Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Ελληνική πεζογραφία 1830-1880»

συνδ
(συνδ)
Η '''πεζογραφική παραγωγή των πρώτων δεκαετιών του ελληνικού κράτους''' ήταν μέχρι πρόσφατα ελάχιστα μελετημένη και υπήρχε η άποψη ότι η ποσότητα των έργων ήταν μικρή και η ποιότητα χαμηλή. Τουλάχιστον ως προς την ποσότητα οι νεότερες έρευνες έχουν δείξει ότι η παραγωγή είναι πολύ πιο πλούσια απ΄ ότι πιστευόταν, και ως προς την ποιότητα έχει αναθεωρηθεί η άποψη ότι τα έργα της περιόδου δεν έχουν καμία σχέση με την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.
 
Στην πεζογραφία της περιόδου κυριαρχεί το μυθιστόρημα. ΛιγοστάΛιγότερα είναι τα δείγματα διηγημάτων. Κυρίαρχη γλώσσα είναι η [[καθαρεύουσα]], με αρκετές διαβαθμίσεις από απλή καθαρεύουσα, ομιλουμένη των αστικών κέντρων, ως την αυστηρή αρχαΐζουσα. Τα βασικά είδη μυθιστορήματος που καλλιεργούνται είναι το ρομαντικό ερωτικό (συχνά με επιστολική μορφή, όπως ο ''Λέανδρος'' του [[Παναγιώτης Σούτσος|Παναγιώτη Σούτσου]]) και το [[ιστορικό μυθιστόρημα]]. Δεν λείπουν έργα με πιο ρεαλιστικές αναφορές στην σύγχρονη πραγματικότητα, όπως ''Ο Ζωγράφος'', του [[Γρηγόριος Παλαιολόγος|Γρ. Παλαιολόγου]], η ''Στρατιωτική Ζωή εν Ελλάδι'' του Χ. Δημόπουλου, ο ''Πίθηκος Ξουθ'', του Ιάκωβου Πιτσιπίου. Εξέχουσα θέση στο σύνολο της παραγωγής κατέχουν τα έργα ''[[Πάπισσα Ιωάννα (μυθιστόρημα)|Πάπισσα Ιωάννα]]'' του [[Εμμανουήλ Ροΐδης|Ροΐδη]] και ο ''Λουκής Λάρας'' του [[Δημήτριος Βικέλας|Βικέλα]].
 
==Το μυθιστόρημα==
Η πεζογραφία εθεωρείτο εκείνη την περίοδο δευτερεύουσα σε σχέση με την ποίηση, και το [[μυθιστόρημα]] πολλοί το απέρριπταν, επειδή πίστευαν ότι ασκούσε βλαβερή επίδραση στα «χρηστά ήθη» , κυρίως γιατί ήταν ξενόφερτο είδος. Γι' αυτό και οι περισσότεροι συγγραφείς στους προλόγους τους τόνιζαν ότι το έργο τους είχε κυρίως ηθικοπλαστική πρόθεση, ότι σκόπευε να συνδυάσει το τερπνόν (που εδώ ήταν κυρίως η συγκίνηση) με το ωφέλιμον.
 
