Άνοιγμα κυρίου μενού

Αλλαγές

μ
καμία σύνοψη επεξεργασίας
|isbn = 978-0-8014-2360-4
}}</ref>
|}
 
 
Ωστόσο, λόγω του μεγέθους της χώρας, τον συνεχιζόμενο [[ Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο | Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο]] και την χειροτέρευση του συστήματος επικοινωνιών, αυτά τα αποτελέσματα δεν ήταν διαθέσιμα εκείνη την στιγμή. Μια μερική καταμέτρηση (54 εκλογικές περιφέρειες από 79) δημοσιεύθηκε από τον N.V. Svyatitsky στο ''A Year of the Russian Revolution 1917-18'', Moscow, Zemlya I Volya Publishers, 1918. Τα στοιχεία του Svyatitsky ήταν γενικά αποδεκτά από όλα τα πολιτικά κόμματα, περιλαμβανομένων των Μπολσεβίκων,<ref>{{cite book
|}
 
Η τελική ανάλυση ήταν ότι οι Μπολσεβίκοι έλαβαν μεταξύ 22% και 25% των ψήφων, αν και ήταν καθαροί νικητές στα αστικά κέντρα της Ρωσίας και μεταξύ των στρατιωτών στο “Δυτικό Μέτωπο” (τα δύο τρίτα αυτών των ψήφων των στρατιωτών). Στην πόλη της Μόσχας, για παράδειγμα, οι Μπολσεβίκοι πήραν το 47,9% των ψήφων, οι Συνταγματικοί Δημοκράτες (Καντέτ) 35,7% και οι Εσέροι 8,1%. Ενώ έχανε την αστική ψήφο, το Σοσιαλ-Επαναστατικό Κόμμα έλαβε περίπου 57-58% (62% με τους σοσιαλδημοκράτες συμμάχους τους), έχοντας κερδίσει την μαζική υποστήριξη της αγροτιάς της χώρας, που αποτελούσε το 80% του Ρωσικού πληθυσμού. Εν τούτοις, αυτή είναι η μισή αλήθεια, επειδή οι Ουκρανοί Σοσιαλ-Επαναστάτες δεν παρέστησαν στην Συντακτική Συνέλευση όταν συγκλήθηκε. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι η διάσπαση μέσα στους Σοσιαλ-Επαναστάτες, η οποία οδήγησε στην υποστήριξη των Μπολσεβίκων από την φράξια των αριστερών Σοσιαλ-Επαναστατών.
 
Η τελική ανάλυση ήταν ότι οι Μπολσεβίκοι έλαβαν μεταξύ 22% και 25% των ψήφων, αν και ήταν καθαροί νικητές στα αστικά κέντρα της Ρωσίας και μεταξύ των στρατιωτών στο “Δυτικό Μέτωπο” (τα δύο τρίτα αυτών των ψήφων των στρατιωτών). Στην πόλη της Μόσχας, για παράδειγμα, οι Μπολσεβίκοι πήραν το 47,9% των ψήφων, οι Συνταγματικοί Δημοκράτες (Καντέτ) 35,7% και οι Εσέροι 8,1%. Ενώ έχανε την αστική ψήφο, το Σοσιαλ-Επαναστατικό Κόμμα έλαβε περίπου 57-58% (62% με τους σοσιαλδημοκράτες συμμάχους τους), έχοντας κερδίσει την μαζική υποστήριξη της αγροτιάς της χώρας, που αποτελούσε το 80% του Ρωσικού πληθυσμού. Εν τούτοις, αυτή είναι η μισή αλήθεια, επειδή οι Ουκρανοί Σοσιαλ-Επαναστάτες δεν παρέστησαν στην Συντακτική Συνέλευση όταν συγκλήθηκε. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι η διάσπαση μέσα στους Σοσιαλ-Επαναστάτες, η οποία οδήγησε στην υποστήριξη των Μπολσεβίκων από την φράξια των αριστερών Σοσιαλ-Επαναστατών.
Μεταξύ των Εκλογών και της Σύγκλησης της Συνέλευσης (Νοέμ. 1917 – Ιαν. 1918)
 
Ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι άρχισαν να θέτουν υπό αμφισβήτηση την αξία της Συντακτικής Συνέλευσης αμέσως μόλις φάνηκε πιθανό ότι η Συνέλευση δεν θα περιείχε μια πλειοψηφία υπέρ της Σοβιετικής κυβέρνησης. Στις 27 Νοεμβρίου [14 Νοεμβρίου] 1917, ο Λένιν είπε στο Έκτακτο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ των Αγροτών Αντιπροσώπων ότι η Συντακτική Συνέλευση δεν πρέπει να απομακρύνει τους αγρότες από τον αγώνα κατά του κεφαλαίου:
Ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι άρχισαν να θέτουν υπό αμφισβήτηση την αξία της Συντακτικής Συνέλευσης αμέσως μόλις φάνηκε πιθανό ότι η Συνέλευση δεν θα περιείχε μια πλειοψηφία υπέρ της Σοβιετικής κυβέρνησης. Στις 27 Νοεμβρίου [14 Νοεμβρίου] 1917, ο Λένιν είπε στο Έκτακτο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ των Αγροτών Αντιπροσώπων ότι η Συντακτική Συνέλευση δεν πρέπει να απομακρύνει τους αγρότες από τον αγώνα κατά του κεφαλαίου:
Οι αγρότες θέλουν γη και απαγόρευση της μισθωτής εργασίας. θέλουν εργαλεία για την καλλιέργεια του εδάφους. Και αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την συντριβή του κεφαλαίου. […] Αν απορρίπτετε μια πρόκληση για το κεφάλαιο, ακολουθείτε άλλον δρόμο από τον δικό μας. όμως εμείς είμαστε ένα με σας στο ότι βαδίζουμε, και πρέπει να βαδίσουμε, προς την σοσιαλιστική επανάσταση. Όσο για την Συντακτική Συνέλευση, ο ομιλητής [δηλαδή ο Λένιν] είπε ότι το έργο της θα εξαρτηθεί από την διάθεση στη χώρα, όμως πρόσθεσε, να εμπιστεύεστε την διάθεση, αλλά να μην ξεχνάτε τα τουφέκια σας.
 
