Difference between revisions of "Αρσενικό (χημικό στοιχείο)"

|ταχύτητα του ήχου =
}}
Το '''αρσενικό''' ([[Λατινική γλώσσα|λατινικά]]: ''arsenicum'' και [[αγγλική γλώσσα|αγγλικά]]: ''arsenic'') είναι το [[χημικό στοιχείο]] με [[χημικό σύμβολο]] '''As''' και [[ατομικός αριθμός|ατομικό αριθμό]] [[33 (αριθμός)|33]]. Το αρσενικό υπάρχει σε πολλά [[Ορυκτά καύσιμα|ορυκτά]], συνήθως σε συνδυασμό με [[θείο]] και [[μέταλλα]], αλλά επίσης και σε καθαρή στοιχειακή [[κρύσταλλος|κρυσταλλική]] μορφή. Ανήκει στα [[μεταλλοειδή]]. Υπάρχει σε διάφορες [[Αλλότροπα|αλλομορφές]], παρόλο που μόνο η γκρι μορφή έχει σημαντική εφαρμογή στη [[βιομηχανία]].
 
Η κύρια χρήση του μεταλλικού (δηλαδή του στοιχειακού) αρσενικού είναι η ενίσχυση [[Κράμα|κραμμάτων]] του [[Χαλκός|χαλκού]] και ιδιαίτερα του [[Μόλυβδος|μολύβδου]] (για παράδειγμα στις [[Μπαταρία|μπαταρίες]] [[Αυτοκίνητο|αυτοκινήτων]]). Το αρσενικό είναι μια συνηθισμένη πρόσμειξη τύπου n σε [[Ημιαγωγός|ημιαγωγικές]] [[Ηλεκτρονική|ηλεκτρονικές συσκευές]], και η οπτοηλεκτρονική ένωση [[αρσενιούχο γάλλιο]] (GaAs) είναι ο πιο συνηθισμένος σε χρήση ημιαγωγός, μετά από το [[πυρίτιο]] με προσμείξεις. Το ίδιο το αρσενικό και οι ενώσεις του, ιδιαίτερα το [[τριοξείδιο του αρσενικού]] (As<sub>2</sub>O<sub>3</sub>), χρησιμοποιούνται για την παραγωγή παρασιτοκτόνων, προϊόντων συντήρησης ξύλου, ζιζανιοκτόνων και εντομοκτόνων. Αυτές οι εφαρμογές του, όμως, βρίσκονται σε κάμψη<ref>Sabina C. Grund; Kunibert Hanusch; Hans Uwe Wolf (2005), "Arsenic and Arsenic Compounds", ''Ullmann's Encyclopedia of Industrial Chemistry'', Weinheim: Wiley-VCH, doi:10.1002/14356007.a03_113.pub2</ref>.
 
== Ιστορία ==
 
Το αρσενικό αναφέρεται στην ιστορία κυρίως από τις ενώσεις του και ιδιαίτερα τις θειούχες, για τις οποίες και γίνεται μνεία κατά τον [[4ος αιώνας π.Χ.|4ο αιώνα π.Χ.]] όπου ο [[Αριστοτέλης]] αναφέρει μία ουσία με το όνομα "σανδαράχη" που προφανώς να πρόκειται για το σύγχρονο ορυκτό που καλείται "[[σανδαράχη (ερυθρά)|ερυθρή σανδαράχη]]". Τόσο, όμως, ο [[Διοσκουρίδης]] όσο και ο [[Πλίνιος ο πρεσβύτερος]] αναφέρουν τον [[1ος αιώνας|1ο αιώνα]] μ.Χ. ομοίως μια χρυσίζουσα ουσία, που πολύ πιθανόν να πρόκειται για την [[σανδαράχη (κίτρινη)|κίτρινη σανδαράχη]]. Και οι δύο σημείωσαν τη μεταβολή του χρώματος και των ιδιοτήτων της θειούχου αυτής ένωσης σε μεταβολή της θερμοκρασίας.
Η λέξη «αρσενικό» έχει την προέλευσή του από τη [[Συρία|συριακή]] λέξη ܠܐ ܙܐܦܢܝܐ ''(αλ) ζαμικά''<ref name=":0">"arsenic". Online Etymology Dictionary. Retrieved 2010-05-15.</ref>, από την [[Περσία|περσική]] λέξη زرنيخ ζαμίχ, που σημαίνει κίτρινο ή χρυσόχρωμο ή χρισίζον<ref>Σημείωση: Πιθανότατα αναφέρονταν στο ορυκτό [[κίτρινη σανδαράχη]].</ref>. Υιοθετήθηκε στα [[ελληνική γλώσσα|ελληνικά]] ως ''ἀρσενικόν,'' μια μορφή που λαϊκής ''<nowiki/>''ετυμολογίας, όντας η νεώτερη μορφή της ελληνικής λέξης ἀρσενικός, που σημαίνει το [[Αρσενικό|αρσενικό φύλο]]. Η ελληνική λέξη υιοθετήθηκε, στη συνέχεια, από τη [[Λατινική γλώσσα|λατινική]] ως ''arsenicum'', η οποία στη [[Γαλλική γλώσσα|γαλλική]] έγινε ''arsenic'' και στην [[αγγλική γλώσσα|αγγλική]] ''arsenic''<ref name=":0" />. Τα σουλφίδια και τα οξείδια του αρσενικού ήταν γνωστά από την αρχαία εποχή<ref>Bentley, Ronald; Chasteen, Thomas G. (2002). "Arsenic Curiosa and Humanity" (PDF). ''The Chemical Educator'' '''7''' (2): 51–60. doi:10.1007/s00897020539a. Archived from the original (PDF) on 7 February 2009.</ref>. Ιδιαίτερα τα σουλφίδια αναφέρονται κατά τον [[4ος αιώνας π.Χ.|4ο αιώνα π.Χ.]] όπου ο [[Αριστοτέλης]] αναφέρει μία ουσία με το όνομα «σανδαράχη», που προφανώς πρόκειται για το σύγχρονο ορυκτό που ονομάζεται [[σανδαράχη (ερυθρά)|ερυθρή σανδαράχη]]. Τόσο, όμως, ο [[Διοσκουρίδης]], όσο και ο [[Πλίνιος ο πρεσβύτερος]] αναφέρουν τον [[1ος αιώνας|1ο αιώνα]] μ.Χ. ομοίως, μια χρυσίζουσα ουσία, που πολύ πιθανόν να πρόκειται για την [[σανδαράχη (κίτρινη)|κίτρινη σανδαράχη]].
 
Και οι δύο συγγραφείς σημείωσαν τη μεταβολή του χρώματος και των ιδιοτήτων του θειούχου αυτού ορυκτού με τη μεταβολή της [[θερμοκρασία|θερμοκρασίας]].
 
Πολύ αργότερα κατά τον [[13ος αιώνας|13ο αιώνα]] ο [[Αλβέρτος ο Μέγας]] σημείωσε την εμφάνιση μιας μεταλλοειδούς ουσίας, που παράγεται όταν θερμανθεί τριθειούχο αρσενικό με σαπούνι. Αργότερα, χημικοί ερευνητές κατέταξαν το As σε ημιμέταλλο. Έτσι το [[1733]] ο Α. Μπραντ απέδειξε πως το λευκό παρατηρούμενο Αρσενικό αποτελεί στη πραγματικότητα οξείδιο του Αρσενικού, και ένα αιώνα μετά, το [[1817]] ο [[Γιονς Γιάκομπ Μπερτσέλιους]] κατάφερε και προσδιόρισε τις σχέσεις βάρους του αρσενικού ως προς τα άλλα στοιχεία.