Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Χρένο»

251 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 4 έτη
μ
Ρομπότ: Διόρθωση ανακατευθύνσεων
μ (αφαιρέθηκε η Κατηγορία:Φυτά καρυκεύματα (με το HotCat))
μ (Ρομπότ: Διόρθωση ανακατευθύνσεων)
| λεζάντα_εικόνας = Άνθη και φύλλα του χρένου.
| πλάτος_εικόνας= 250px
| βασίλειο= [[Φυτό|Φυτά]] ''(Plantae)''
| συνομοταξία = [[Αγγειόσπερμα]] ''(Magnoliophyta)''
| ομοταξία = [[Δικοτυλήδονο|Δικοτυλήδονα]] ''(Magnoliopsida)''
| τάξη = ''Brassicales''
| οικογένεια= [[Σταυρανθών]] ''(Brassicaceae)''
Είναι πλέον δημοφιλές σε ολόκληρο τον κόσμο. Φτάνει έως και τα 1,5 μέτρα σε ύψος και καλλιεργείται κυρίως για τη μεγάλη, λευκή, κωνική του ρίζα. Η συγκομιδή της ρίζας γίνεται την άνοιξη και το φθινόπωρο.
 
Η ακέραια ρίζα του χρένου δεν έχει σχεδόν καθόλου άρωμα. Όταν ωστόσο κοπεί ή τριφτεί, τα ένζυμα από τα πρόσφατα τεμαχισμένα φυτικά κύτταρα, καταρρέουν ''sinigrin'' (μια γλυκοζινολική) για την παραγωγή [[ισοθειοκυανικό αλλύλιο|ισοθειοκυανικού αλλυλίου]] ''(allyl isothiocyanate)'', (έλαιο μουστάρδας), που ερεθίζει τις βλεννογόνους μεμβράνες των κόλπων και τα μάτια. Ο τριμμένος πολτός πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως ή να διατηρείται για καλύτερη γεύση, στο [[ξίδι|ξύδι]]. Άπαξ και εκτεθεί στον αέρα ή τη θερμότητα, αρχίζει να χάνει την πικάντικη γεύση του, σκουραίνει και με την πάροδο του χρόνου, γίνεται δυσάρεστα πικρό.
[[Αρχείο:Gardenology.org-IMG 2788 rbgs11jan.jpg|thumb|250px|upright|Φύλλωμα χρένου.]]
==Ιστορία==
Το χρένο, πιθανώς αυτόχθονο στην εύκρατη [[Ανατολική Ευρώπη]], όπου το σλαβικό του όνομα ''chren'' φάνηκε στον ''Augustin Pyramus de Candolle'' πιο πρωτόγονο από οποιοδήποτε άλλο δυτικό συνώνυμο. Το χρένο καλλιεργείται από την αρχαιότητα.<ref>J.W.Courter and A.M. Rhodes, "Historical notes on horseradish" ''Economic Botany'' '''12'''.2 April=May1969pp156ff</ref> Σύμφωνα με την [[ελληνική μυθολογία]], το [[μαντείο των Δελφών]] είπε στον [[Απόλλων]]α, ότι το χρένο αξίζει το βάρος του σε χρυσό.