Στις 4 Δεκεμβρίου [21 Νοεμβρίου] 1917, ο Λαϊκός Επίτροπος Ναυτικών Υποθέσεων Πάβελ Ντιμπένκο διέταξε να παραμείνουν 7.000 φιλο-Μπολσεβίκοι ναύτες της Κρονστάνδης σε “πλήρη επιφυλακή” στην περίπτωση σύγκλησης της Συντακτικής Συνέλευσης στις 9 Δεκεμβρίου [26 Νοεμβρίου] 1917. Μια συγκέντρωση περίπου 20.000 στην Κρονστάνδη “στρατιωτών, ναυτών, εργατών και αγροτών” πήρε την απόφαση να στηρίξει μόνο μια Συντακτική Συνέλευση που θα ήταν “έτσι συγκροτημένη ώστε να εδραιώνει τα επιτεύγματα της Οκτωβριανής Επανάστασης [και θα ήταν απαλλαγμένη από τους Καλεντινίτες και τους ηγέτες της αντεπαναστατικής μπουρζουαζίας]”.
Οι αγρότες θέλουν γη και απαγόρευση της μισθωτής εργασίας. θέλουν εργαλεία για την καλλιέργεια του εδάφους. Και αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την συντριβή του κεφαλαίου. […] Αν απορρίπτετε μια πρόκληση για το κεφάλαιο, ακολουθείτε άλλον δρόμο από τον δικό μας. όμως εμείς είμαστε ένα με σας στο ότι βαδίζουμε, και πρέπει να βαδίσουμε, προς την σοσιαλιστική επανάσταση. Όσο για την Συντακτική Συνέλευση, ο ομιλητής [δηλαδή ο Λένιν] είπε ότι το έργο της θα εξαρτηθεί από την διάθεση στη χώρα, όμως πρόσθεσε, να εμπιστεύεστε την διάθεση, αλλά να μην ξεχνάτε τα τουφέκια σας.
Με την διάσπαση μεταξύ Δεξιών και Αριστερών Σοσιαλ-Επαναστατών οριστικοποιημένη τον Νοέμβριο, οι Μπολσεβίκοι σχημάτισαν μια κυβέρνηση συνασπισμού με τους τελευταίους. Στις 11 Δεκεμβρίου [28 Νοεμβρίου] 1917, η Σοβιετική κυβέρνηση κήρυξε το Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα “κόμμα των εχθρών του λαού”, το απαγόρευσε και διέταξε την σύλληψη των ηγετών του. Επίσης ανέβαλε την σύγκληση της Συντακτικής Συνέλευσης μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου. Στην αρχή η Σοβιετική κυβέρνηση έριξε την ευθύνη των καθυστερήσεων στις τεχνικές δυσκολίες και τις μηχανορραφίες των εχθρών τους.
 
Στις 26 Δεκεμβρίου [13 Δεκεμβρίου] 1917, οι Θέσεις του Λένιν για την Συντακτική Συνέλευση δημοσιεύθηκαν ανώνυμα στην εφημερίδα των Μπολσεβίκων Πράβδα. Οι Θέσεις υποστήριζαν ότι “η επαναστατική Σοσιαλδημοκρατία έχει από την αρχή της Επανάστασης του 1917 κατ’ επανάληψη τονίσει ότι η δημοκρατία των Σοβιέτ είναι η ανώτερη μορφή δημοκρατίας από την συνηθισμένη αστική δημοκρατία με την Συντακτική Συνέλευση”.
Στις 4 Δεκεμβρίου [21 Νοεμβρίου] 1917, ο Λαϊκός Επίτροπος Ναυτικών Υποθέσεων Πάβελ Ντιμπένκο διέταξε να παραμείνουν 7.000 φιλο-Μπολσεβίκοι ναύτες της Κρονστάνδης σε “πλήρη επιφυλακή” στην περίπτωση σύγκλησης της Συντακτικής Συνέλευσης στις 9 Δεκεμβρίου [26 Νοεμβρίου] 1917. Μια συγκέντρωση περίπου 20.000 στην Κρονστάνδη “στρατιωτών, ναυτών, εργατών και αγροτών” πήρε την απόφαση να στηρίξει μόνο μια Συντακτική Συνέλευση που θα ήταν “έτσι συγκροτημένη ώστε να εδραιώνει τα επιτεύγματα της Οκτωβριανής Επανάστασης [και θα ήταν απαλλαγμένη από τους Καλεντινίτες και τους ηγέτες της αντεπαναστατικής μπουρζουαζίας]”.
Ο Λένιν υποστήριζε ότι η Συντακτική Συνέλευση δεν εκπροσωπούσε πραγματικά τον Ρωσικό λαό, επειδή στα ψηφοδέλτιά της δεν απεικονιζόταν η διάσπαση μεταξύ των αντι-Μπολσεβίκων Δεξιών Εσέρων και των φιλο-Μπολσεβίκων Αριστερών Εσέρων:
 
Το κόμμα το οποίο από τον Μάιο ως τον Οκτώβριο είχε τον μεγαλύτερο αριθμό οπαδών μέσα στον λαό, και ιδιαίτερα μέσα στους αγρότες – το Σοσιαλ-Επαναστατικό Κόμμα – παρουσιάστηκε με ενωμένα ψηφοδέλτια για την Συντακτική Συνέλευση στα μέσα του Οκτώβρη 1917, αλλά διασπάστηκε τον Νοέμβριο του 1917, μετά τις εκλογές και πριν να συνεδριάσει η Συνέλευση.
Με την διάσπαση μεταξύ Δεξιών και Αριστερών Σοσιαλ-Επαναστατών οριστικοποιημένη τον Νοέμβριο, οι Μπολσεβίκοι σχημάτισαν μια κυβέρνηση συνασπισμού με τους τελευταίους. Στις 11 Δεκεμβρίου [28 Νοεμβρίου] 1917, η Σοβιετική κυβέρνηση κήρυξε το Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα “κόμμα των εχθρών του λαού”, το απαγόρευσε και διέταξε την σύλληψη των ηγετών του. Επίσης ανέβαλε την σύγκληση της Συντακτικής Συνέλευσης μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου. Στην αρχή η Σοβιετική κυβέρνηση έριξε την ευθύνη των καθυστερήσεων στις τεχνικές δυσκολίες και τις μηχανορραφίες των εχθρών τους.
Κατά συνέπεια ο Λένιν υποστήριζε ότι
 
τα συμφέροντα αυτής της επανάστασης [του Οκτώβρη 1917] στέκονται ψηλότερα από τα τυπικά δίκαια της Συντακτικής Συνέλευσης […] Κάθε άμεση ή έμμεση προσπάθεια να εξετάσουμε το ζήτημα της Συντακτικής Συνέλευσης από μια τυπική, νομική άποψη, μέσα στο πλαίσιο της συνήθους αστικής δημοκρατίας και παραβλέποντας την ταξική πάλη και τον εμφύλιο πόλεμο, θα ήταν προδοσία της υπόθεσης του προλεταριάτου, και υιοθέτηση της αστικής άποψης.
Στις 26 Δεκεμβρίου [13 Δεκεμβρίου] 1917, οι Θέσεις του Λένιν για την Συντακτική Συνέλευση δημοσιεύθηκαν ανώνυμα στην εφημερίδα των Μπολσεβίκων Πράβδα. Οι Θέσεις υποστήριζαν ότι “η επαναστατική Σοσιαλδημοκρατία έχει από την αρχή της Επανάστασης του 1917 κατ’ επανάληψη τονίσει ότι η δημοκρατία των Σοβιέτ είναι η ανώτερη μορφή δημοκρατίας από την συνηθισμένη αστική δημοκρατία με την Συντακτική Συνέλευση”.
Η προτεινόμενη λύση του Λένιν στο πρόβλημα ήταν η Συντακτική Συνέλευση να συμφωνήσει σε νέες εκλογές, για να εκπροσωπήσει καλύτερα την τωρινή θέληση του λαού, και να δεχθεί την Σοβιετική κυβέρνηση στο μεταξύ:
 