Οι επικρίσεις κατά των μυθιστορημάτων δεν έπαυαν όσο το είδος αυτό εξαπλωνόταν. Αντιθέτως, η πληθώρα μεταφράσεων ξένων (κυρίως γαλλικών) έργων, συνετέλεσε στην αύξηση των αντιδράσεων καθώς θεωρήθηκε ότι αυτά ειδικά έβλαπταν τα ήθη και διέφθειραν τους νέους και τις γυναίκες, που ήταν το κατ΄ εξοχήν αναγνωστικό κοινό. Αποκορύφωμα των εκδηλώσεων αυτών ήταν η επίθεση το [[1856]] από το περιοδικό "''Αθηνά"'' κατά του περιοδικού "''[[Πανδώρα" (περιοδικό)|Πανδώρα]]'', που δημοσίευε μεταφράσεις μυθιστορημάτων αλλά και πρωτότυπα έργα. Ο εκδότης της "''Πανδώρας"'', [[Νικόλαος Δραγούμης]], απάντησε τεκμηριωμένα εξετάζοντας γενικά την ιστορία του μυθιστορήματος, την εξέλιξή του στην Ευρώπη, τα ελληνικά δείγματα και τα δημοσιευθέντα στο περιοδικό του έργα, προσπαθώντας να αποδείξει ότι οι κατηγορίες ήταν αβάσιμες και υπερβολικές. Παρά ταύτα, λίγο καιρό μετά η "''Πανδώρα"'' διέκοψε τη δημοσίευση μυθιστορημάτων και την αντικατέστησε με ιστορικά αφηγήματα. Σχετική με τις αντιδράσεις αυτές πιθανόν να είναι και η στροφή, από το [[1850]], στο ιστορικό μυθιστόρημα, καθώς και η μεταγενέστερη απαξίωση σχεδόν του συνόλου της παραγωγής της περιόδου.
===Τα πρώτα μυθιστορήματα: ερωτικές περιπετειώδεις αφηγήσεις===
Το χαρακτηριστικό των πρώτων μυθιστορημάτων που εκδόθηκαν ήταν η κοινή δομή: αφηγούνταν την ιστορία ενός ζευγαριού ερωτευμένων που ο έρωτάς τους αντιμετώπιζε εμπόδια που δεν τους επέτρεπαν να είναι μαζί. Ως προς την μορφή όμως και την ανάπτυξη του θέματος τα έργα παρουσιάζουν ποικιλία: το πρώτο νεοελληνικό μυθιστόρημα, ο ''Λέανδρος'' του [[Παναγιώτης Σούτσος|Παναγιώτη Σούτσου]], είναι επιστολικό μυθιστόρημα που ακολουθεί ξένα πρότυπα όπως το ''Die Leiden des jungen Werthers'' toy Γκαίτε και έχει τυπικά [[ρομαντισμός|ρομαντικά]] μοτίβα, όπως το μοτίβο της περιπλάνησης, την υπερβολική έκφραση συναισθημάτων, τον θάνατο από θλίψη και την αυτοκτονία. Τα ίδια μοτίβα απαντώνται και σε ένα άλλο επιστολικό μυθιστόρημα που ακολουθεί την ίδια δομή, τον ''Θέρσανδρο'' του Επαμεινώνδα Φραγκούδη, αλλά και στο μυθιστόρημα ''Ο εξόριστος του 1831'' του αδερφού του [[Παναγιώτης Σούτσος|Παναγιώτη]], [[Αλέξανδρος Σούτσος|Αλέξανδρου Σούτσου]], με την διαφορά ότι ο ''Εξόριστος'' δεν έχει επιστολική μορφή και σ' αυτόν η πλοκή είναι το όχημα για να παρουσιαστούν οι αντιπολιτευτικές ιδέες του συγγραφέα. Σε άλλα έργα όμως επιλέγεται το αίσιο τέλος, όπως στην δημοφιλέστατη τότε ''Ορφανή της Χίου'' του Ιάκωβου Πιτσιπιού, η οποία, σύμφωνα με τις δηλώσεις και τις προθέσεις του συγγραφέα, ακολουθεί τις συμβάσεις του περιπετειώδους αρχαιοελληνικού μυθιστορήματος. Ένα ρομαντικό έργο που ξεχωρίζει είναι ο ''Ζωγράφος'', του Γρηγόριου Παλαιολόγου, που βασίζεται μεν σε μία ερωτική ιστορία, αλλά ασκεί με χιούμορ καυστική κριτική στην πολιτική και κοινωνική ζωή και τις συνήθειες των αθηναίων της εποχής (της [[δεκαετία 1830|δεκαετίας του 1830]]).
Μετά το [[1850]] παρατηρείται η τάση της παραγωγής [[ιστορικό μυθιστόρημα|ιστορικών μυθιστορημάτων]]. Το πρώτο έργο αυτής της ομάδας είναι ο ''Αυθέντης του Μορέως'' ([[1850]]), του [[Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής|Α. Ρ. Ραγκαβή]], που αφηγείται μια ιστορία από τα χρόνια της [[Φραγκοκρατία|Φραγκοκρατίας]] στην [[Πελοπόννησος|Πελοπόννησο]], βασισμένη στο ''[[Χρονικόν του Μορέως]]''. Η εποχή της βενετοκρατίας στην [[Κρήτη]] ενέπνευσε τον [[Σπυρίδων Ζαμπέλιος|Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο]] στο δικό του ιστορικό μυθιστόρημα, τους ''Κρητικούς γάμους'' ([[1871]]), ενώ στον [[17ος αιώνας|17ο αιώνα]], αλλά στην τουρκοκρατούμενη [[Αθήνα]], τοποθετείται το μυθιστόρημα ''Βασιλική, σουλτάνα η Αθηναία'' ([[1878]]), του Νικολάου Μακρή. Στα δύο αυτά μυθιστορήματα το ιστορικό στοιχείο υπερτερεί έναντι της μυθιστορηματικής πλοκής και του μύθου, και από αυτήν την άποψη θεωρούνται αποτυχημένα. Αντιθέτως, περισσότερο ισορροπημένη ανάπτυξη παρουσιάζουν τα εμπνευσμένα από την [[Τουρκοκρατία]] και την [[Επανάσταση του 1821]] μυθιστορήματα ''Η ηρωίς της Ελληνικής Επαναστάσεως'' ([[1861]]) του Στέφανου Ξένου και ''Κατσαντώνης'' και ''Αι τελευταίαι ημέραι του Αλή πασά'' ([[1862]]) του Κωνσταντίνου Ράμφου, που έγιναν πολύ δημοφιλή αναγνώσματα.
===Μυθιστορήματα με ιδιαίτερο χαρακτήρα===
Από το σύνολο των μυθιστορημάτων της περιόδου ξεχωρίζουν τα έργα ''Ο Πολυπαθής'' ([[1839]]) του Γρηγορίου Παλαιολόγου, ''Ο Πίθηκος Ξουθ'' ([[1849]]) του Ιάκωβου Πιτσιπιου, ο ''Θάνος Βλέκας'' ([[1855]]) του [[Παύλος Καλλιγάς|Παύλου Καλλιγά]], η ''[[Πάπισσα Ιωάννα (μυθιστόρημα)|Πάπισσα Ιωάννα]]'' ([[1866]]) του [[Εμμανουήλ Ροΐδης|Ροΐδη]], η ''Στρατιωτική Ζωή εν Ελλάδι'' ([[1870]]) του Χαρίλαου Δημόπουλου και ο ''Λουκής Λάρας'' ([[1871]]) του [[Δημήτριος Βικέλας|Δ. Βικέλα]].
 
