Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Κοκκοθραύστης»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
| subdivision = ''Coccothraustes coccothraustes buvryi''<br />''Coccothraustes coccothraustes coccothraustes''<br />''Coccothraustes coccothraustes humii''<br />''Coccothraustes coccothraustes japonicus''<br />''Coccothraustes coccothraustes nigricans''<br />''Coccothraustes coccothraustes schulpini''
}}
Ο '''Κοκκοθραύστης''' είναι [[στρουθιόμορφο]] πτηνό της [[οικογένεια|οικογενείας]] των [[σπιζίδες|Σπιζιδών]], που απαντάταιαπαντά και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του [[είδος|είδους]] είναι ''Coccothraustes coccothraustes'' και περιλαμβάνει 6 [[υποείδος|υποείδη]].<ref name="Howard and Moore, p. 757">Howard and Moore, p. 757</ref>
 
Στην Ελλάδα απαντάταιαπαντά κυρίως το [[υποείδος]] ''Coccothraustes coccothraustes coccothraustes'' (Linnaeus, 1758),<ref name="Howard and Moore, p. 757"/> αλλά υπάρχει υβριδισμός και με το ''Coccothraustes coccothraustes nigricans'' (Buturlin, 1908).<ref name="ibc.lynxeds.com">http://ibc.lynxeds.com/species/hawfinch-coccothraustes-coccothraustes</ref>
 
Ο κοκκοθραύστης είναι το εντυπωσιακότερο και ογκωδέστερο από τα στρουθιόμορφα που, στην Ελλάδα, αποκαλούνται με τη γενικότερη ονομασία ''σπίζες''.<ref>ΠΛΜ 61, 202</ref>
==Γεωγραφική κατανομή==
[[Αρχείο:Rangemap-grosbec.png|thumb|right|300px|Χάρτης εξάπλωσης του είδους ''Coccothraustes coccothraustes'' (Πράσινο = Όλο το έτος (επιδημητικό), Κίτρινο = Καλοκαιρινός αναπαραγόμενος επισκέπτης, Μπλε = Περιοχές διαχείμασης)]]
Ο κοκκοθραύστης είναι είδος του [[Παλαιός Κόσμος|Παλαιού Κόσμου]], με τους περισσότερους πληθυσμούς να ζουν μόνιμα ή/και να αναπαράγονται στην Ευρασία και σε κάποια μικρά τμήματα στη ΒΔ. Αφρική. Ωστόσο, είναι κοινό είδος ''μόνον τοπικά'' (''localy common''), που σημαίνει ότι είναι αρκετά δύσκολο να παρατηρηθεί. Η εξάπλωσή του στην Ευρώπη περιλαμβάνει όλο το κεντρικό και νότιο τμήμα της ηπείρου, ενώ προς βορράν δεν απαντάταιαπαντά από το βόρειο/βορειοκεντρικό Ηνωμένο Βασίλειο και βορειότερα, καθώς και στο μεγαλύτερο μέρος της Σκανδιναβίας και της Β. Ρωσίας.
 
Στην Ασία η εξάπλωσή του φθάνει μέχρι την Άπω Ανατολή, συμπεριλαμβανομένης της Β. Ιαπωνίας, αλλά η ζώνη εξάπλωσης είναι αρκετά στενή, περιοριζομένη εντός της Σιβηρίας, κατά το μεγαλύτερο μήκος της. Στο ανατολικό άκρο αυτής της ζώνης, τα νότια όρια μπορεί να φθάνουν μέχρι τη χερσόνησο της Κορέας (κύρια περιοχή διαχείμασης των ανατολικών πληθυσμών), ενώ υπάρχουν διάσπαρτοι θύλακες στον Καύκασο, το Β. Ιράν, το Αφγανιστάν και τη Ν. Κίνα.
Στην Αφρική, τέλος, το είδος περιορίζεται στο βορειοδυτικό τμήμα της ηπείρου (Μαρόκο, Τυνησία και Αλγερία).
 
