Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Γκρέτσια Σαλεντίνα»

Η Ελληνική παρουσία στην Ιταλική χερσόνησο ανάγεται στον 16ο αιώνα π.Χ. με τους Μυκηναίους ναυτικούς, οι οποίοι προερχόμενοι από την Ελληνική χερσόνησο, ξεκίνησαν μία περίοδο επαφών μακράς διαρκείας με τους κατοίκους της Δυτικής Μεσογείου.
 
Στο Σαλέντο (Νότια Απουλία), μερικές παραθαλάσσιες κοινότητες, οι οποίες ιδρύθηκαν ανάμεσα στα μέσα του 15ου και στις αρχές του 14ου αιώνα π.Χ., είχαν οχυρωματικά τείχη και μια διάρκεια εκατοντάδων χρόνων, φτάνοντας μέχρι την εποχή του σιδήρου. Σ’ αυτές τις κοινότητες, η σαφέστερη αρχαιολογική απόδειξη των επαφών με τον πολιτισμό του Αιγαίου, προκύπτει από άπειρα κεραμικά θραύσματα που έχουν βρεθεί στην περιοχή, ένα μεγάλο μέρος των οποίων προέρχεται από την Ελλάδα και ένα άλλο, κατασκευασμένο από τους αυτόχθονες το οποίο αποτελεί απομίμηση των ελληνικών προτύπων.
 
Σ’ αυτές τις κοινότητες, η σαφέστερη αρχαιολογική απόδειξη των επαφών με τον πολιτισμό του Αιγαίου, προκύπτει από άπειρα κεραμικά θραύσματα που έχουν βρεθεί στην περιοχή, ένα μεγάλο μέρος των οποίων προέρχεται από την Ελλάδα και ένα άλλο, κατασκευασμένο από τους αυτόχθονες το οποίο αποτελεί απομίμηση των ελληνικών προτύπων.
 
Στα τέλη του 11ου αιώνα π.Χ. με την παρακμή του Μυκηναϊκού πολιτισμού φαίνεται να διακόπτονται οι σχέσεις με τον ελληνικό κόσμο για όλον τον 10ο και για ένα μεγάλο μέρος του 9ου αιώνα π.Χ.
 
Τα ευρήματα του τέλους του 9ου αιώνα, των αρχαιολογικών ανασκαφών σε διάφορες περιοχές της Νότιας Aπουλίας και ειδικά στον Υδρούντα, μας αποδεικνύουν τις νέες επαφές με τον ελλαδικό χώρο, αρκετές δεκαετίες πριν από την ίδρυση των αποικιών στην Μεγάλη Ελλάδα και σχετίζονται με την εγκατάσταση Ελλήνων στον κόλπο των αυτοχθόνων κοινοτήτων. Σύμφωνα με τις αρχαίες λογοτεχνικές παραδόσεις, η παρουσία των Ελλήνων στην Γη του Υδρούντα, ανάγεται σε εποχές που ταυτίζονται με την καταγωγή των κατοίκων του αρχαίου Σαλέντο. Κατά την παράδοση, έχουν φθάσει από το Αιγαίο και την Bαλκανική χερσόνησο υπό την ηγεσία ηρώων, αρχηγών και επωνύμων μυθικής προελεύσεως όπως ο Αρκάδας Πευκέτιος, ο Αθηναίος Θησέας, ο Κρήτας Ιαπυγάς, γιός του Δαιδάλου, ο Άργειος Διομήδης με ένα πλήθος Αιτωλών, ο Βοιωτός Μεσσάπιος και ο Κρήτης Ιδομενέας.
 
Οι πηγές, φέρνουν στο φως και άλλα στοιχεία της παρουσίας των Ελλήνων και του Ελληνικού πολιτισμού στο Σαλέντο. Είναι εξόριστοι (από τον Τάραντα), οι λαμπροί φιλοξενούμενοι, όπως οι Αθηναίοι στρατηγοί Δημοσθένης και Ευρυμέδοντας το 413 π.Χ., στην αυλή του Μεσσαπίου δυνάστη Άρτα.
Σύμφωνα με τις αρχαίες λογοτεχνικές παραδόσεις, η παρουσία των Ελλήνων στην Γη του Υδρούντα, ανάγεται σε εποχές που ταυτίζονται με την καταγωγή των κατοίκων του αρχαίου Σαλέντο.
 
Κατά την παράδοση, έχουν φθάσει από το Αιγαίο και την Bαλκανική χερσόνησο υπό την ηγεσία ηρώων, αρχηγών και επωνύμων μυθικής προελεύσεως όπως ο Αρκάδας Πευκέτιος, ο Αθηναίος Θησέας, ο Κρήτας Ιαπυγάς, γιός του Δαιδάλου, ο Άργειος Διομήδης με ένα πλήθος Αιτωλών, ο Βοιωτός Μεσσάπιος και ο Κρήτης Ιδομενέας.
 