Η μόνη πιθανότητα για εξασφάλιση ανώδυνης λύσης στην κρίση που έχει δημιουργηθεί λόγω της απόκλισης μεταξύ των εκλογών για την Συντακτική Συνέλευση, από την μια μεριά, και της θέλησης του λαού και των συμφερόντων των εργαζομένων και εκμεταλλευομένων τάξεων, από την άλλη, είναι για τον λαό να ασκήσει όσον το δυνατόν ευρύτερα και ταχύτερα το δικαίωμα να εκλέξει τα μέλη της Συντακτικής Συνέλευσης εκ νέου, και για την Συντακτική Συνέλευση να δεχθεί την νομοθεσία της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής για αυτές τις νέες εκλογές, να διακηρύξει ότι ανεπιφύλακτα αναγνωρίζει την Σοβιετική εξουσία, την Σοβιετική επανάσταση, και την πολιτική της στα ζητήματα της ειρήνης, της γης και του εργατικού ελέγχου, και αποφασιστικά να ενταχθεί στο στρατόπεδο των εχθρών των αντεπαναστατών Καντέτ – Καλέντιν.
Ο Λένιν υποστήριζε ότι η Συντακτική Συνέλευση δεν εκπροσωπούσε πραγματικά τον Ρωσικό λαό, επειδή στα ψηφοδέλτιά της δεν απεικονιζόταν η διάσπαση μεταξύ των αντι-Μπολσεβίκων Δεξιών Εσέρων και των φιλο-Μπολσεβίκων Αριστερών Εσέρων:
Δεν ήταν όλα τα μέλη του Μπολσεβίκικου κόμματος πρόθυμα να προχωρήσουν με αυτό που διαρκώς και περισσότερο έμοιαζε με την επερχόμενη κατάργηση της Συντακτικής Συνέλευσης. Στις αρχές Δεκεμβρίου, οι μετριοπαθείς είχαν ακόμα την πλειοψηφία μέσα στους βουλευτές των Μπολσεβίκων στην Συντακτική Συνέλευση, όμως ο Λένιν επικράτησε στην συνεδρίαση της 24ης Δεκεμβρίου [11 Δεκεμβρίου] 1917 της Κεντρικής Επιτροπής των Μπολσεβίκων, η οποία διέταξε τους Μπολσεβίκους βουλευτές να ακολουθήσουν την γραμμή του Λένιν.
 
Το κόμμα το οποίο από τον Μάιο ως τον Οκτώβριο είχε τον μεγαλύτερο αριθμό οπαδών μέσα στον λαό, και ιδιαίτερα μέσα στους αγρότες – το Σοσιαλ-Επαναστατικό Κόμμα – παρουσιάστηκε με ενωμένα ψηφοδέλτια για την Συντακτική Συνέλευση στα μέσα του Οκτώβρη 1917, αλλά διασπάστηκε τον Νοέμβριο του 1917, μετά τις εκλογές και πριν να συνεδριάσει η Συνέλευση.
 
Κατά συνέπεια ο Λένιν υποστήριζε ότι τα συμφέροντα αυτής της επανάστασης [του Οκτώβρη 1917] στέκονται ψηλότερα από τα τυπικά δίκαια της Συντακτικής Συνέλευσης […] Κάθε άμεση ή έμμεση προσπάθεια να εξετάσουμε το ζήτημα της Συντακτικής Συνέλευσης από μια τυπική, νομική άποψη, μέσα στο πλαίσιο της συνήθους αστικής δημοκρατίας και παραβλέποντας την ταξική πάλη και τον εμφύλιο πόλεμο, θα ήταν προδοσία της υπόθεσης του προλεταριάτου, και υιοθέτηση της αστικής άποψης.
 
Η προτεινόμενη λύση του Λένιν στο πρόβλημα ήταν η Συντακτική Συνέλευση να συμφωνήσει σε νέες εκλογές, για να εκπροσωπήσει καλύτερα την τωρινή θέληση του λαού, και να δεχθεί την Σοβιετική κυβέρνηση στο μεταξύ:
 
Η μόνη πιθανότητα για εξασφάλιση ανώδυνης λύσης στην κρίση που έχει δημιουργηθεί λόγω της απόκλισης μεταξύ των εκλογών για την Συντακτική Συνέλευση, από την μια μεριά, και της θέλησης του λαού και των συμφερόντων των εργαζομένων και εκμεταλλευομένων τάξεων, από την άλλη, είναι για τον λαό να ασκήσει όσον το δυνατόν ευρύτερα και ταχύτερα το δικαίωμα να εκλέξει τα μέλη της Συντακτικής Συνέλευσης εκ νέου, και για την Συντακτική Συνέλευση να δεχθεί την νομοθεσία της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής για αυτές τις νέες εκλογές, να διακηρύξει ότι ανεπιφύλακτα αναγνωρίζει την Σοβιετική εξουσία, την Σοβιετική επανάσταση, και την πολιτική της στα ζητήματα της ειρήνης, της γης και του εργατικού ελέγχου, και αποφασιστικά να ενταχθεί στο στρατόπεδο των εχθρών των αντεπαναστατών Καντέτ – Καλέντιν.
 
Δεν ήταν όλα τα μέλη του Μπολσεβίκικου κόμματος πρόθυμα να προχωρήσουν με αυτό που διαρκώς και περισσότερο έμοιαζε με την επερχόμενη κατάργηση της Συντακτικής Συνέλευσης. Στις αρχές Δεκεμβρίου, οι μετριοπαθείς είχαν ακόμα την πλειοψηφία μέσα στους βουλευτές των Μπολσεβίκων στην Συντακτική Συνέλευση, όμως ο Λένιν επικράτησε στην συνεδρίαση της 24ης Δεκεμβρίου [11 Δεκεμβρίου] 1917 της Κεντρικής Επιτροπής των Μπολσεβίκων, η οποία διέταξε τους Μπολσεβίκους βουλευτές να ακολουθήσουν την γραμμή του Λένιν.
Συνεδρίαση στην Πετρούπολη (5-6/18-19 Ιανουαρίου 1918)
 
Το πρωί της 18ης Ιανουαρίου [5 Ιανουαρίου] 1918, ένα μεγάλο πλήθος συγκεντρώθηκε στην Πετρούπολη για να βαδίσει προς το Ανάκτορο της Ταυρίδας για υποστήριξη της Συντακτικής Συνέλευσης. Πυροβολήθηκε και τράπηκε σε φυγή από στρατιώτες πιστούς στην κυβέρνηση Μπολσεβίκων – Αριστερών Εσέρων. Η πορεία δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο οι οργανωτές της είχαν ελπίσει: πολύ λιγότεροι στρατιώτες και εργάτες από τους αναμενόμενους είχαν παραστεί και η διαδήλωση αποτελούνταν κυρίως από φοιτητές της μεσαίας τάξης, δημοσίους υπαλλήλους και επαγγελματίες.
Το πρωί της 18ης Ιανουαρίου [5 Ιανουαρίου] 1918, ένα μεγάλο πλήθος συγκεντρώθηκε στην Πετρούπολη για να βαδίσει προς το Ανάκτορο της Ταυρίδας για υποστήριξη της Συντακτικής Συνέλευσης. Πυροβολήθηκε και τράπηκε σε φυγή από στρατιώτες πιστούς στην κυβέρνηση Μπολσεβίκων – Αριστερών Εσέρων. Η πορεία δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο οι οργανωτές της είχαν ελπίσει: πολύ λιγότεροι στρατιώτες και εργάτες από τους αναμενόμενους είχαν παραστεί και η διαδήλωση αποτελούνταν κυρίως από φοιτητές της μεσαίας τάξης, δημοσίους υπαλλήλους και επαγγελματίες.
Η απαρτία της Συντακτικής Συνέλευσης συνεδρίασε στο Ανάκτορο της Ταυρίδας στην Πετρούπολη, μεταξύ 4 μ.μ. και 4,40 π.μ., 18-19 Ιανουαρίου [5-6 Ιανουαρίου] 1918. Ένας σημαντικός Μπολσεβίκος, ο Ιβάν Σκβορτσόβ-Στεπάνοβ, σε ομιλία του εγκεκριμένη από τον Λένιν, εξήγησε την εναντίωση των Μπολσεβίκων στην “αστική δημοκρατία” υπέρ της ταξικής κυριαρχίας των αγροτών και των εργατών:
 