Οι κύριες περιοχές διαχείμασης βρίσκονται στα νότια των περιοχών αναπαραγωγής, ανάλογα με το εκάστοτε [[γεωγραφικό μήκος]]. Στην Ευρώπη, πολλοί πληθυσμοί διαχειμάζουν στην Ιβηρική Χερσόνησο και, ανατολικότερα, στη Μικρά Ασία.<ref name="maps.iucnredlist.org">http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22720681</ref>
{| class="wikitable"
|-
(σημ. με έντονα γράμματα τα [[υποείδος|υποείδη]] που απαντώνται στον ελλαδικό χώρο)
==Μεταναστευτική συμπεριφορά==
Όπως φαίνεται στον πίνακα κατανομής υποειδών, ο κοκκοθραύστης στην Κ. Ευρώπη είναι [[μετανάστευση πτηνών|καθιστικό]] πουλίπτηνό, ενώ οι βόρειοι και ανατολικοί ευρωπαϊκοί πληθυσμοί είναι [[μετανάστευση πτηνών|μερικώς αποδημητικοί]], οδεύοντας προς νότο. Η μετανάστευση γίνεται κατά σμήνη, αρχίζει σταδιακά από τον Ιούλιο και κορυφώνεται τον Σεπτέμβριο, ενώ το ταξίδι πραγματοποιείται τόσο την ημέρα όσο και το σούρουπο. Η επιστροφή στα εδάφη αναπαραγωγής πραγματοποιείται ανά μικρές ομάδες και διαρκεί από τα μέσα Φεβρουαρίου μέχρι τον Απρίλιο.
 
*Σύμφωνα με την Αμερικανική Ορνιθολογική Ένωση, το είδος έχει παρατηρηθεί αρκετές φορές στην Αλάσκα, γι’ αυτό έχει καταχωρηθεί ως ''Περιστασιακός'' επισκέπτης (''Casual/C'').<ref>The AOU Checklist of North American birds, 7th edition, July 1998</ref>
Εκτός από την [[Αλάσκα]], τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από το [[Γιβραλτάρ]], την [[Ιρλανδία]], τις [[Νήσοι Φερόες|Φερόες]], τή [[Συρία]], και τη [[Σαουδική Αραβία]].<ref name="maps.iucnredlist.org"/>
 
Στην [[Ελλάδα]], ο κοκκοθραύστης απαντάταιαπαντά όλο το έτος κυρίως στη βόρεια και κεντρική χώρα, αλλά, σε μεγαλύτερους πληθυσμούς και σε όλη την επικράτεια βρίσκεται κυρίως κατά τη διάρκεια του χειμώνα.<ref name="maps.iucnredlist.org"/><ref>Κόκκινο Βιβλίο, σ. 162</ref> Αναφέρεται και από την [[Κρήτη]],<ref name="Σφήκας, σ. 76">Σφήκας, σ. 76</ref> αλλά η εκεί παρουσία του αμφισβητείται.<ref name="Όντρια Ι, σ. 160">Όντρια (Ι), σ. 160</ref> Επίσης, απαντάται ως χειμερινός επισκέπτης στην [[Κύπρος|Κύπρο]].<ref>Σφήκας, σ. 96</ref><ref>Mullarney et al, p. 76</ref>
==Βιότοπος==
===Αναπαραγωγική περίοδος===
 
Οι αναπαραγωγικές προϋποθέσεις περιλαμβάνουν διαθεσιμότητα σπόρων και εντόμων (κάμπιες), καθώς και κατάλληλους χώρους φωλιάσματος. Στην Κ. Ευρώπη, βέλτιστα είναι τα χωριά με γεωργική παραγωγή, προαστιακές περιοχές με κήπους που καλλιεργούνται λίγο, ακόμη και πόλεις με διάσπαρτα άλση και πάρκα, αιωνόβια δέντρα, περιβόλια και οπωρώνες. Από το 1970, μια αυξανόμενη τάση αστικοποίησης καθορίζεται από τις θέσεις σίτισης, κατά τη διάρκεια του χειμώνα (ταΐστρες).<ref name="Krüger"/>
Γενικά, το [[είδος]] μετακινείται εντός μέσου εύρους υψομέτρων, από τα 300 έως τα 700 μ., με τον υψηλότερο αναπαραγωγικό πληθυσμό, να φθάνει στα 1000 μέτρα. Στην Ελβετία, π.χ., φωλιάζει σποραδικά μέχρι το ανώτατο όριο του δάσους με σκληρό ξύλο, στα 1300 μ. περίπου. Έχει παρατηρηθεί, περιστασιακά, στις Άλπεις να βρίσκεται στην αλπική ζώνη, στα 2400 μ., στην περιοχή Άλετς (Aletsch), αλλά και κατά μήκος των μεγάλων κοιλάδων.<ref name="Krüger"/>
===Μη αναπαραγωγική περίοδος===
Τα προτιμώμενα ενδιαιτήματα κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου και του χειμώνα, εξαρτώνται άμεσα από τη διαθεσιμότητα τροφής, αλλά προτιμώνται οι οπωρώνες με κερασιές, κορομηλιές και δαμασκηνιές.
Ο κοκκοθραύστης είναι [[είδος (βιολογία)|είδος]] που ξεχωρίζει εύκολα από τις άλλες ευρωπαϊκές σπίζες λόγω του ογκώδους, «στρουμπουλού» παρουσιαστικού του που υπερτονίζεται από το, επίσης, στιβαρό ράμφος. Γενικά, πρόκειται για μεγάλη, όμορφα χρωματισμένη σπίζα που χαρακτηρίζεται από κοντόχοντρο σχήμα, πολύ ισχυρό, στρογγυλεμένο κεφάλι με ισχυρούς αυχενικούς μυς, χονδρό κωνικό ράμφος {{Ref_label|I|ii|none}} και σχετικά κοντή ουρά. Ο γενικότερος χρωματισμός είναι ένας πολύ ελκυστικός συνδυασμός χρωμάτων, στα οποία κυραρχούν το κανελλί/καστανό/μπεζ, με γκρίζο στην περιοχή του λαιμού και το ιριδίζον μπλέ στις πτέρυγες.
 
