Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Μανώλης Χιώτης»

Καμία αλλαγή στο μέγεθος ,  πριν από 5 έτη
μ (Αναστροφή της επεξεργασίας από τον 176.58.142.32 (συνεισφ.), επιστροφή στην τελευταία εκδοχή υπό [[Χρή...)
Γεννήθηκε στις [[21 Μαρτίου]] [[1921]] στη [[Θεσσαλονίκη]] (κατ' άλλες αναφορές στο Ναύπλιο)<ref>Κατά τον ρεμπετολόγο Τάσο Σχορέλη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, ενώ κατά τον ποιητή και συγγραφέα Νίκο Ρούτσο στο [[Ναύπλιο]].</ref>. Ο πατέρας του λεγόταν [[Διαμαντής Χιώτης]], ένας βαρύμαγκας γεννημένος στον Πειραιά. Από μικρή ηλικία άρχισε ν΄ ασχολείται με τα λαϊκά όργανα και ξεκίνησε να μαθαίνει κοντά σε Θεσσαλονικιό μουσικοδιδάσκαλο αρχικά [[κιθάρα]], μπουζούκι και στη συνέχεια [[ούτι]]. Έτσι από 15 ετών όταν η οικογένειά του μετακόμισε στο [[Ναύπλιο]] ο Μανώλης Χιώτης άρχισε να εργάζεται επαγγελματικά ως μουσικός.
 
Το [[1935]] περίπου πήγε στην [[Αθήνα]] προκειμένου να σπουδάσει [[βιολί]] όταν τότε και γνωρίστηκε με τον [[Στράτος Παγιουμτζής|Στράτο Παγιουμτζή]] ο οποίος και τον προσέλαβε να παίζει δίπλα του μπουζούκι στο κέντρο «Δάσος» του Βοτανικού. Το [[1937]] ο Μ. Χιώτης ακολουθώντας το [[ρεμπέτικο]] μοτίβο ηχογραφεί το πρώτο του τραγούδι «τοΤο χρήμα δεν το λογαριάζω» που έγινε αμέσως επιτυχία. Μέχρι τον πόλεμο αλλά και μετά απ΄ αυτόν συνέχισε να γράφει τραγούδια πλην όμως βλέποντας ότι με το «κλασικό» μπουζούκι δεν μπορούσε να αποδώσει γρηγορότερες σε ρυθμό μουσικές εκτελέσεις, προχώρησε στη μεγάλη καινοτομία προσθέτοντας άλλη μία χορδή στο όργανο δημιουργώντας έτσι το «τετράχορδο μπουζούκι». Με το τετράχορδο πλέον μπουζούκι άνοιξε ο ορίζοντας για ασύλληπτες σε ταχύτητα εκτελέσεις σε σχέση με το κλασικό μπουζούκι.
Ταυτόχρονα στη δεκαετία του 1950 πρώτος αυτός εφαρμόζει τη χρήση του ενισχυτή σε λαϊκό όργανο. Έτσι καινοτομώντας αρχίζει η περίοδος του [[αρχοντορεμπέτικο]]υ όπου πλέον το μπουζούκι γίνεται αποδεκτό και από την λεγόμενη υψηλή κοινωνία για χατίρι της οποίας άρχισε επιλέγοντας να γράφει τραγούδια με λατινοαμερικάνικο χαρακτήρα κυρίως του μάμπο.
Ανώνυμος χρήστης