<ref name=healingfoods>{{cite book|last=Murray|first=Michael T.|title=The Encyclopedia of Healing Foods|year=2005|publisher=Atria Books|location=New York|isbn=978-0743480529|author2=Lara Pizzorno |author3=Joseph E. Pizzorno }}</ref> Το χρένο ήταν γνωστό στην [[Αίγυπτος|Αίγυπτο]] το 1500 π.Χ.. Ο [[Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος|Διοσκουρίδης]] κατατάσσει το χρένο ισάξιο με το Περσικό [[σινάπι]] ''(Persicon sinapi)'' (Διοσκ. 2.186) ή ''Sinapi persicum'' (Διοσκ 2.168),<ref>Early Modern translators of Dioscurides offered various names.</ref> το οποίο στη Φυσική Ιστορία του Πλίνιου, αναφέρεται ως ''Persicon napy''<ref>[http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999.02.0137%3Abook%3D27%3Achapter%3D113 Pliny on Thlaspi or Persicon napy ''H.N.'' i. 37.113].</ref> Ο [[Κάτος ο Πρεσβύτερος]] ''(Cato the Elder)'' αναφέρει το φυτό, στις πραγματείες του για τη γεωργία και μια τοιχογραφία στην [[Πομπηία]], δείχνει το φυτό. Το χρένο είναι ίσως το φυτό που αναφέρεται από τον [[Πλίνιος ο Πρεσβύτερος|Πλίνιο τον Πρεσβύτερο]] ''(Pliny the Elder)'' στο έργο του Φυσική Ιστορία, με το όνομα ''"Amoracia"'' και το συνέστηνε για τις φαρμακευτικές του ιδιότητες και ενδεχομένως, το "άγριο ράπανο" των Ελλήνων. Οι πρώτοι βοτανολόγοι στην Αναγέννηση ο ''Pietro Andrea Mattioli'' και ο ''John Gerard'' το κατέδειξαν κάτω από το ''Raphanus''.<ref>{{Cite journal| last1 = Courter | first1 = J. W.| last2 = Rhodes | first2 = A. M.| doi = 10.1007/BF02860621| title = Historical notes on horseradish| journal = Economic Botany| volume = 23| issue = 2| pages = 156–164|date=April–June 1969| jstor = 4253036}}</ref> Αν και στη σύγχρονη ταξινόμηση του [[Κάρολος Λινναίος|Λινναίου]] το γένος ''Armoracia'' εφαρμόστηκε για πρώτη φορά σε αυτό από τον ''Heinrich Bernhard Ruppius''. Στο έργο του ''Flora Jenensis'' του 1745, ο Λινναίος το αποκάλεσε ''Coclearia Armoracia''.
 