“Πως μπορείτε”, αναρωτήθηκε, “να επικαλείστε μια τέτοια έννοια, όπως η θέληση του λαού; Για έναν Μαρξιστή “ο λαός” είναι μια αδιανόητη ιδέα: ο λαός δεν δρα σαν ενιαία μονάδα. Ο λαός σαν μονάδα είναι απλή φαντασία, και αυτή η φαντασία χρειάζεται στις άρχουσες τάξεις. Αυτό είναι τελειωμένο μεταξύ μας”, συνόψισε. “Ανήκετε σε έναν κόσμο, με τους Καντέτ και τους αστούς, και εμείς σε έναν άλλο, με τους αγρότες και τους εργάτες”.
Η απαρτία της Συντακτικής Συνέλευσης συνεδρίασε στο Ανάκτορο της Ταυρίδας στην Πετρούπολη, μεταξύ 4 μ.μ. και 4,40 π.μ., 18-19 Ιανουαρίου [5-6 Ιανουαρίου] 1918. Ένας σημαντικός Μπολσεβίκος, ο Ιβάν Σκβορτσόβ-Στεπάνοβ, σε ομιλία του εγκεκριμένη από τον Λένιν, εξήγησε την εναντίωση των Μπολσεβίκων στην “αστική δημοκρατία” υπέρ της ταξικής κυριαρχίας των αγροτών και των εργατών:
Η Συνέλευση κυριαρχείτο από τους αντι-Μπολσεβίκους Δεξιούς Εσέρους: υπερ-εκπροσωπούντο χάρη στα ξεπερασμένα ψηφοδέλτια που παρέλειψαν να λάβουν υπόψη την διάσπασή τους από τους φιλο-Μπολσεβίκικη Αριστερά του Σοσιαλ-Επαναστατικού κόμματος. Ο Βίκτορ Τσερνόφ, ηγέτης των Δεξιών Εσέρων, εξελέγη Πρόεδρος της Συνέλευσης με 244 ψήφους προς 153 για την Μαρία Σπιριδόνοβα των Αριστερών Εσέρων. Οι Μπολσεβίκοι έβαλαν τα Διατάγματα του Δευτέρου Συνεδρίου των Σοβιέτ ενώπιον της Συνέλευσης για επικύρωση. Απορρίφθηκαν με 237 ψήφους προς 136.
 
Ήταν κατά συνέπεια φανερό ότι, ελεγχόμενη από τους Δεξιούς Εσέρους που θεωρούσαν την Ρωσία ανέτοιμη για την Σοβιετική εξουσία, η Συντακτική Συνέλευση αντιτίθετο στη Σοβιετική κυβέρνηση και δεν συμφωνούσε σε νέες εκλογές. Σε απομονωμένο χώρο, μια ειδική συνεδρίαση των Μπολσεβίκων και των Αριστερών Εσέρων αποφάσισε να διαλύσει την Συνέλευση. Ο Αναπληρωτής Λαϊκός Επίτροπος Ναυτικών Υποθέσεων Φιοντόρ Ρασκόλνικοβ διαβάζει μια έτοιμη δήλωση και οι Μπολσεβίκοι και οι Αριστεροί Εσέροι αποχώρησαν. Ο Λένιν έφυγε από το κτίριο για να πάει για ύπνο, καθοδηγώντας τους στρατιώτες να μην χρησιμοποιήσουν βία κατά των βουλευτών, αλλά να περιμένουν μέχρι να φύγουν από μόνοι τους.
“Πως μπορείτε”, αναρωτήθηκε, “να επικαλείστε μια τέτοια έννοια, όπως η θέληση του λαού; Για έναν Μαρξιστή “ο λαός” είναι μια αδιανόητη ιδέα: ο λαός δεν δρα σαν ενιαία μονάδα. Ο λαός σαν μονάδα είναι απλή φαντασία, και αυτή η φαντασία χρειάζεται στις άρχουσες τάξεις. Αυτό είναι τελειωμένο μεταξύ μας”, συνόψισε. “Ανήκετε σε έναν κόσμο, με τους Καντέτ και τους αστούς, και εμείς σε έναν άλλο, με τους αγρότες και τους εργάτες”.
Δεν υπάρχει ανάγκη να διαλύσουμε την Συντακτική Συνέλευση: απλά αφήστε τους να συζητάνε για όσο θέλουν και μετά διαλυθείτε, και αύριο δεν θα αφήσουμε ούτε έναν να μπει.28
 
Γύρω στις 4 π.μ. ο Διοικητής του Ανακτόρου της Ταυρίδας, ένας Αναρχικός ναύτης που λεγόταν Α. Γ. Ζελεζνιάκοβ, πλησίασε τον Τσερνόφ και είπε:
Η Συνέλευση κυριαρχείτο από τους αντι-Μπολσεβίκους Δεξιούς Εσέρους: υπερ-εκπροσωπούντο χάρη στα ξεπερασμένα ψηφοδέλτια που παρέλειψαν να λάβουν υπόψη την διάσπασή τους από τους φιλο-Μπολσεβίκικη Αριστερά του Σοσιαλ-Επαναστατικού κόμματος. Ο Βίκτορ Τσερνόφ, ηγέτης των Δεξιών Εσέρων, εξελέγη Πρόεδρος της Συνέλευσης με 244 ψήφους προς 153 για την Μαρία Σπιριδόνοβα των Αριστερών Εσέρων. Οι Μπολσεβίκοι έβαλαν τα Διατάγματα του Δευτέρου Συνεδρίου των Σοβιέτ ενώπιον της Συνέλευσης για επικύρωση. Απορρίφθηκαν με 237 ψήφους προς 136.
“Η φρουρά είναι κουρασμένη. Προτείνω να κλείσετε την συνεδρίαση και να τους αφήσετε να πάνε σπίτι”.28
 
