ, επίσης, περαιτέρω δυτικά μέσα από το Τσαντ.
 
Την άνοιξη, η επιστροφή στα ευρωπαϊκά εδάφη αναπαραγωγής πραγματοποιείται μέσα από την Αιθιοπία, τη Β. Σομαλία και την Ερυθραία, κατά μήκος των ακτών της Ερυθράς Θάλασσα , προς το ανατολικό άκρο της Μεσογείου και του Σινά. Κατόπιν, τα μεταναστευτικά σμήνη περνούν κυρίως από τα ανατολικά της Κύπρου, από το Αιγαίο Πέλαγος και τη [[Μικρά Ασία]], για να φθάσουν στις περιοχές αναπαραγωγής στις αρχές Μαΐου.
Ο ιδανικός οικότοπος των αετομάχων είναι ίσως η μεταβατική ζώνη από τα κλειστά δάση στα λιβάδια ή παρόμοια ανοικτά περιβάλλοντα (όπως είναι οι βάλτοι ή τα μεγάλα ξέφωτα), οι δασικές στέπες, οι θαμνώδεις περιοχές και κυρίως οι εκτάσεις που βρίσκονται σε διάφορα στάδια αναγέννησης, μετά από πυρκαγιές ή ζημιές που προκάλεσαν πλημμύρες και θύελλες. Ωστόσο, σήμερα που έχει αλλάξει ριζικά το γεωργικό τοπίο λόγω της εντατικοποίησης των καλλιεργειών, ο αετομάχος απαντάται συχνά και σε περιοχές της περιφέρειας των λιβαδιών, φυτείες, αλλά και σε χώρους υγειονομικής ταφής, χαλικόστρωτους δρόμους ή παρυφές αυτοκινητοδρόμων και σε αναχώματα.
 
*Σε μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε αγροτική περιοχή της κεντρικής Ιταλίας, βρέθηκε ότι οι αετομάχοι προτιμούν να φωλιάζουν σε θάμνους που βρίσκονταν κοντά σε αγροτικούς δρόμους. Συγκεκριμένα, ένα ποσοστό 76% από τις φωλιές, βρίσκονταν σε απόσταση μικρότερη των 25 μέτρων από το δρόμο και, μάλιστα, αγνοούσαν τους θάμνους που βρίσκονταν μακριά από τους δρόμους. Αυτό, σύμφωνα πάντοτε με τη μελέτη, οφειλόταν στο ότι οι συγκεκριμένες θέσεις προσέφεραν μεγαλύτερο οπτικό πεδίο στα πτηνά και, επομένως, καλύτερες συνθήκες για το κυνήγι τους. <ref>Morelli</ref>
 
Στην Ελλάδα, ο αετομάχος απαντάται σε φράκτες, θάμνους, ανοικτές δασικές περιοχές, πεδιάδες, ελαιώνες και αμπελώνες. <ref name="Όντρια, σ. 183"/>
[[Αρχείο:Lanius collurio -Poland -female-8-4c.jpg|thumb|left|300px|Ενήλικος θηλυκός αετομάχος]]
Στους αετομάχους εμφανίζεται έντονος [[φυλετικός διμορφισμός]]. Επίσης οι χρωματισμοί του πτερώματος διαφέρουν όχι μόνον ανάμεσα στα αρσενικά και τα θηλυκά, αλλά ακόμη και μέσα στο ίδιο φύλο και στον ίδιο αναπαραγωγικό πληθυσμό, παρουσιάζοντας αξιοσημείωτη διαφοροποίηση.
Το αρσενικό έχει ερυθροκαστανή τη ράχη και το μεγαλύτερο τμήμα των πτερύγων και των ώμων (''scapulars''). HΤο κορυφή[[ανατομική τουκαι κεφαλιούφυσιολογία πτηνών|στέμμα]] και τουο τραχήλουτράχηλος ξεχωρίζουν με το χαρακτηριστικό γκρίζο -με απόχρωση μπλε- χρώμα τους και, όπως και στα άλλα είδη [[κεφαλάς|κεφαλάδων]], έχει μία στενή , μαύρη ζώνη-μάσκα στο πρόσωπο, η οποία ξεκινάει από το ράμφος, διαπερνά τους οφθαλμούς και καταλήγει στα πλάγια του τραχήλου, στην περιοχή των ωτικών καλυπτηρίων. Μάλιστα, λόγω αυτής της μάσκας, οι οφθαλμοί των αρσενικών δύσκολα διακρίνονται από κάποια απόσταση, ενώ τις περισσότερες φορές, πάνω από τους οφθαλμούς διακρίνεται ένα ανεπαίσθητο λευκό περιθώριο. Οι [[ανατομική και φυσιολογία πτηνών|πλευρές]] (''flanks'') και το στήθος είναι λευκοκαστανές με ελαφρώς ροζ-σωμόν απόχρωση. Τα [[ανατομική και φυσιολογία πτηνών|καλυπτήρια]] των πτερύγων είναι καφεκόκκινα με ανοικτόχρωμες περιφέρειες, τα [[ανατομική και φυσιολογία πτηνών|πρωτεύοντα ερετικά]] φτερά είναι καστανά και τα [[ανατομική και φυσιολογία πτηνών|δευτερεύοντα]] σκούρα καφέ. Το [[ανατομική και φυσιολογία πτηνών|ουροπύγιο]] οριοθετείται σαφώς από την καστανοκόκκινη ράχη, με το σκούρο γκρι χρώμα του. Η ουρά δείχνει μια υψηλή αντίθεση μαύρου και άσπρου: τα μεσαία [[ανατομική και φυσιολογία πτηνών|πηδαλιώδη]] φτερά της ουράς είναι μαύρα, αλλά προχωρώντας σταδιακά προς τα εξωτερικά φτερά, υπάρχει όλο και περισσότερο λευκό. Το κάτω μέρος της ουράς είναι συνήθως άσπρο με κρεμ απόχρωση.
 