Τόσο η ρίζα όσο και τα φύλλα κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα χρησιμοποιούνταν ως φάρμακο και η ρίζα χρησιμοποιήθηκε ως καρύκευμα για κρέατα στη [[Γερμανία]], τη [[Σκανδιναβία]] και τη [[Βρετανία]]. Εισήχθη στη [[Βόρεια Αμερική]] κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής αποίκησης<ref name="motherearthnews.com">{{cite news |first=Barbara |last=Pleasant |title= Horseradish |url= http://www.motherearthnews.com/Organic-Gardening/2003-10-01/Horseradish.aspx |publisher=Mother Earth News |date=Oct–November 2003 |accessdate=2007-07-01}}</ref> τόσο ο [[Τζορτζ Ουάσινγκτον|Τζωρτζ Ουάσινγκτον]] ''(George Washington)'' όσο και ο [[Τόμας Τζέφερσον]] ''(Thomas Jefferson)'' το αναφέρουν στις εκθέσεις κηπουρικής.<ref>Ann Leighton, ''American Gardens in the Eighteenth Century: 'For Use or Delight' '', 1976, p.431.</ref>
 
Ο ορνιθολόγος [[Ουΐλιαμ Τέρνερ]] αναφέρει στο "Βότανα" ''("Herbal")'' του (1551-1568), το χρένο ως "Κόκκινο λάχανο" ''("Red cole")'', αλλά όχι ως καρύκευμα. Στο ''The Herball, or Generall Historie of Plantes'' (1597)), ο ''John Gerard'' το περιγράφει με το όνομα ''raphanus rusticanus'', δηλώνοντας ότι απαντάται άγριο σε διάφορα μέρη της Αγγλίας. Αφού αναφέρεται σε φαρμακευτικές χρήσεις του, λέει:
===Σάλτσα χρένου===
[[Αρχείο:Khreyn Beet Horseradish.JPG|thumb|upright|Τεύτλο χρένου που έχει την Πιστοποίηση Κόσερ O-U.]]
Η σάλτσα χρένου που γίνεται από τριμμένη ρίζα χρένου και ξύδι είναι ένα δημοφιλές καρύκευμα στο [[Ηνωμένο Βασίλειο]] και την [[Πολωνία]]. Στο Ηνωμένο Βασίλειο συνήθως σερβίρεται με ψητό βοδινό κρέας, συχνά ως μέρος του παραδοσιακού κυριακάτικου ψητού, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ένα αριθμό από άλλα πιάτα επίσης, συμπεριλαμβανομένων των σάντουιτς ή σαλατών. Μια παραλλαγή της σάλτσας χρένου, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να αντικαταστήσει το ξύδι με άλλα προϊόντα, όπως χυμό λεμονιού ή κιτρικό οξύ, είναι γνωστή στη Γερμανία ως ''Tafelmeerrettich''. Επίσης δημοφιλές στο [[Ηνωμένο Βασίλειο]] είναι η μουστάρδα ''Tewkesbury'' ''(Tewkesbury mustard)'', ένα μείγμα μουστάρδας και τριμμένου χρένου που κατάγεται στους μεσαιωνικούς χρόνους και αναφέρεται από τον [[Ουίλλιαμ Σαίξπηρ|Σαίξπηρ]] (ο Φάλσταφ ''(Falstaff)'' λέει: "το πνεύμα του είναι τόσο παχύ όσο η μουστάρδα ''Tewkesbury'' στον Ερρίκο 4ο, Μέρος II (Henry IV, Part II).<ref>{{cite web|url=http://www.opensourceshakespeare.org/views/plays/play_view.php?WorkID=henry4p2&Act=2&Scene=4&Scope=scene&LineHighlight=1521#1521|title=Henry IV, Part II, Scene 4|accessdate=2008-05-10|publisher=opensourceshakespeare.org}}</ref>) Μια πολύ παρόμοια μουστάρδα, που ονομάζεται ''Krensenf'' ή ''Meerrettichsenf'', είναι δημοφιλής στην Αυστρία και τμήματα της Ανατολικής Γερμανίας.
 
Στις ΗΠΑ, ο όρος "σάλτσα χρένου" αναφέρεται στο τριμμένο χρένο σε συνδυασμό με τη μαγιονέζα ή τη σάλτσα σαλάτας. Παρασκευασμένο χρένο είναι ένα κοινό συστατικό στο κοκτέιλ ''Bloody Mary'' και στη σάλτσα κοκτέιλ και χρησιμοποιείται ως σάλτσα ή άλειμμα του σάντουιτς. Η κρέμα χρένου είναι ένα μείγμα από χρένο και ξινής κρέμας και σερβίρεται μαζί με χυμό για ένα προνομιακό δείπνο από παϊδάκια.
Υπάρχουν δύο ποικιλίες του ''khreyn''. Το "κόκκινο" ''khreyn'' αναμιγνύεται με το κόκκινο τεύτλο (παντζάρι) και το "λευκό" ''khreyn'' δεν περιέχει τεύτλο. Είναι δημοφιλές στην [[Ουκρανία]] (κάτω από το όνομα του ''хрін'', ''khrin'', στην Πολωνία (κάτω από το όνομα του ''chrzan''), στη [[Λιθουανία]] ''krienai'' στην Τσεχική Δημοκρατία ''křen'', στη Ρωσία ''хрен'', ''khren'', στην Ουγγαρία ''torma'', στη [[Ρουμανία]] ''hrean'', στη Λιθουανία ''krienai'', στη Βουλγαρία ''хрян'', ''khryan'' και στη [[Σλοβακία]] (με το όνομα του ''chren''). Έχοντας το αυτό στο τραπέζι, είναι μέρος της παράδοσης του Χριστιανικού [[Πάσχα]] και του Εβραϊκού Πάσχα, στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη.
 