Ο '''''Πολυπαθής''''' έχει μία ιδιαίτερη θέση γιατί ακολουθεί ένα διαφορετικό λογοτεχνικό πρότυπο, το [[πικαρικό μυθιστόρημα]]. Ο κεντρικός ήρωάς του, Αλέξανδρος Φαβίνης, αφηγείται την περιπετειώδη ζωή του και τα ταξίδια του σε πολλές χώρες της [[Ευρώπη|Ευρώπης]] και της [[Ασία|Ασίας]] και εξιστορεί με κωμικό και συχνά ειρωνικό τρόπο όχι μόνο τα παθήματά του, αλλά και τα ήθη των λαών και των ανθρώπων που γνώρισε. Το έργο αντιμετωπίστηκε με αυστηρή κριτική γιατί θεωρήθηκε ότι προέβαλλε αρνητικά πρότυπα που μπορεί να διαφθείρουν τα ήθη και εθεωρείτο χαμένο μέχρι την σχετικά πρόσφατη ανακάλυψη και επανέκδοσή του το 1989.
Κωμικό και σατιρικό περιεχόμενο, καθώς και κάποια [[πικαρικό μυθιστόρημα|πικαρικά στοιχεία]] έχει και ο ημιτελής '''''Πίθηκος Ξουθ''''', το δεύτερο έργο του Ιάκωβου Πιτσιπιού, που είναι ωστόσο τελείως διαφορετικό από την ''Ορφανή της Χίου''. Ο συγγραφέας ασκεί κριτική στην ζωή των Ελλήνων αστών μέσω του πιθήκου πρωταγωνιστή, ο οποίος αποδεικνύεται ότι είναι ο διάσημος περιηγητής Μπαρτόλντι που έζησε για πολλά χρόνια μακριά από τους ανθρώπους και απέκτησε χαρακτηριστικά πιθήκου.
 
Ο '''''Θάνος Βλέκας''''' είναι ένα από τα λίγα έργα της περιόδου που δεν περιέπεσαν στην αφάνεια και δεν καταδικάστηκαν από την σύγχρονη και μεταγενέστερη κριτική, εξαιτίας της ξεχωριστής θεματολογίας του. Είναι ένα από τα πρώτα έργα που άντλησαν την έμπνευσή τους από την καθημερινή ζωή των αγροτών στην ύπαιθρο και γι' αυτό θεωρήθηκε πρόδρομος της [[ηθογραφίαςηθογραφία]]ς και των πεζογραφικών τάσεων που επικράτησαν την επόμενη περίοδο, της [[Ελληνική πεζογραφία 1880-1930|γενιάς του 1880]]. Αφηγείται την ιστορία ενός αγρότη, του Θάνου Βλέκα, και εστιάζει στο πρόβλημα της ληστείας που ταλαιπωρούσε την ελληνική κοινωνία κατά τα μετεπαναστατικά χρόνια. Ο συγγραφέας του, [[Παύλος Καλλιγάς]], ήταν διακεκριμένος νομικός και καθηγητής του [[Πανεπιστήμιο Αθηνών|Πανεπιστημίου Αθηνών]].
 