Το θηλυκό, σε αντίθεση με τα αρσενικό δεν έχει γκρίζο κεφάλι, ούτε διαθέτει μαύρη μάσκα στο πρόσωπο. Η κορυφή του κεφαλιού είναι κοκκινωπή-καφέ, ενώ ο τράχηλος έχει πιο πολύ καφέ-γκρι χρώμα. Στη θέση της μάσκας του αρσενικού, το θηλυκό έχει μια επίσης κοκκινωπή-καφέ λωρίδα, που κάνει τους οφθαλμούς πολύ ευδιάκριτους, ενώ το υπόλοιπο πρόσωπο είναι γκρίζο-λευκωπό. Οι πτέρυγες έχουν ερετικά παρόμοιου χρώματος με εκείνα του αρσενικού, αλλά τα καλυπτήρια δεν είναι τόσο καφεκόκκινα. Το ουροπύγιο εναι καφέ-γκρίζο και η ουρά είναι συνήθως καφέ σκούρα, με λευκά περιθώρια. Το στήθος, ταοι πλευράπλευρές και όλη η κάτω επιφάνεια του θηλυκού δεν έχει καθόλου ροζ απόχρωση και, παρουσιάζει κατά τόπους έντονες σκοτεινόχρωμες «κεραμιδοειδείς» (ημισεληνοειδείς) κλιμακώσεις, ενώ η κοιλιά φέρει υπόξανθους κροσσούς. Πάντως, με την ηλικία, αυτές οι κλιμακώσεις εξασθενίζουν και, τα γηραιότερα θηλυκά προσεγγίζουν στο χρώμα όλο και περισσότερο τα αρσενικά.
 
Τα νεαρά άτομα είναι σαν θηλυκά με σκοτεινές ημισεληνοειδείς «κλιμακώσεις» σχεδόν παντού, εμφανέστερες στην κορυφή του κεφαλιού, τον τράχηλο, τη ράχη και τις πτέρυγες. Επιπλέον, το ουροπύγιο έχει κοκκινωπό-καφέ χρώμα, ενώ τα ερετικά φτερά -πρωτεύοντα και δευτερεύοντα- είναι σκούρα γκρι.
 
Σε κάθε περίπτωση, το ράμφος όλων των ηλικιών και στα δύο φύλα, είναι όπως σε όλους τους [[κεφαλάς|κεφαλάδες]] ισχυρό, πλευρικά πεπλατυσμένο, με έντονα αγκιστρωτό άκρο στηστην [[ράμφος (πτηνά)|ρινοθήκη]] και μια μικρή εσοχή λίγο πριν από το άγκιστρο, όπου εφαρμόζει η [[ράμφος (πτηνά)|γναθοθήκη]]. Στη βάση του, το ράμφος είναι εφοδιασμένο με [[σμήριγγαράμφος (πτηνά)|σμήριγγες]] (σκληρές τρίχες), ενώ το χρώμα του κυμαίνεται από σαρκόχρωμο στα νεαρά πουλιά, μαυριδερό στα θηλυκά και, σχεδόν μαύρο στα αρσενικά. Πάντως, το μαύρο χρώμα του ράμφους φαίνεται να εξασθενίζει κατά τη διάρκεια του έτους και ανανεώνεται ετησίως πριν την ανοιξιάτικη μετανάστευση. Οι ταρσοί και τα ισχυρά πόδια έχουν μαυριδερό-γκρι χρώμα στα νεαρά άτομα και, σκούρο καφέ στα ενήλικα πουλιά.
 
