Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Έντερο»

μ
Διόρθωση συντακτικών λαθών με τη χρήση AWB (10766)
μ (Διόρθωση συντακτικών λαθών με τη χρήση AWB (10766))
{{Πηγές|28|10|2010}}<br>
 
[[Αρχείο:Πεπτικός Σωλήνας.PNG|right|thumb|300px|το Έντερο]]
Το έντερο, στον ανθρώπινο οργανισμό αποτελεί τμήμα του πεπτικού συστήματος, που αρχίζει από το πυλωρό σφιγκτήρα του στομάχου και εκτείνεται μέχρι και τον πρωκτό. Χωρίζεται στο λεπτό έντερο και στο παχύ έντερο.
==To λεπτό έντερο==
Το λεπτό έντερο εκτείνεται από το πυλωρικό στόμιο στην ειλεοτυφλική βαλβίδα, με την οποία εκβάλλει στο παχύ έντερο. Το μήκος του είναι 6-8 μέτρα, η μέτρηση βέβαια αυτή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σε ζώντα οργανισμό καθώς το μήκος του συνεχώς μεταβάλλεται. Ο αυλός του σωλήνα είναι ευρύτερος στην αρχή και στενότερος στον ειλεό. Το λεπτό έντερο επιφανειακά, καλύπτεται από το μείζων επίπλουν το οποίο κρέμεται από το μείζων τόξο του στομάχου. Η αρχική μοίρα του λεπτού εντέρου ονομάζεται δωδεκαδάκτυλο με μήκος 20-25 εκατοστά και το υπόλοιπο τμήμα ονομάζεται ελικώδες έντερο. <ref>Γκουτσοργιάννης Ν, Εμμανουήλ Α. Λεπτό έντερο Γαστρεντερολογία/1. Βήτα ιατρικές εκδόσεις ΕΠΕ 1991. Αθήνα, ISBN: 960-7308-13-1 </ref>
<ref>Καμμάς Α. Μαθήματα Ανατομικής. 2006. Αθήνα </ref>
Το δωδεκαδάκτυλο έχει σχήμα αγκύλης c η οποία παρουσιάζει τέσσερις μοίρες: την άνω, τη κάτω, την οριζόντια και την ανιούσα. Στη δεύτερη μοίρα βρίσκεται το φύμα του Vater, στο οποίο εκβάλλουν ο χοληδόχος πόρος και ο μείζων παγκρεατικός πόρος του Winsurg. Το δωδεκαδάκτυλο αιματώνεται από τις δυο παγκρεατοδωδεκαδακτυλικές αρτηρίες.
Το ελικώδες έντερο το οποίο υποδιαιρείται σε νήστιδα και ειλεό είναι εξαιρετικά ευκίνητο. Σχηματίζει πολυάριθμες εντερικές έλικες όπου κάθε μια παρουσιάζει δύο χείλη: το μεσεντερικό και το ελεύθερο. Το ελικώδες έντερο με τοίχωμα πάχους ενός χιλιοστού, κρέμεται από σημείο του περιτόναιου από το οποίο καλύπτεται σχεδόν ολόκληρο και αιματώνεται από την άνω μεσεντέρια αρτηρία. Ο ειλεός σε σύγκριση με τη νήστιδα είναι στενότερος με πιο λεπτό τοίχωμα, με πιο αχνές και πιο κυκλοτερείς πτυχές, με περισσότερες και μεγαλύτερες πλάκες του Peyer. Το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα μεταξύ νήστιδας και ειλεού είναι η διάταξη των αγγείων μέσα στο υποστηρικτικό μεσεντέριο καθώς στον ειλεό είναι συνθετότερο σε διαπλοκή και αγγειοβριθέστερο.
Η εσωτερική επιφάνεια του λεπτού εντέρου είναι ανώμαλη, πτυχωτή και χνοώδη. Παρουσιάζει κυκλοτερείς πτυχές, τις λάχνες, τα μονήρη λεμφοζίδια και τα αγελαία λεμφοζίδια (πλάκες του Peyer).
Οι κυκλοτερείς πτυχές (βαλβίδες του Kerckring) είναι ημικυκλικές πτυχές που παρουσιάζονται στην εσωτερική επιφάνεια και απαρτίζονται από βλεννογόνο και βλεννογόνια µυϊκή στιβάδα. Η μέγιστη ανάπτυξη τους τη παρατηρείται στο τελικό τμήμα του δωδεκαδακτύλου και στο αρχικό τμήμα της νήστιδας. Στο εσωτερικό τμήμα της πρώτης μοίρας του δωδεκαδακτύλου υπάρχουν αβαθείς επιμήκεις πτυχές και όχι κυκλοτερείς.