Η [[Πάπισσα Ιωάννα (μυθιστόρημα)|''Πάπισσα Ιωάννα'']] είναι το πιο γνωστό ίσως έργο της περιόδου, που ξεχωρίζει όχι μόνο και για την τολμηρή επιλογή να αφηγηθεί τον μεσαιωνικό θρύλο για την [[Πάπισσα Ιωάννα]], μια γυναίκα που λέγεται ότι ανέβηκε στον παπικό θρόνο μεταμφιεσμένη σε άντρα , αλλά και για την λογοτεχνική ποιότητα που οφείλεται στο ιδιαίτερο [[Εμμανουήλ Ροΐδης#Το ύφος του συγγραφέα|ύφος]] του [[Εμμανουήλ Ροΐδης|Ροΐδη]].
 
Η '''''Στρατιωτική Ζωή εν Ελλάδι''''' είναι ένα μυθιστόρημα που εκδόθηκε ανώνυμα στη Βράιλα της [[Ρουμανία|Ρουμανίας]] το [[1870]]. Αφηγείται τις εντυπώσεις ενός νεαρού από την [[Κωνσταντινούπολη]] που έφτασε στην [[Ελλάδα]] με ενθουσιασμό για να καταταγεί στον ελληνικό στρατό και αποδίδει με ρεαλιστικό τρόπο την σύγχρονη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Το έργο παρέμεινε άγνωστο μέχρι την πρώτη αναφορά του στην ''Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας'' του [[Κ.Θ. Δημαράς|Κ.Θ. Δημαρά]], ο οποίος διατύπωσε και την πρώτη βάσιμη υπόθεση για την ταυτότητα του συγγραφέα, αποδίδοντάς το στον λόγιο Χαρίλαο Δημόπουλο, που ζούσε στην [[Ρουμανία]] και δίδασκε στην Ελληνική Σχολή Αρρένων στην Βραΐλα. Η υπόθεση του Δημαρά έχει επαληθευτεί από τις νεότερες έρευνες.
 
==Το διήγημα==
Το διήγημα κατά τη συγκεκριμένη περίοδο καλλιεργήθηκε πολύ λιγότερο από το μυθιστόρημα. Τα πρώτα δείγματα διηγημάτων είναι δύο ανώνυμα που αποδίδονται στον [[Παναγιώτης Σούτσος|Παναγιώτη Σούτσο]], το ''Αναμνήσεις ενός ψιττακού'' και το ημιτελές ''Τρισχιλιόπηχος'', που δημοσιεύθηκαν το 1833 στην εφημερίδα "'Ηλιος", που διεύθυνε ο ίδιος. Διηγήματα είχαν δημοσιευτεί επίσης στο περιοδικό "Ίρις", υπό την διεύθυνση του [[Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής|Α.Ρ.Ραγκαβή]], που δυστυχώς δεν σώζεται. Η πρώτη αυτοτελής έκδοση διηγημάτων έγινε σχετικά νωρίς, το [[1845]], με το διηγήματα του Ιωάννη Δεληγιάννη. Ο πιο παραγωγικός συγγραφέας διηγημάτων ήταν ο [[Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής]], που εξέδωσε τρεις τόμους (1855, 1857, 1859). Τα διηγήματά του όμως δεν διαδραματίζονται στην Ελλάδα και έχουν μικρή σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Πολλά από αυτά είναι διασκευές ή μεταφράσεις ξένων έργων. Άλλοι διηγηματογράφοι της περιόδου είναι οι Κωνσταντίνος Πωπ, Δημήτριος Αινιάν και [[Άγγελος Βλάχος (1838-1920)|Άγγελος Βλάχος]].
==Τα περιοδικά==
Τα μυθιστορήματα και τα διηγήματα της περιόδου δημοσιεύονταν πρώτα σε περιοδικά και αργότερα εκδίδονταν αυτοτελώς. Τα περιοδικά αυτά δεν ήταν λογοτεχνικά με τη σημερινή έννοια του όρου. Ήταν μάλλον περιοδικά εγκυκλοπαιδικά- ποικίλης ύλης που απευθύνονταν σε ευρύ κοινό με στόχο κυρίως να διευρύνουν τις γνώσεις τους. Οι σχετικές με λογοτεχνία ενότητές τους περιελάμβαναν πρωτότυπα ή μεταφρασμένα διηγήματα και μυθιστορήματα και περιηγήσεις.
Κάποια από τα περιοδικά αυτά είναι:
* "''Ευτέρπη"'' (1847-1855)
* "''[[Πανδώρα" (περιοδικό)|Πανδώρα]]'' (1850-1872)
* "''Θελξινόη"'' (Κωνσταντινούπολη 1855-1857)
*"''Αποθήκη των ωφελίμων και τερπνών γνώσεων"'' (Σύρος, 1847-1848, Κων/πολη 1849)
==Βιβλιογραφία==
*Η παλαιότερη πεζογραφία μας, εκδ. Σοκόλη, Εισαγωγικός τόμος και τόμος Γ'
1.179

επεξεργασίες