Η Δεξιοί Εσέροι προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν τα τελευταία λεπτά της Συντακτικής Συνέλευσης για να περάσουν σοσιαλιστικά μέτρα, τα οποία είχαν παραλείψει να εφαρμόσουν τους μήνες της εξουσίας στην Προσωρινή Κυβέρνηση.31 Ο Τσερνόφ απάντησε στα Σοβιετικά Διατάγματα για την γη και την ειρήνη με το νομοσχέδιο των Εσέρων “Νόμος για την Γη”, το οποίο κήρυσσε ριζική μεταρρύθμιση για την γη, έναν νόμο που έκανε την Ρωσία δημοκρατική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (επικυρώνοντας έτσι την απόφαση της Προσωρινής Κυβέρνησης που εγκρίθηκε τον Σεπτέμβριο του 1917) και μια έκκληση προς τους Συμμάχους της Αντάντ για μια δημοκρατική ειρήνη. Η Συνέλευση ψήφισε υπέρ των προτάσεων, και προγραμμάτισε την επόμενη συνεδρίαση για τις 5 μ.μ. της 19ης Ιανουαρίου [6 Ιανουαρίου] 1918 και λύθηκε στις 4,40 π.μ. Την επόμενη ημέρα οι βουλευτές βρήκαν το κτίριο να είναι κλειστό και την Συνέλευση να έχει κηρυχθεί διαλυμένη από την Σοβιετική κυβέρνηση Μπολσεβίκων – Αριστερών Σοσιαλ-Επαναστατών. Η κυβέρνηση αμέσως συγκάλεσε το Τρίτο Συνέδριο των Σοβιέτ, στο οποίο υπήρχε μεγάλη πλειοψηφία των Μπολσεβίκων, σαν δημοκρατικό αντίβαρο στην διάλυση της Συντακτικής Συνέλευσης. Το διάταγμα της διάλυσης του Κοινοβουλίου κυρώθηκε από την Πανρωσική Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή (VTsIK) αργότερα εκείνη την ημέρα.
Ήταν κατά συνέπεια φανερό ότι, ελεγχόμενη από τους Δεξιούς Εσέρους που θεωρούσαν την Ρωσία ανέτοιμη για την Σοβιετική εξουσία, η Συντακτική Συνέλευση αντιτίθετο στη Σοβιετική κυβέρνηση και δεν συμφωνούσε σε νέες εκλογές. Σε απομονωμένο χώρο, μια ειδική συνεδρίαση των Μπολσεβίκων και των Αριστερών Εσέρων αποφάσισε να διαλύσει την Συνέλευση. Ο Αναπληρωτής Λαϊκός Επίτροπος Ναυτικών Υποθέσεων Φιοντόρ Ρασκόλνικοβ διαβάζει μια έτοιμη δήλωση και οι Μπολσεβίκοι και οι Αριστεροί Εσέροι αποχώρησαν. Ο Λένιν έφυγε από το κτίριο για να πάει για ύπνο, καθοδηγώντας τους στρατιώτες να μην χρησιμοποιήσουν βία κατά των βουλευτών, αλλά να περιμένουν μέχρι να φύγουν από μόνοι τους.
 
Δεν υπάρχει ανάγκη να διαλύσουμε την Συντακτική Συνέλευση: απλά αφήστε τους να συζητάνε για όσο θέλουν και μετά διαλυθείτε, και αύριο δεν θα αφήσουμε ούτε έναν να μπει.28
 
Γύρω στις 4 π.μ. ο Διοικητής του Ανακτόρου της Ταυρίδας, ένας Αναρχικός ναύτης που λεγόταν Α. Γ. Ζελεζνιάκοβ, πλησίασε τον Τσερνόφ και είπε:
 
“Η φρουρά είναι κουρασμένη. Προτείνω να κλείσετε την συνεδρίαση και να τους αφήσετε να πάνε σπίτι”.28
 
Οι Δεξιοί Εσέροι προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν τα τελευταία λεπτά της Συντακτικής Συνέλευσης για να περάσουν σοσιαλιστικά μέτρα, τα οποία είχαν παραλείψει να εφαρμόσουν τους μήνες της εξουσίας στην Προσωρινή Κυβέρνηση.31 Ο Τσερνόφ απάντησε στα Σοβιετικά Διατάγματα για την γη και την ειρήνη με το νομοσχέδιο των Εσέρων “Νόμος για την Γη”, το οποίο κήρυσσε ριζική μεταρρύθμιση για την γη, έναν νόμο που έκανε την Ρωσία δημοκρατική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (επικυρώνοντας έτσι την απόφαση της Προσωρινής Κυβέρνησης που εγκρίθηκε τον Σεπτέμβριο του 1917) και μια έκκληση προς τους Συμμάχους της Αντάντ για μια δημοκρατική ειρήνη. Η Συνέλευση ψήφισε υπέρ των προτάσεων, και προγραμμάτισε την επόμενη συνεδρίαση για τις 5 μ.μ. της 19ης Ιανουαρίου [6 Ιανουαρίου] 1918 και λύθηκε στις 4,40 π.μ. Την επόμενη ημέρα οι βουλευτές βρήκαν το κτίριο να είναι κλειστό και την Συνέλευση να έχει κηρυχθεί διαλυμένη από την Σοβιετική κυβέρνηση Μπολσεβίκων – Αριστερών Σοσιαλ-Επαναστατών. Η κυβέρνηση αμέσως συγκάλεσε το Τρίτο Συνέδριο των Σοβιέτ, στο οποίο υπήρχε μεγάλη πλειοψηφία των Μπολσεβίκων, σαν δημοκρατικό αντίβαρο στην διάλυση της Συντακτικής Συνέλευσης. Το διάταγμα της διάλυσης του Κοινοβουλίου κυρώθηκε από την Πανρωσική Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή (VTsIK) αργότερα εκείνη την ημέρα.
Η αντίδραση του λαού για το κλείσιμο
 
Λίγο μετά το κλείσιμο της Συντακτικής Συνέλευσης, ένας Δεξιός Εσέρος βουλευτής από την περιοχή του Βόλγα δήλωσε: “Να υπερασπιστεί την Συντακτική Συνέλευση, να υπερασπιστεί εμάς, τα μέλη της – αυτό είναι το καθήκον του λαού”. Ωστόσο, ο Ρόναλντ Γ. Κλαρκ σημειώνει ότι το κλείσιμο της Συντακτικής Συνέλευσης προκάλεσε “συγκριτικά μικρή αντίδραση, ακόμη και στους πολιτικούς κύκλους”. Ο Ορλάντο Φίτζις υποστήριξε: “Δεν υπήρξε μαζική αντίδραση για το κλείσιμο της Συντακτικής Συνέλευσης… Η διανόηση των Εσέρων είχε πάντα λάθος στην πεποίθησή της ότι οι αγρότες μοιράζονταν την λατρεία τους για την Συντακτική Συνέλευση… Για την μάζα των αγροτών… ήταν μονάχα ένα μακρινό γεγονός στην πόλη, που κυριαρχείται από τους “αρχηγούς” των διαφόρων κομμάτων, που δεν το καταλάβαιναν, και ήταν αρκετά αντίθετο από τις δικές τους πολιτικές οργανώσεις”.
Λίγο μετά το κλείσιμο της Συντακτικής Συνέλευσης, ένας Δεξιός Εσέρος βουλευτής από την περιοχή του Βόλγα δήλωσε: “Να υπερασπιστεί την Συντακτική Συνέλευση, να υπερασπιστεί εμάς, τα μέλη της – αυτό είναι το καθήκον του λαού”. Ωστόσο, ο Ρόναλντ Γ. Κλαρκ σημειώνει ότι το κλείσιμο της Συντακτικής Συνέλευσης προκάλεσε “συγκριτικά μικρή αντίδραση, ακόμη και στους πολιτικούς κύκλους”. Ο Ορλάντο Φίτζις υποστήριξε: “Δεν υπήρξε μαζική αντίδραση για το κλείσιμο της Συντακτικής Συνέλευσης… Η διανόηση των Εσέρων είχε πάντα λάθος στην πεποίθησή της ότι οι αγρότες μοιράζονταν την λατρεία τους για την Συντακτική Συνέλευση… Για την μάζα των αγροτών… ήταν μονάχα ένα μακρινό γεγονός στην πόλη, που κυριαρχείται από τους “αρχηγούς” των διαφόρων κομμάτων, που δεν το καταλάβαιναν, και ήταν αρκετά αντίθετο από τις δικές τους πολιτικές οργανώσεις”.
Ο Φίτζις υποστηρίζει ότι η αφοσίωση των Δεξιών Εσέρων στην Προσωρινή Κυβέρνηση, τους είχε απομονώσει από τους αγρότες: “Η αίσθηση ευθύνης για την κατάσταση που είχαν υιοθετήσει (και χωρίς αμφιβολία και λίγη υπερηφάνεια για τη νέα υπουργική ιδιότητά τους) οδήγησε τους Δεξιούς Εσέρους στο να απορρίψουν τις παλιές τρομοκρατικές τους μεθόδους επαναστατικής πάλης και να στηριχθούν αποκλειστικά σε κοινοβουλευτικές μεθόδους”.35
 
