Άνοιγμα κυρίου μενού

Αλλαγές

καμία σύνοψη επεξεργασίας
Ο λατινικός όρος ''Gulo (-onis)'', στην επιστημονική ονομασία του [[γένος (βιολογία)|γένους]] και του [[είδος|είδους]], σημαίνει «αυτός που τρώει συνέχεια και τα πάντα, λαίμαργος, φαγάς, αδηφάγος» <ref>ΠΛΜ 2:326</ref> (πρβλ. αγγλ. ''glutton''). Ονομάστηκε έτσι, λόγω της έντονης τάσης του να αναζητά και να διεκδικεί, όχι μόνον τη λεία του, αλλά και οτιδήποτε φαγώσιμο, ακόμη και αν πρέπει να καταφύγει σε ιδιαίτερες «μεθόδους» για να το αποκτήσει (βλ. Τροφή, Κυνήγι).
 
Ωστόσο, παρά το ότι αντικατοπτρίζει την «αδηφαγία» του, η ονομασία αυτή φαίνεται να προήλθε από ετυμολογική παραδρομή. Επειδή είναι ευρέως διαδεδομένο στις σκανδιναβικές χώρες, οι πρωταρχικές ονομασίες του θηλαστικού πρέπει να αναζητηθούν εκεί. Στα παλαιά [[νορβηγική γλώσσα|νορβηγικά]] νορβηγικά, αποκαλείται ''fjeldfross'', που σημαίνει «γάτα του βουνού». Ο όρος «πέρασε» στα [[γερμανική γλώσσα|γερμανικά]] ως ''Vielfrass'' που, ωστόσο, έχει άλλη σημασία («λαίμαργος») <ref>http://www.duden.de/rechtschreibung/Vielfrasz</ref> και δεν σχετίζεται με την πρωταρχική.
 
Από την «λανθασμένη» αυτή ονομασία προήλθαν και αντίστοιχες σε άλλες βορειοευρωπαϊκές γλώσσες , όπως η ολλανδική ''veelvraat'', η φινλανδική ''ahma'' < ''ahmatti'', η εσθονική ''ahm'', η λιθουανική ''ernis'' και η λετονική ''tinis'' ή ''āmrija'' που, όλες, έχουν την σημασία «λαίμαργος». Επίσης, και οι σλαβικές ονομασίες ''росомаха'' (''rosomakha'') και ''rosomák'' και η ουγγρική ''rozsomák'' ή ''torkosborz'', έχουν την ίδια σημασία.
Ανώνυμος χρήστης