Τα ''μεγάλα[[ανατομική στέγαστρα''και (καλυπτήριαφυσιολογία δευτερευόντωνπτηνών|μεγάλα ερετικών)στέγαστρα]] των πτερύγων δημιουργούν χαρακτηριστική λευκή, ημισεληνοειδή ζώνη, ιδιαίτερα ορατή κατά την πτήση. Επιπλέον, υπάρχει λευκή ταινία στο πάνω μέρος των [[ανατομική και φυσιολογία πτηνών|πρωτευόντων ερετικών]], επίσης ορατή κατά την πτήση στις, κατά τα άλλα μπλε/μαύρες πτέρυγες. Το κεφάλι είναι κανελλί, με έντονη σκούρα περιοχή στο εμπρόσθιο τμήμα των οφθαλμών που συνεχίζεται, ως μαύρη παχιά λωρίδα που περιβάλλει το ράμφος και σχηματίζει «μπάλωμα» (bib) στο πηγούνι. Η περιοχή γύρω από τον λάρυγγα και τον αυχένα είναι γκρίζα, δημιουργώντας αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλι και το μπεζ στήθος. Το πάνω τμήμα της ράχης είναι σκούρο καφέ, το [[ανατομική και φυσιολογία πτηνών|ουροπύγιο]] και το πάνω μέρος των πηδαλιωδών φτερών της ουράς είναι ανοικτό καφέ ή καφεκίτρινο, αλλά στην άκρη τους τα φτερά της ουράς είναι λευκά, δημιουργώντας στην άκρη χαρακτηριστική λευκή λωρίδα ορατή κατά την πτήση. Οι ταρσοί, τα πόδια και τα δάκτυλα των ποδιών είναι ρόζ-σαρκόχρωμα, ενώ η ίριδα είναι καφεκάστανη.
[[Αρχείο:Kernbeißer Schnabel.jpg|thumb|right|300px|Το ογκώδες ράμφος ενός ενήλικου αρσενικού κοκκοθραύστη]]
Ωστόσο, το δομικό στοιχείο που ξεχωρίζει στον κοκκοθραύστη είναι το ράμφος του, το οποίο είναι ογκώδες, οπτικά «δυσαρμονικό» σε σχέση με το μέγεθος του κεφαλιού. Χαρακτηρίζεται από την παρουσία ισχυρών μυών στις γνάθους, καθιστώντας το ικανό να ασκήσει ισχυρή πίεση, ασυνήθιστα μεγάλη για το μέγεθος του πτηνού (βλ. Τροφή). Το εσωτερικό του είναι πολύ ιδιόμορφο, με χαρακτηριστικές ισχυρές ακμές στηστην [[ράμφος (πτηνά)|ρινοθήκη]] και αντίστοιχες εσοχές στη [[ράμφος (πτηνά)|γναθοθήκη]] για τητην σωστή τοποθέτηση και σύνθλιψη των σπερμάτων. Έχει κωνικό-τριγωνικό σχήμα και, στο αρσενικό, γκριζομπλέ χρώμα με γκριζογάλανη βάση το καλοκαίρι, ενώ κατά τη διάρκεια του χειμώνα χάνει το έντονο χρώμα του και γίνεται καφεκίτρινο ή και κιτρινόλευκο. Το ράμφος του θηλυκού είναι πιο ανοιχτόχρωμο και στερείται της έντονης παχιάς λωρίδας γύρω του.
 