Οι πηγές, φέρνουν στο φως και άλλα στοιχεία της παρουσίας των Ελλήνων και του Ελληνικού
πολιτισμού στο Σαλέντο.
 
Είναι εξόριστοι (από τον Τάραντα), οι λαμπροί φιλοξενούμενοι, όπως οι Αθηναίοι στρατηγοί Δημοσθένης και Ευρυμέδοντας το 413 π.Χ., στην αυλή του Μεσσαπίου δυνάστη Άρτα.
 
Στην Νότια Απουλία, στο σημερινό Σαλέντο, έχουμε δύο Ελληνικές εμπορικές βάσεις, τον Υδρούντα και την Καλλίπολη. Κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. τα Eλληνικά ευρήματα σ’ αυτήν την περιοχή είναι πολύ σημαντικά. Βρίσκουμε και αγγεία με επιγραφές Eλληνικών ονομάτων.
 
Η επιρροή των Ελλήνων είναι ισχυρή σε διαφόρους τομείς όπως η υιοθέτηση του νομίσματος, η απεικόνιση των θεοτήτων με ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά και το σπουδαιότερο από όλα, η υιοθέτηση της γραφής. Η γραφή της γλώσσας των Μεσσαπίων, των κατοίκων της περιοχής, είναι Ελληνική Γραμμική Β αλλά η γλώσσα είναι διαφορετική. Η ελληνική επίδραση συνεχίζεται και κατά την Ελληνιστική περίοδο, με την καλλιτεχνική κοινή γλώσσα που συνδέει την Απουλία με την Ήπειρο και την Μακεδονία, όπως έχει εξακριβωθεί ιδιαιτέρως σε ταφικούς χώρους, στους τομείς της αρχιτεκτονικής, της ζωγραφικής και της γλυπτικής. Οι Μεσσαπικοί υπόγειοι τάφοι της Εγνατίας, του Λέτσε (ο τάφος Παλμιέρι), του Ρούντιε και του Βάστε (ο τάφος των Καρυάτιδων), παρουσιάζουν πολλά κοινά με τους Μακεδονικούς Βασιλικούς Τάφους.
 
Η ελληνική επίδραση συνεχίζεται και κατά την Ελληνιστική περίοδο, με την καλλιτεχνική κοινή γλώσσα που συνδέει την Απουλία με την Ήπειρο και την Μακεδονία, όπως έχει εξακριβωθεί ιδιαιτέρως σε ταφικούς χώρους, στους τομείς της αρχιτεκτονικής, της ζωγραφικής και της γλυπτικής. Οι Μεσσαπικοί υπόγειοι τάφοι της Εγνατίας, του Λέτσε (ο τάφος Παλμιέρι), του Ρούντιε και του Βάστε (ο τάφος των Καρυάτιδων), παρουσιάζουν πολλά κοινά με τους Μακεδονικούς Βασιλικούς Τάφους.
 
Καθ’όλην την περίοδο της Ρωμαϊκής κατακτήσεως της Γης του Υδρούντα οι επαφές με την Ελλάδα αλλά και την τότε Ρωμαϊκή αλλά ελληνόφωνη Μικρά Ασία ήταν πολύ στενές. Στον τομέα των επιγραφών υπάρχει μία σημαντική ένδειξη της παρουσίας Ελληνικών ονομάτων σε φούρνους κεραμικών στο Ugento, όπου βρίσκουμε τα ονόματα Έρως και Αριστείδης. Στο φούρνο του Felline βρίσκουμε το όνoμα Ζώσιμος. Πάντα στην ίδια περιοχή έχουμε το όνομα του ιδιοκτήτη ενός φούρνου, Άλλιος Διονύσιος και ενός δούλου, του Νικηφόρου. Ένας άλλος φούρνος βρισκόταν στο San Cataldo, λίγα χιλιόμετρα έξω από το Λέτσε. Αγνοούμε το όνομα του ιδιοκτήτη αλλά έχουμε τα ονόματα των εργατών: Δημήτριος, Λυκαών και Διοκλής. Αυτά τα ονόματα τα βρίσκουμε και σε σφραγίδες αμφορέων της ίδιας περιόδου στο Brindisi. Έχουν βρεθεί γενικά 68 Ελληνικά ονόματα αυτής της περιόδου στην περιοχή. Στον Υδρούντα έχει βρεθεί και μία επιτύμβια επιγραφή η οποία αναφέρεται στην νεαρή Γλύκα. Έχουμε και άλλες επιγραφές από την Λεύκα και το Torre dell’Orso.
75.745

επεξεργασίες