Οι λάχνες είναι λεπτότατες προσεκβολές του βλεννογόνου μήκους 1,5 &nbsp;mm περίπου και είναι υπεύθυνες για τη βελούδινη όψη. Ανάλογα με το σχήμα τους καλούνται νηματοειδής, κωνοειδής, θηλοειδής και πεταλοειδής. Στο δωδεκαδάκτυλο είναι υψηλότερες και περισσότερες από τον ειλεό όπου είναι λιγότερο ευθείες.
Τα μονήρη λεμφοζίδια είναι διάσπαρτα σε όλη την έκταση του λεπτού εντέρου.
Τα αγελαία λεμφοζίδια τα οποία σχηματίζονται από συνάθροιση πολλών λεμφοζιδίων, αποτελούν λευκόφαια επάρματα του βλεννογόνου με σχήμα είτε ελλειψοειδές είτε ωοειδές και εντοπίζονται κυρίως στον ειλεό και στο κάτω μέρος της νηστίδας.
Η παρουσία ψευδομεμβρανώδων εξιδρωμάτων πλακών πάνω στην επιφάνεια του βλεννογόνου του λεπτού ή του παχέος ή και των δυο η οποία εμφανίζεται κατά τη διάρκεια ή μετά από τη χορήγηση αντιμικροβιακών φαρμάκων. Τα συμπτώματα που παρουσιάζονται είναι διαρροϊκές κενώσεις με ή χωρίς πρόσμιξη αίματος, κολικοειδή κοιλιακά άλγη, μετεωρισμός, έμετοι και πυρετός. Συνήθως συνυπάρχει λευκοκυττάρωση. Η θεραπεία χωρίζεται στη συμπτωματική με διακοπή του υπεύθυνου αντιβιοτικού, στην αιτιολογική όπου συνίστανται αντιμικροβιακοί παράγοντες όταν τα συμπτώματα είναι σοβαρά ή επιμένουν και στη χειρουργική η οποία επιβάλλεται σε επιπλοκές.
==Το παχύ έντερο==
Το παχύ έντερο αποτελεί το τελευταίο τμήμα του γαστρεντερικού σωλήνα με έκταση μήκους 1,5 μέτρων από την ειλεοτυφλική βαλβίδα μέχρι το πρωκτό. Διακρίνεται στα εξής τμήματα: το τυφλό, το ανιόν κόλον, το δεξιό κόλον το οποίο αποτελείται από τη δεξιά κολική καμπή και το ήμισυ του εγκάρσιου, στο αριστερό κόλον το οποίο σχηματίζεται από το αριστερό ήμισυ του εγκαρσίου, την αριστερή κολική καμπή, το κατιόν και το ορθοσιγμοειδές. Ο αυλός του τυφλού έχει μεγαλύτερη διάμετρο η οποία στενεύει όσο συνεχίζει στο αριστερό κόλον. Το παχύ έντερο εξωτερικά χαρακτηρίζεται από<ref> Παπαχριστοδούλου Α.Ι. Χειρουργική παχέος εντέρου. Βήτα ιατρικές εκδόσεις ΕΠΕ 1995. Αθήνα, ISBN: 960-7308-54-9 </ref>:
Επιμήκεις μυϊκές κολικές: Είναι τρείς, αποτελούν παχύνσεις της επιμήκους μυϊκής στοιβάδας και αρχίζουν από τη βάση της σκωληκοειδής απόφυσης, συνεχίζουν στο σιγμοειδές όπου ελαττώνονται σε δυο, ενώ στο ορθό εξαφανίζονται.
* Αντικείμενο λίστας με τελείες
Οφείλεται σε βλάβη οποιουδήποτε οργάνου ή συστήματος που συμβάλλει στη καλή λειτουργία της αφόδευσης. Η θεραπεία αφορά διάφορες ασκήσεις, τον προγραμματισμό των κενώσεων, την αποφυγή λήψης καθαρκτικών, την υγιεινοδιαιτητική αγωγή καθώς επίσης και τη χειρουργική μέθοδο.
*Κοπρόσταση
Χαρακτηρίζεται από πλήρωση του ορθού με άφθονα και σκληρά κόπρανα που συγκεντρώθηκαν από πολλές ημέρες ή εβδομάδες, τα οποία ο ασθενής αδυνατεί να αποβάλλει. Κατά τη κοπρόσταση εμφανίζονται συμπτώματα ψευδοδιαρροϊκών κενώσεων, εκκρίσεις με βλέννα και ακράτεια, ενώ η θεραπεία αφορά την αφαίρεση των κοπράνων από το δακτύλιο με τη βοήθεια επανειλημμένων υποκλυσμών και τη ρύθμιση των κενώσεων του ασθενούς με καθαρκτικά.
 
==Εξωτερικοί σύνδεσμοι==
{{βικιλεξικό}}
 
[[Κατηγορία:Πεπτικό σύστημα|Εντερο]]
16.024

επεξεργασίες