(Πηγές: <ref name="Όντρια, σ. 183"/><ref name="Perrins, p. 186">Perrins, p. 186</ref><ref name="Avon & Tilford, p.82">Avon & Tilford, p.82</ref><ref name="Bruun, p. 210">Bruun, p. 210</ref><ref>Scott & Forrest, p. 206</ref><ref>http://www.ibercajalav.net/img/401_Red-backedShrikeLcollurio.pdf</ref>)
Κατά τις χρονιές που υπάρχει αναπαραγωγική επάρκεια σε χωραφοπόντικες, αυτοί αποτελούν το βασικό «μενού» των αετομάχων, ενώ, ιδιαίτερα σε κακές καιρικές συνθήκες, άλλα μικρά θηλαστικά όπως μυγαλές και ποντίκια συμπληρώνουν τη διατροφή. Τα [[Αμφίβια]] που ζουν σε υγροτόπους μπορεί να αποτελέσουν, επίσης, ένα μεγάλο μέρος της λείας, όπως και [[Ερπετά]] (σαύρες και νεαρά νερόφιδα ) .
 
Ακόμη και μικρά πουλιά εντάσσονται στο διαιτολόγιο των αετομάχων. Σπάνια θηρεύονται ενήλικα άτομα, αλλά οι νεοσσοί τους ή τα νεαρά άτομα αποτελούν μεγάλο ποσοστό της λείας τους. Στρέφονται κυρίως σε ωδικά πουλιά μικρού μεγέθους, όπως ''σπίζες'', ''τσιροβάκους'' και ''τσιχλόνια'', αλλά και σε μεγαλύτερα είδη όπως είναι οι νεοσσοί της [[φαλαρίδα]]ς και του [[φασιανός|φασιανού]], αν και το πιθανότερο είναι ότι, οι αετομάχοι δεν τα κυνηγούν αλλά τα βρίσκουν ήδη νεκρά.
 
Η φυτική διατροφή των αετομάχων περιορίζεται σε, σχεδόν αποκλειστικά, ''σωροκάρπια'' (''berries'') (καρπούς κουφοξυλιάς, σμέουρα, μαύρα μούρα), κυρίως στα τέλη του καλοκαιριού και το φθινόπωρο. Επίσης, με παρόμοιους καρπούς που ωριμάζουν αρκετά νωρίς, τροφοδοτούνται οι νεοσσοί.
==Πτήση==
[[Αρχείο:Neuntoeter-Jungvogel.jpg|thumb|left|300px|Νεαρός θηλυκός αετομάχος]]
Η πτήση των αετομάχων πραγματοποιείται συνήθως σε ευθεία γραμμή, είναι σύντομη και κυματιστή. Κάποιες φορές, ιδιαίτερα όταν κυνηγάει μπορεί να «αιωροπορεί» (hovering), όπως κάνουν τα [[βραχοκιρκίνεζο|βραχοκιρκίνεζα]]. <ref name="Avon & Tilford, p. 82"/><ref name="Bruun, p. 210"/> Σε πτήσεις εντός της αναπαραγωγικής περιοχής, καταγράφηκε μέση ταχύτητα 33,4 χλμ/ώρα. <ref>Glutz v. Blotzheim</ref>
==Φωνή==
*http://www.hark.com/clips/pwvlqftwsv-red-backed-shrike-birdcall-songbird-animal-sound-bird-lanius-collurio
Στους αετομάχους -ιδιαίτερα στα αρσενικά- αρέσει να κάθονται σε ειδικές θέσεις (perching posts) και να εποπτεύουν τον περιβάλλοντα χώρο, σε στάση όρθια, χωρίς να φανερώνει ιδιαίτερο φόβο. Μάλιστα, είναι από εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το [[είδος]] και που, αρκετές φορές χρησιμεύουν για τη διάγνωσή του στο πεδίο. Αυτές οι θέσεις μπορεί να είναι θάμνοι, μικρά δένδρα, φράκτες, θημωνιές, πάσσαλοι ή άλλα εκτεθειμένα σημεία. Μάλιστα, μπορεί να παραμένουν εκεί για πολλή ώρα, πράγμα ασυνήθιστο για πτηνά αυτού του μεγέθους, γεγονός που έχει τροφοδοτήσει τη φήμη που έχουν ότι είναι άφοβα. Περιστασιακά, κινούν την ουρά τους νευρικά, δεξιά και αριστερά, ιδιαίτερα όταν είναι εξιταρισμένα. <ref name="Avon & Tilford, p. 82"/><ref>Singer, p. 332</ref> Μόνον όταν επικρατεί μεγάλη ζέστη και οι θερμοκρασίες είναι υψηλές, τα πουλιά καλύπτονται σε σκιερά μέρη. Βέβαια, δεν χάνουν την ευκαιρία να κυνηγήσουν περιστασιακά, όταν περάσει από κοντά κάποιο υποψήφιο θήραμα. Κάποιες φορές κινούνται στο έδαφος με μικρά, διαδοχικά πηδήματα. <ref name="Avon & Tilford, p. 82"/>
===Τεχνικές κυνηγιού===
Η τεχνική της αναμονής από σταθερό πόστο, κατά κύριο λόγο χρησιμοποιείται για το κυνήγι μικρών θηλαστικών, αλλά και σε έντομα όπως σκαθάρια και ακρίδες. Η επίθεση στο θήραμα πραγματοποιείται στο έδαφος και σε απόσταση 10 μέτρων, περίπου, από το πόστο. Η πτήση είναι ευθεία προς το θήραμα και μπορεί να επιταχυνθεί με βραχυπρόθεσμα φτεροκοπήματα, ενώ προς το τέλος ακολουθείται συνήθως από μία σύντομη ''αερολίσθηση'' (''glide'').
 
