Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Χρένο»

113 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 4 έτη
μ
καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ
μ
 
==Καλλιέργεια==
[[Αρχείο:Fresh Ground Horseradish.jpg|left|200px|Σάλτσα χρένου σε βάζο.]]
Το χρένο είναι ένα πολυετές φυτό στις ζώνες ανθεκτικότητας 2-9 και μπορεί να καλλιεργηθεί ως ετήσιο φυτό στις άλλες ζώνες, αν και δεν έχει την ίδια επιτυχία όπως στις ζώνες με τόσο μεγάλη καλλιεργητική περίοδο και χειμερινές θερμοκρασίες αρκετά κρύες ώστε να εξασφαλίζουν τον λήθαργο του φυτού. Μετά τον πρώτο φθινοπωρινό παγετό που σκοτώνει τα φύλλα, η ρίζα σκάπτεται και διαιρείται. Η κύρια ρίζα συλλέγεται και ένα ή περισσότερα μεγάλα παρακλάδια της κύριας ρίζας μεταφυτεύονται να παράξουν τη συγκομιδή του επόμενου έτους. Το χρένο που μένει στον κήπο ανενόχλητο, εξαπλώνεται δια των βλαστών του υπογείως και μπορεί να γίνει είδος εισβολέας. Οι άνω του εδάφους, εναπομείνασες παλαιές ρίζες, γίνονται ξυλώδεις και δεν είναι πλέον χρήσιμες μετά στην μαγειρική, αν και τα παλαιότερα φυτά δύνανται να σκαφθούν ώστε επαναδιαιρούμενα να ξεκινήσουν νέα φυτά.<ref name="motherearthnews.com" /><ref>{{cite web |url=http://horseradishplants.com/cgi-bin/store/grow.html |title= How To Grow Horseradish|accessdate=2007-07-01 |work= }}</ref> Τα φύλλα στην αρχή της εποχής τους, μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικά, ασύμμετρα αιχμηρά, πριν αρχίσουν να αναπτύσσονται τα ώριμα, τυπικά, επίπεδα, πλατιά φύλλα.
 
Στην Κεντρική και [[Ανατολική Ευρώπη]] το χρένο ονομάζεται ''khren'' (σε διάφορες ορθογραφίες, όπως ''kren'') σε πολλές σλαβικές γλώσσες, στην [[Αυστρία]], σε ορισμένα μέρη της Γερμανίας (όπου το άλλο γερμανικό όνομα ''Meerrettich'' δεν χρησιμοποιείται), στη Βορειοανατολική [[Ιταλία]] και στα [[Γίντις]] (כריין μεταγλωττισμένο ως ''khren'').
 
Υπάρχουν δύο ποικιλίες του ''khreyn''. Το "κόκκινο" ''khreyn'' αναμιγνύεται με το κόκκινο τεύτλο (παντζάρι) και το "λευκό" ''khreyn'' δεν περιέχει τεύτλο. Είναι δημοφιλές στην [[Ουκρανία]] (κάτω από το όνομα του ''хрін'', ''khrin'', στην Πολωνία (κάτω από το όνομα του ''chrzan''), στη [[Λιθουανία]] ''krienai'' στην Τσεχική Δημοκρατία ''křen'', στη Ρωσία ''хрен'', ''khren'', στην Ουγγαρία ''torma'', στη Ρουμανία ''hrean'', στη Λιθουανία ''krienai'', στη Βουλγαρία ''хрян'', ''khryan'' και στη [[Σλοβακία]] (με το όνομα του ''chren''). Έχοντας το αυτό στο τραπέζι, είναι μέρος της παράδοσης του Χριστιανικού Πάσχα και του Εβραϊκού Πάσχα, στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη.
 