Ο κοκκοθραύστης δεν εμφανίζει έντονο [[φυλετικός διμορφισμός|φυλετικό διμορφισμό]], ωστόσο το θηλυκό δεν έχει τα φωτεινά, σαφώς οριοθετημένα χρώματα του αρσενικού, ιδιαίτερα κατά την αναπαραγωγική περίοδο. Το κεφάλι είναι λιγότερο κανελλί/καφέ και ελαφρά γκρίζο, ενώ και το στήθος έχει περισσότερο γκρίζο ή γκριζόλευκο. Το ουροπύγιο είναι γκριζοκίτρινο, ενώ υπάρχει διαφορά στον χρωματισμό των [[ανατομική και φυσιολογία πτηνών|δευτερευόντων ερετικών]], καθώς και σε κάποια πρωτεύοντα (P4-P6) που είναι γκρίζα στο άκρο (μαύρα στο αρσενικό).<ref name="ibercajalav.net">http://www.ibercajalav.net</ref>
 
Τα νεαρά άτομα μοιάζουν με το θηλυκό, αλλά έχουν γκριζοκίτρινο στήθος και σκούρες κηλίδες στην περιοχή της κοιλιάς, ενώ η ίριδα του οφθαλμού είναι γκριζοκίτρινη. Τα υποενήλικα άτομα είναι πιο καφετί με κιτρινωπό «μπάλωμα» στην περιοχή του στήθους. Η πρώτη έκδυση πραγματοποιείται στις 10-13 εβδομάδες και διαρκεί περίπου δύο μήνες.<ref name="Urs N. Glutz von Blotzheim"/><ref name="Krüger"/>
===Φώλιασμα===
[[Αρχείο:Grubodziob c coccothraustes4.jpg|thumb|right|300px|Eνήλικος αρσενικός κοκκοθραύστης τον χειμώνα]]
Ο κοκκοθραύστης αποκτά σεξουαλικη ωριμότητα ήδη κατά το επόμενο έτος της γέννησής τοτου, με τα ζευγάρια που σχηματίζονται, κατά πάσα πιθανότητα να παραμένουν μαζί για πολλά χρόνια. Η περίοδος επώασης των πτηνών της Κ. Ευρώπης είναι από τις αρχές Απριλίου έως τα τέλη Ιουνίου, αλλά στη Β. Ευρώπη εκτείνεται από τον Μάιο μέχρι τον Ιούλιο. Η διάρκεια και η θέση της αναπαραγωγικής περιόδου ποικίλλει από χρόνο σε χρόνο και εξαρτάται από το μοτίβο του καιρού και τις πηγές τροφής.
 
Οι ερωτοτροπίες ξεκινάνε με την κατάληψη του ζωτικού χώρου από τα αρσενικά που, στην Κ. Ευρώπη, αρχίζει ήδη από τα μέσα Φεβρουαρίου και ιδιαίτερα το Μάρτιο. Η έκταση της περιοχής φωλιάσματος μπορεί να κυμαίνεται από μισό έως 5 εκτάρια για κάθε ζευγάρι, συνήθως όμως στην ευρύτερη περιοχή μπορεί να φωλιάζουν από 6-20 ζευγάρια <ref name="Urs N. Glutz von Blotzheim"/><ref name="Krüger"/>
Άλλες λόγιες ονομασίες του [[είδος (βιολογία)|είδους]] είναι: Κοκκοθραύστης ο γνήσιος και Κοκκοθραύστης ο κριθολόγος <ref name="Απαλοδήμος, σ. 33">Απαλοδήμος, σ. 33</ref>
===Λαϊκές===
Ο Κοκκοθραύστης απαντάταιαπαντά στον ελλαδικό χώρο με πολλές λαϊκές ονομασίες όπως: Βουνότσιχλα (Θεσσαλία), Γαϊδουρόσπινα (Ταΰγετος), Γαϊδουρόσπινος, Γαϊδουρότσωνο (Αχαΐα), Γουμαρότσωνο (Τρίκαλα), Διπλόσπινος, Κοκκοφάγος, Φλιτζούνι ή Φλιτσούνι (Αττική), Φρετζούνι (Χίος), Χονδρομύτης, Χονδρόσπινος, Χονδρότσωνο <ref name="Απαλοδήμος, σ. 33"/>, Λιναρίδι, Λιναροπούλι (Κρήτη) <ref name="Σφήκας, σ. 76"/>, Γραμμυθάς, Δοντάς <ref>http://www.katakali.net/drupal/?q=spizides/kokkothraystis</ref> και Κεφαλόσπιννος (Κύπρος).<ref name="Mullarney et al, p. 354"/>
== Σημειώσεις ==
'''i.''' {{Note_label|I|i|none}} Η ονομασία ''Ακανθυλλίνες'' είναι άμεση απόδοση της λατινικής λέξης ''Carduelinae'', από το ''carduus'' «άκανθα, αγκάθι» <ref>http://books.google.gr/books?id=m2QSAAAAIAAJ&pg=PA268&redir_esc=y#v=onepage&q&f=false</ref>
1.955

επεξεργασίες