Τα έντομα συλλαμβάνονται εν μέρει με πραγματικό κυνήγι στον αέρα. Άλλωστε η ακτίνα καταδίωξης της λείας επεκτείνεται στα 30 μέτρα, περίπου, είναι δηλαδή σημαντικά μεγαλύτερη από εκείνη στο κυνήγι μικρών θηλαστικών. Φαίνεται περίεργο αλλά, όσο πιο ευθεία είναι η πτήση του εντόμου, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες επιτυχίας της επίθεσης, γι αυτό και συνήθως αποτυγχάνουν οι επιθέσεις σε πεταλούδες και μπάμπουρες, που πετάνε χαοτικά!
 
Τα μικρά πουλιά ή οι ακρίδες, μερικές φορές συλλαμβάνονται με την τεχνική του αιφνιδιασμού (''stalking''). Ο αετομάχος προφαίνει σε ένα είδος παρακολούθησης του θηράματος σε μικρά στάδια, και συτη συνέχεια επιτίθεται αιφνιδιαστικά. Όμως, το κυνήγι πτηνών είναι σπανίως επιτυχές, αν και έχουν παρατηρηθεί άτομα που είχαν φθάσει σε ένα «υψηλό βαθμό εξειδίκευσης» στο συγκεκριμένο είδος θηράματος και, σε αντίστοιχο ποσοστό επιτυχίας. Τέλος, σε ορισμένες περιπτώσεις οι αετομάχοι λεηλατούν φωλιές, αλλά σε μικρότερο ποσοστό από τις άλλες μεθόδους που χρησιμοποιούν. Στις περιοχές με θημωνιές, μερικές φορές έχει παρατηρηθεί θήρευση με τα νύχια των ποδιών στο έδαφος, η οποία συχνά παρατηρείται σε θηλυκά πριν την ωοτοκία, πιθανόν για να αποφευχθεί η επιβάρυνση από την άρση της λείας.
===Επεξεργασία της λείας===
[[Αρχείο:Sympetrum vulgatum 6 (2005 08 29).jpg|thumb|right|300px|''Sympetrum vulgatum'' από τα αγαπημένα εδέσματα του αετομάχου]]
Μετά από ένα επιτυχημένο κυνήγι, το θήραμα υπόκειται σε επεξεργασία, απαλλασσόμενο, λιγότερο ή περισσότερο, από τα μη εύπεπτα συστατικά του. Βέβαια, σε οξεία πείνα το θήραμα καταπίνεται ολόκληρο ή κατά μεγάλο μέρος του, χωρίς προετοιμασία αν αυτό είναι δυνατόν. Τα άπεπτα συστατικά μέρη της λείας, αναμασώνται και εξεμούνται ως ''πέλετςάπεπτα σφαιρίδια'' (''pellets''), με, κατά προσέγγιση διαστάσεις 25 χιλιοστά σε μήκος και 8-9 χιλιοστά σε διάμετρο, που θρυμματίζονται εύκολα όταν είναι ξερά -εκτός από εκείνα που προέρχονται από την πέψη ποντικών, που είναι συνήθως πιο συμπαγή και μεγαλύτερα.
 
Η επεξεργασία της λείας μπορεί να διαρκέσει έως και δέκα λεπτά για να ολοκληρωθεί. Στα κεραιωτά έντομα λ.χ., οι πτέρυγες και τα πόδια διαχωρίζονται και απορρίπτονται, ενώ οι κάμπιες θανατώνονται με διαδοχικά ραμφίσματα από το κεφάλι μέχρι το οπίσθιο τμήμα τους. Τα κελύφη σαλιγκαριών συνθλίβονται στις πέτρες, αλλά και τα φυτικά υλικά όπως τα μούρα συχνά επιλέγονται και «καρφώνονται» σε αιχμές.
1.955

επεξεργασίες