Πράγματι, οι μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι η Συντακτική Συνέλευση δεν είχε εκπροσωπήσει σωστά την βούληση της αγροτιάς. Τα ψηφοδέλτια για την Συνέλευση δεν είχαν διαχωριστεί μεταξύ των Δεξιών Εσέρων, οι οποίοι αντιμάχονταν την κυβέρνηση των Μπολσεβίκων, και των Αριστερών Εσέρων, οι οποίοι ήταν εταίροι του συνασπισμού με τους Μπολσεβίκους. Έτσι πολλοί ψήφοι των αγροτών που προορίζονταν για τους Αριστερούς Εσέρους εξέλεξαν Δεξιούς Εσέρους βουλευτές. Στην μελέτη του για την εκλογή της Συντακτικής Συνέλευσης, ο Ο. Χ. Ράντκεϊ υποστηρίζει:
Ο Φίτζις υποστηρίζει ότι η αφοσίωση των Δεξιών Εσέρων στην Προσωρινή Κυβέρνηση, τους είχε απομονώσει από τους αγρότες: “Η αίσθηση ευθύνης για την κατάσταση που είχαν υιοθετήσει (και χωρίς αμφιβολία και λίγη υπερηφάνεια για τη νέα υπουργική ιδιότητά τους) οδήγησε τους Δεξιούς Εσέρους στο να απορρίψουν τις παλιές τρομοκρατικές τους μεθόδους επαναστατικής πάλης και να στηριχθούν αποκλειστικά σε κοινοβουλευτικές μεθόδους”.35
Η εκλογή, συνεπώς, δεν μετρά την δυναμική αυτού του στοιχείου [δηλ. τους Αριστερούς Εσέρους]. Τα ψηφοδέλτια καταρτίστηκαν πολύ πριν συμβεί το σχίσμα [μεταξύ Αριστερών και Δεξιών Εσέρων]. ήταν υπερφορτωμένα με μεγαλύτερης ηλικίας εργάτες, των οποίων ο ριζοσπαστισμός είχε μετριαστεί από το 1917. Ο λαός ψήφισε τυφλά την ταμπέλα των Εσέρων… Το αριστερό ρεύμα ήταν αναμφίβολα ισχυρότερο παντού στις 12 Νοεμβρίου, παρά όταν συντάχθηκαν τα ψηφοδέλτια.
 
Ο Ράντκεϊ, έτσι, ισχυρίστηκε:
Πράγματι, οι μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι η Συντακτική Συνέλευση δεν είχε εκπροσωπήσει σωστά την βούληση της αγροτιάς. Τα ψηφοδέλτια για την Συνέλευση δεν είχαν διαχωριστεί μεταξύ των Δεξιών Εσέρων, οι οποίοι αντιμάχονταν την κυβέρνηση των Μπολσεβίκων, και των Αριστερών Εσέρων, οι οποίοι ήταν εταίροι του συνασπισμού με τους Μπολσεβίκους. Έτσι πολλοί ψήφοι των αγροτών που προορίζονταν για τους Αριστερούς Εσέρους εξέλεξαν Δεξιούς Εσέρους βουλευτές. Στην μελέτη του για την εκλογή της Συντακτικής Συνέλευσης, ο Ο. Χ. Ράντκεϊ υποστηρίζει:
Μοιραίας σημασίας ήταν το γεγονός ότι ενώ τα δημοκρατικά κόμματα σώρευσαν υβριστική γλώσσα εναντίον του [δηλ. του Λένιν] γι’ αυτή την πράξη δεσποτισμού, οι οπαδοί τους έδειξαν μικρή διάθεση να υπερασπιστούν έναν θεσμό που ο Ρωσικός λαός είχε πάψει να θεωρεί αναγκαίο για την εκπλήρωση των αγαπημένων επιθυμιών του. Επειδή η Συντακτική Συνέλευση, ακόμη και πριν να έχει υπάρξει, είχε πιαστεί σε ένα πισωγύρισμα του γρήγορα ρέοντος ρεύματος των επαναστατικών εξελίξεων και δεν ενέπνεε πια το ενδιαφέρον και την πίστη του γενικού πληθυσμού, που από μόνο του θα μπορούσε να την είχε εξασφαλίσει απέναντι σε έναν βίαιο θάνατο.
 
Η εκλογή, συνεπώς, δεν μετρά την δυναμική αυτού του στοιχείου [δηλ. τους Αριστερούς Εσέρους]. Τα ψηφοδέλτια καταρτίστηκαν πολύ πριν συμβεί το σχίσμα [μεταξύ Αριστερών και Δεξιών Εσέρων]. ήταν υπερφορτωμένα με μεγαλύτερης ηλικίας εργάτες, των οποίων ο ριζοσπαστισμός είχε μετριαστεί από το 1917. Ο λαός ψήφισε τυφλά την ταμπέλα των Εσέρων… Το αριστερό ρεύμα ήταν αναμφίβολα ισχυρότερο παντού στις 12 Νοεμβρίου, παρά όταν συντάχθηκαν τα ψηφοδέλτια.
 