* Σε ορισμένα μέρη της νότιας Γερμανίας, όπως στη [[Φραγκονία|Φρανκονία]] ''(Franconia)'', Το ''"Kren"'' είναι ένα βασικό συστατικό του παραδοσιακού γαμήλιο δείπνου. Σερβίρεται με μαγειρεμένο βοδινό και ένα βούτηγμα ''(dip)'' που γίνεται από το ''lingonberry'' (είδος μούρου) για να ισορροπήσει την ελαφρά καψάδα του ''Kren''.
* Στην [[Πολωνία]], μια ποικιλία από κόκκινα τεύτλα ονομάζεται ''ćwikła z chrzanem'' ή απλά ''ćwikła''.
* Στην Ευρωπαϊκή Εβραϊκή μαγειρική των [[Ασκεναζίτες|Ασκενάζι]], το χρένο των τεύτλων συνήθως σερβίρεται με ψάρι ''gefilte''.
* Στη [[Τρανσυλβανία]], τα κόκκινα παντζάρια με χρένο χρησιμοποιούνται επίσης ως μια σαλάτα που σερβίρεται το Πάσχα με πιάτα αρνιού που ονομάζονται ''"cu sfecla hrean"'' και σε άλλες περιοχές της Ρουμανίας.
* Στη [[Σερβία]], Το ρεν ''(ren)'' είναι ένα ουσιώδες καρύκευμα με το μαγειρεμένο κρέας και το φρέσκο ​​ψητό γουρουνόπουλο.
* Στην [[Κροατία]], το τριμμένο χρένο (Κροατικά: ''Hren'') συχνά τρώγεται με βραστό ζαμπόν ή βοδινό .
* Στη [[Σλοβενία]], καθώς και στις παρακείμενες ιταλικές περιοχές της ''Friuli Venezia Giulia'' και στην κοντινή ιταλική περιφέρεια του [[Βένετο]], το χρένο (συχνά τριμμένο και αναμεμειγμένο με ξινή κρέμα γάλακτος, ξύδι, βραστά αυγά ή μήλα), είναι επίσης ένα παραδοσιακό Πασχαλινό πιάτο.
* Δυτικότερα στις ιταλικές περιοχές της [[Λομβαρδία]]ς, [[Εμίλια-Ρομάνια]] και [[Πεδεμόντιο|Πιεμόντε]], το χρένο ονομάζεται ''"barbaforte"'' ("δυνατή γενειάδα") και είναι ένα παραδοσιακό συνοδευτικό για το ''bollito misto'' (φαγητό κατσαρόλας της Βορ.Ιταλίας) ενώ στις βόρειο-ανατολικές περιοχές όπως to ''Trentino-Alto Adige''/Άντιτζε, [[Βένετο]] και Φριούλι Βενέτσια Τζούλια, εξακολουθεί να ονομάζεται ''"kren"'' ή ''"cren"''. Στη νότια περιοχή της ''Basilicata'' είναι γνωστό ως ''"rafano"'' και χρησιμοποιείται για την παρασκευή του λεγόμενου ''"rafanata"'', ένα κύριο πιάτο από χρένο, αυγά, τυρί και λουκάνικα.<ref>{{cite book |last= Zanini De Vita|first= Oretta |date= 2009|title= Encyclopedia of Pasta|url= http://books.google.it/books?id=D5nXAbSifIgC&pg=PA370&dq=rafanata+horseradish&hl=it&sa=X&ei=_0ypU5uxIeLQ7AbX6YGIBA&ved=0CB8Q6AEwAA#v=onepage&q=rafanata%20horseradish&f=false|location= |publisher= University of California Press|page= 122|isbn=978-0-520-25522-7|accessdate= 24 June 2014}}</ref>
* Το χρένο χρησιμοποιείται επίσης ως κύριο συστατικό στις σούπες. Στην πολωνική περιοχή της [[Σιλεσία]]ς, η σούπα από χρένο είναι ένα συνηθισμένο Πασχαλινό πιάτο.<ref>{{cite web|url=http://culture.polishsite.us/articles/art83.html |title=Horseradish Soup Recipe Updated with Photographs – Polish Easter Food |publisher=Culture.polishsite.us |accessdate=2012-07-08}}</ref>
 
3.524

επεξεργασίες