Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Δανική γλώσσα»

Καμία αλλαγή στο μέγεθος ,  πριν από 4 έτη
μ
καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ
|}}
 
Η '''Δανικήδανική γλώσσα''' (''dansk'') ανήκει στις [[βορειες γερμανικές γλώσσες|βόρειες]] (αποκαλούμενες επίσης "σκανδιναβικές γλώσσες"), υποομάδα του [[Γερμανικές γλώσσες|γερμανικού]] κλάδου των [[Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες|ινδοευρωπαϊκών γλωσσών]]. Ομιλείται από 6 εκατ. ανθρώπους περίπου, κυρίως στη [[Δανία]] ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται 50.000 άτομα στα βόρεια τμήματα του [[Σλέσβιχ-Χόλσταϊν]] στη [[Γερμανία]], όπου βρίσκεται υπό το καθεστώς [[μειονοτική γλώσσα|μειονοτικής γλώσσας]]. Η Δανική γλώσσα έχει καθεστώς [[επίσημη γλώσσα|επίσημης γλώσσας]] σε σχολεία των πρώην δανικών αποικιών, της [[Γροιλανδία]]ς και των [[Νήσοι Φερόες|νήσων Φερόες]], που απολαμβάνουν πλέον καθεστώς σχετικής αυτονομίας. Στην [[Ισλανδία]], που ήταν τμήμα της Δανίας έως το [[1944]], η δανική γλώσσα είναι η δεύτερη ξένη γλώσσα που διδάσκεται στα σχολεία.
 
Η γλώσσα άρχισε να προβάλλει από την [[αρχαία σκανδιναβική γλώσσα]] περίπου κατά τον [[13ος αιώνας|13ο αιώνα]] ξεχωρίζοντας από τις άλλες σκανδιναβικές εθνικές γλώσσες (πρώτη μετάφραση της [[Βίβλος|Βίβλου]] το [[16ος αιώνας|1550]]) με τη διαμόρφωση διακριτής [[ορθογραφία]]ς, διαφορετικής από εκείνη της [[Σουηδική γλώσσα|Σουηδικής]]. Ωστόσο, η γραπτή μορφή της γλώσσας είναι ευκολότερα κατανοητή από τους Σουηδούς, παρά η προφορική εκφορά της. Η σύγχρονη δανική χαρακτηρίζεται από μια έντονη ροπή ελάττωσης πολλών ήχων ιδιαίτερα δύσκολων να κατανοηθούν και να προφερθούν από αλλοδαπούς ομιλητές.
32.281

επεξεργασίες