Ο Ράντκεϊ, έτσι, ισχυρίστηκε:
 
Μοιραίας σημασίας ήταν το γεγονός ότι ενώ τα δημοκρατικά κόμματα σώρευσαν υβριστική γλώσσα εναντίον του [δηλ. του Λένιν] γι’ αυτή την πράξη δεσποτισμού, οι οπαδοί τους έδειξαν μικρή διάθεση να υπερασπιστούν έναν θεσμό που ο Ρωσικός λαός είχε πάψει να θεωρεί αναγκαίο για την εκπλήρωση των αγαπημένων επιθυμιών του. Επειδή η Συντακτική Συνέλευση, ακόμη και πριν να έχει υπάρξει, είχε πιαστεί σε ένα πισωγύρισμα του γρήγορα ρέοντος ρεύματος των επαναστατικών εξελίξεων και δεν ενέπνεε πια το ενδιαφέρον και την πίστη του γενικού πληθυσμού, που από μόνο του θα μπορούσε να την είχε εξασφαλίσει απέναντι σε έναν βίαιο θάνατο.
Μεταξύ Πετρούπολης και Σαμάρα (Ιανουάριος – Ιούνιος 1918)
 
Αποκλεισμένοι από το Ανάκτορο της Ταυρίδας, οι βουλευτές της Συντακτικής Συνέλευσης συνεδρίασαν στο Γυμνάσιο Γκούρεβιτς και πραγματοποίησαν έναν αριθμό μυστικών συσκέψεων, αλλά διαπίστωσαν ότι οι συνθήκες ήταν όλο και πιο επικίνδυνες. Κάποιοι προσπάθησαν να μετεγκατασταθούν στο ελεγχόμενο από την Τσεντράλνα Ράντα, Κίεβο, αλλά στις 28 Ιανουαρίου [15 Ιανουαρίου] 1918 οι δυνάμεις της Ράντα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη, πράγμα που τερμάτισε την Συντακτική Συνέλευση σαν συνεκτικό σώμα.
Αποκλεισμένοι από το Ανάκτορο της Ταυρίδας, οι βουλευτές της Συντακτικής Συνέλευσης συνεδρίασαν στο Γυμνάσιο Γκούρεβιτς και πραγματοποίησαν έναν αριθμό μυστικών συσκέψεων, αλλά διαπίστωσαν ότι οι συνθήκες ήταν όλο και πιο επικίνδυνες. Κάποιοι προσπάθησαν να μετεγκατασταθούν στο ελεγχόμενο από την Τσεντράλνα Ράντα, Κίεβο, αλλά στις 28 Ιανουαρίου [15 Ιανουαρίου] 1918 οι δυνάμεις της Ράντα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη, πράγμα που τερμάτισε την Συντακτική Συνέλευση σαν συνεκτικό σώμα.
Η Κεντρική Επιτροπή των Σοσιαλ-Επαναστατών συνεδρίασε τον Ιανουάριο και αποφάσισε κατά της ένοπλης αντίστασης αφού:
 
Ο Μπολσεβικισμός, αντίθετα από την Τσαρική απολυταρχία, βασίζεται στους εργάτες και στρατιώτες οι οποίοι είναι ακόμη τυφλωμένοι, δεν έχουν χάσει την πίστη τους σε αυτόν, και δεν βλέπουν ότι είναι μοιραίος για την υπόθεση της εργατικής τάξης.
Η Κεντρική Επιτροπή των Σοσιαλ-Επαναστατών συνεδρίασε τον Ιανουάριο και αποφάσισε κατά της ένοπλης αντίστασης αφού:
Αντ’ αυτού οι σοσιαλιστές (οι Σοσιαλ-Επαναστάτες και οι Μενσεβίκοι σύμμαχοί τους) αποφάσισαν να εργαστούν μέσα στο Σοβιετικό σύστημα και επέστρεψαν στην Σοβιετική Πανρωσική Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή (VTsIK), το Σοβιέτ της Πετρούπολης και άλλα Σοβιετικά όργανα, απ’ όπου είχαν αποχωρήσει κατά την εξέγερση των Μπολσεβίκων τον Οκτώβριο του 1917. Ήλπιζαν ότι οι εκ νέου εκλογές των Σοβιέτ θα έπαιρναν τον δρόμο τους μόλις οι Μπολσεβίκοι θα αποδεικνύονταν ανίκανοι να λύσουν τα πιεστικά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα. Τότε θα αποκτούσαν πλειοψηφία μέσα στα τοπικά Σοβιέτ και, τελικά, στην Σοβιετική κυβέρνηση, όπου θα μπορούσαν να επανα-συγκαλέσουν την Συντακτική Συνέλευση.
 
Το σχέδιο των σοσιαλιστών ήταν μερικώς επιτυχημένο στο ότι οι εκ νέου εκλογές των Σοβιέτ τον χειμώνα και ιδιαίτερα την άνοιξη του 1918 απέφεραν φιλο-Εσερικές και αντι-Μπολσεβίκικες πλειοψηφίες, αλλά το σχέδιό τους διαψεύστηκε από την άρνηση της Σοβιετικής κυβέρνησης να δεχθεί τα αποτελέσματα των εκλογών και την επαναλαμβανόμενη απ’ αυτή διάλυση των αντι-Μπολσεβίκικων Σοβιέτ. Όπως ένας από τους Μπολσεβίκους ηγέτες στην Τούλα, ο Ν. Β. Κοπίλοβ, έγραψε στην Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων στις αρχές του 1918:
Ο Μπολσεβικισμός, αντίθετα από την Τσαρική απολυταρχία, βασίζεται στους εργάτες και στρατιώτες οι οποίοι είναι ακόμη τυφλωμένοι, δεν έχουν χάσει την πίστη τους σε αυτόν, και δεν βλέπουν ότι είναι μοιραίος για την υπόθεση της εργατικής τάξης.
Μετά την μεταβίβαση της εξουσίας στα Σοβιέτ, άρχισε η ταχεία μεταστροφή στην διάθεση των εργατών. Οι Μπολσεβίκοι βουλευτές άρχισαν να ανακαλούνται ο ένας μετά τον άλλο, και σύντομα η γενική κατάσταση πήρε μια μάλλον δυσμενή μορφή. Παρά το γεγονός ότι υπήρχε σχίσμα ανάμεσα στους Εσέρους, και οι Αριστεροί Εσέροι ήταν μαζί μας, η κατάστασή μας γινόταν και πιο κλονισμένη κάθε ημέρα. Ήμασταν αναγκασμένοι να εμποδίσουμε τις νέες εκλογές για το σοβιέτ και ακόμη να μην τις αναγνωρίσουμε όπου είχαν γίνει όχι υπέρ μας.
 