* Σε ορισμένα μέρη της νότιας Γερμανίας, όπως στη [[Φρανκονία]] ''(Franconia)'', Το ''"Kren"'' είναι ένα βασικό συστατικό του παραδοσιακού γαμήλιο δείπνου. Σερβίρεται με μαγειρεμένο βοδινό και ένα βούτηγμα ''(dip)'' που γίνεται από το ''lingonberry'' (είδος μούρου) για να ισορροπήσει την ελαφρά καψάδα του ''Kren''.
* Στην [[Πολωνία]], μια ποικιλία από κόκκινα τεύτλα ονομάζεται ''ćwikła z chrzanem'' ή απλά ''ćwikła''.
* Στην Ευρωπαϊκή Εβραϊκή μαγειρική των [[Ασκενάζι]], το χρένο των τεύτλων συνήθως σερβίρεται με ψάρι ''gefilte''.
* Στη [[Τρανσυλβανία]], τα κόκκινα παντζάρια με χρένο χρησιμοποιούνται επίσης ως μια σαλάτα που σερβίρεται το Πάσχα με πιάτα αρνιού που ονομάζονται ''"cu sfecla hrean"'' και σε άλλες περιοχές της [[Ρουμανία]]ς.
* Στη [[Σερβία]], Το ρεν ''(ren)'' είναι ένα ουσιώδες καρύκευμα με το μαγειρεμένο κρέας και το φρέσκο ​​ψητό γουρουνόπουλο.
* Στην [[Κροατία]], το τριμμένο χρένο (Κροατικά: ''Hren'') συχνά τρώγεται με βραστό ζαμπόν ή βοδινό .
* Στη [[Σλοβενία]], καθώς και στις παρακείμενες ιταλικές περιοχές της ''Friuli Venezia Giulia'' και στην κοντινή ιταλική περιφέρεια του [[Βένετο]], το χρένο (συχνά τριμμένο και αναμεμειγμένο με ξινή κρέμα γάλακτος, ξύδι, βραστά αυγά ή μήλα), είναι επίσης ένα παραδοσιακό Πασχαλινό πιάτο.
* Δυτικότερα στις ιταλικές περιοχές της [[Λομβαρδία]]ς, [[Εμίλια-Ρομάνια]] και [[Πιεμόντε]], το χρένο ονομάζεται ''"barbaforte"'' ("δυνατή γενειάδα") και είναι ένα παραδοσιακό συνοδευτικό για το ''bollito misto'' (φαγητό κατσαρόλας της Βορ.Ιταλίας) ενώ στις βόρειο-ανατολικές περιοχές όπως Trentino-Alto Adige/Άντιτζε, Βένετο και Φριούλι Βενέτσια Τζούλια , εξακολουθεί να ονομάζεται ''"kren"'' ή ''"cren"''. Στη νότια περιοχή της ''Basilicata'' είναι γνωστό ως ''"rafano"'' και χρησιμοποιείται για την παρασκευή του λεγόμενου ''"rafanata"'', ένα κύριο πιάτο από χρένο, αυγά, τυρί και λουκάνικα.<ref>{{cite book |last= Zanini De Vita|first= Oretta |date= 2009|title= Encyclopedia of Pasta|url= http://books.google.it/books?id=D5nXAbSifIgC&pg=PA370&dq=rafanata+horseradish&hl=it&sa=X&ei=_0ypU5uxIeLQ7AbX6YGIBA&ved=0CB8Q6AEwAA#v=onepage&q=rafanata%20horseradish&f=false|location= |publisher= University of California Press|page= 122|isbn=978-0-520-25522-7|accessdate= 24 June 2014}}</ref>
* Το χρένο χρησιμοποιείται επίσης ως κύριο συστατικό στις σούπες. Στην πολωνική περιοχή της [[Σιλεσία]]ς, η σούπα από χρένο είναι ένα συνηθισμένο Πασχαλινό πιάτο.<ref>{{cite web|url=http://culture.polishsite.us/articles/art83.html |title=Horseradish Soup Recipe Updated with Photographs – Polish Easter Food |publisher=Culture.polishsite.us |accessdate=2012-07-08}}</ref>
 
 
==Θρεπτικές και βιοϊατρικές χρήσεις==
Οι ενώσεις που έχουν βρεθεί στο χρένο, έχουν μελετηθεί ευρέως για μια πληθώρα από οφέλη στην υγεία.<ref name=JFP_Lin_2000>{{Cite journal| last1 = Lin | first1 = C. M.| last2 = Preston | first2 = J.F. <!-- actually James F. Preston the 3rd -->| last3 = Wei| first3 = C. I.| title = Antibacterial mechanism of allyl isothiocyanate| journal = Journal of Food Protection| volume = 63| issue = 6| pages = 727–734|date=June 2000| pmid = 10852565}}</ref><ref>Albrecht U., Goos K.-H., Schneider B."A randomised, double-blind, placebo-controlled trial of a herbal medicinal product containing Tropaeoli majoris herba (Nasturtium) and Armoraciae rusticanae radix (Horseradish) for the prophylactic treatment of patients with chronically recurrent lower urinary tract infections." ''Current Medical Research and Opinion.'' 23 (10) (pp 2415-2422), 2007.</ref> Το χρένο περιέχει πτητικά έλαια, ιδίως έλαιο μουστάρδας[[μουστάρδα]]ς, το οποίο έχει αντιβακτηριακές ιδιότητες, λόγω της παρουσίας του ισοθειοκυανικού αλλυλίου.<ref name=Cole>Rosemary A. Cole "Isothiocyanates, nitriles and thiocyanates as products of autolysis of glucosinolates in ''Cruciferae''" Phytochemutry, 1976. Vol. 15, pp. 759-762. {{DOI|10.1016/S0031-9422(00)94437-6}}</ref> <ref>Rinzler, Carol Ann: "Book of Herbs and Spices", Wordsworth Editions, Ware, England, 1997 (pages 82–83), ISBN 1-85326-390-7</ref>
Φρέσκο, το φυτό περιέχει επίσης κατά μέσο όρο 79,31 χλστγρ βιταμίνης C ανά 100 g ακατέργαστου χρένου.<ref>Rinzler, Carol Ann: "Book of Herbs and Spices", Wordsworth Editions, Ware, England, 1997 (pages 82–83), ISBN 1-85326-390-7</ref>
 
21.603

επεξεργασίες