Σε απάντηση, οι Σοσιαλ-Επαναστάτες και οι Μενσεβίκοι άρχισαν τις Συνελεύσεις των Πληρεξουσίων των Εργατών, που λειτουργούσαν παράλληλα με τα κυριαρχούμενα από τους Μπολσεβίκους Σοβιέτ. Η ιδέα αποδείχθηκε δημοφιλής μέσα στους εργάτες, αλλά είχαν μικρή επίδραση στην κυβέρνηση των Μπολσεβίκων.
Αντ’ αυτού οι σοσιαλιστές (οι Σοσιαλ-Επαναστάτες και οι Μενσεβίκοι σύμμαχοί τους) αποφάσισαν να εργαστούν μέσα στο Σοβιετικό σύστημα και επέστρεψαν στην Σοβιετική Πανρωσική Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή (VTsIK), το Σοβιέτ της Πετρούπολης και άλλα Σοβιετικά όργανα, απ’ όπου είχαν αποχωρήσει κατά την εξέγερση των Μπολσεβίκων τον Οκτώβριο του 1917. Ήλπιζαν ότι οι εκ νέου εκλογές των Σοβιέτ θα έπαιρναν τον δρόμο τους μόλις οι Μπολσεβίκοι θα αποδεικνύονταν ανίκανοι να λύσουν τα πιεστικά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα. Τότε θα αποκτούσαν πλειοψηφία μέσα στα τοπικά Σοβιέτ και, τελικά, στην Σοβιετική κυβέρνηση, όπου θα μπορούσαν να επανα-συγκαλέσουν την Συντακτική Συνέλευση.
Με την υπογραφή της Συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόφσκ από τους Μπολσεβίκους στις 3 Μαρτίου 1918, η ηγεσία των Σοσιαλ-Επαναστατών έβλεπε διαρκώς περισσότερο την κυβέρνηση των Μπολσεβίκων σαν εκπρόσωπο των Γερμανών. Ήταν πρόθυμοι να σκεφτούν μια συμμαχία με τους φιλελεύθερους Συνταγματικούς Δημοκράτες, η οποία είχε απορριφθεί πρόσφατα, τον Δεκέμβριο του 1917, από το Τέταρτο Συνέδριο του Κόμματός τους. Σοσιαλιστές και Φιλελεύθεροι είχαν συνομιλίες για την δημιουργία ενός ενωμένου αντι-Μπολσεβίκικου μετώπου στη Μόσχα στα τέλη Μαρτίου. Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν αφού οι Εσέροι επέμεναν στην εκ νέου σύγκληση της Συντακτικής Συνέλευσης, όπως εκλέχτηκε τον Νοέμβριο του 1917, ενώ οι Συνταγματικοί Δημοκράτες, που είχαν πάρει λίγες ψήφους στις εκλογές του Νοεμβρίου, απαιτούσαν νέες εκλογές.
 
Το σχέδιο των σοσιαλιστών ήταν μερικώς επιτυχημένο στο ότι οι εκ νέου εκλογές των Σοβιέτ τον χειμώνα και ιδιαίτερα την άνοιξη του 1918 απέφεραν φιλο-Εσερικές και αντι-Μπολσεβίκικες πλειοψηφίες, αλλά το σχέδιό τους διαψεύστηκε από την άρνηση της Σοβιετικής κυβέρνησης να δεχθεί τα αποτελέσματα των εκλογών και την επαναλαμβανόμενη απ’ αυτή διάλυση των αντι-Μπολσεβίκικων Σοβιέτ. Όπως ένας από τους Μπολσεβίκους ηγέτες στην Τούλα, ο Ν. Β. Κοπίλοβ, έγραψε στην Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων στις αρχές του 1918:
 
Μετά την μεταβίβαση της εξουσίας στα Σοβιέτ, άρχισε η ταχεία μεταστροφή στην διάθεση των εργατών. Οι Μπολσεβίκοι βουλευτές άρχισαν να ανακαλούνται ο ένας μετά τον άλλο, και σύντομα η γενική κατάσταση πήρε μια μάλλον δυσμενή μορφή. Παρά το γεγονός ότι υπήρχε σχίσμα ανάμεσα στους Εσέρους, και οι Αριστεροί Εσέροι ήταν μαζί μας, η κατάστασή μας γινόταν και πιο κλονισμένη κάθε ημέρα. Ήμασταν αναγκασμένοι να εμποδίσουμε τις νέες εκλογές για το σοβιέτ και ακόμη να μην τις αναγνωρίσουμε όπου είχαν γίνει όχι υπέρ μας.
 
Σε απάντηση, οι Σοσιαλ-Επαναστάτες και οι Μενσεβίκοι άρχισαν τις Συνελεύσεις των Πληρεξουσίων των Εργατών, που λειτουργούσαν παράλληλα με τα κυριαρχούμενα από τους Μπολσεβίκους Σοβιέτ. Η ιδέα αποδείχθηκε δημοφιλής μέσα στους εργάτες, αλλά είχαν μικρή επίδραση στην κυβέρνηση των Μπολσεβίκων.
 
Με την υπογραφή της Συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόφσκ από τους Μπολσεβίκους στις 3 Μαρτίου 1918, η ηγεσία των Σοσιαλ-Επαναστατών έβλεπε διαρκώς περισσότερο την κυβέρνηση των Μπολσεβίκων σαν εκπρόσωπο των Γερμανών. Ήταν πρόθυμοι να σκεφτούν μια συμμαχία με τους φιλελεύθερους Συνταγματικούς Δημοκράτες, η οποία είχε απορριφθεί πρόσφατα, τον Δεκέμβριο του 1917, από το Τέταρτο Συνέδριο του Κόμματός τους. Σοσιαλιστές και Φιλελεύθεροι είχαν συνομιλίες για την δημιουργία ενός ενωμένου αντι-Μπολσεβίκικου μετώπου στη Μόσχα στα τέλη Μαρτίου. Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν αφού οι Εσέροι επέμεναν στην εκ νέου σύγκληση της Συντακτικής Συνέλευσης, όπως εκλέχτηκε τον Νοέμβριο του 1917, ενώ οι Συνταγματικοί Δημοκράτες, που είχαν πάρει λίγες ψήφους στις εκλογές του Νοεμβρίου, απαιτούσαν νέες εκλογές.
 
Η Επιτροπή της Σαμάρα (Ιούνιος – Σεπτέμβριος 1918)
 
Στις 7 Μαΐου 1918 (νέο ημερολόγιο από αυτό το σημείο και μετά) το Όγδοο Συμβούλιο του Σοσιαλ-Επαναστατικού Κόμματος συνήλθε στη Μόσχα και αποφάσισε να αρχίσει εξέγερση κατά των Μπολσεβίκων με στόχο την εκ νέου σύγκληση της Συντακτικής Συνέλευσης. Ενώ οι προετοιμασίες ήταν σε εξέλιξη, οι Τσεχοσλοβακικές Λεγεώνες ανέτρεψαν την εξουσία των Μπολσεβίκων στην Σιβηρία, τα Ουράλια και την περιοχή του Βόλγα, τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου 1918 και η δραστηριότητα των Εσέρων στράφηκε εκεί. Στις 8 Ιουνίου 1918, πέντε μέλη της Συντακτικής Συνέλευσης σχημάτισαν την Πανρωσική Επιτροπή της Συντακτικής Συνέλευσης (Komuch) στη Σαμάρα και την ανακήρυξαν ως την νέα ανώτατη αρχή της χώρας.
Στις 7 Μαΐου 1918 (νέο ημερολόγιο από αυτό το σημείο και μετά) το Όγδοο Συμβούλιο του Σοσιαλ-Επαναστατικού Κόμματος συνήλθε στη Μόσχα και αποφάσισε να αρχίσει εξέγερση κατά των Μπολσεβίκων με στόχο την εκ νέου σύγκληση της Συντακτικής Συνέλευσης. Ενώ οι προετοιμασίες ήταν σε εξέλιξη, οι Τσεχοσλοβακικές Λεγεώνες ανέτρεψαν την εξουσία των Μπολσεβίκων στην Σιβηρία, τα Ουράλια και την περιοχή του Βόλγα, τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου 1918 και η δραστηριότητα των Εσέρων στράφηκε εκεί. Στις 8 Ιουνίου 1918, πέντε μέλη της Συντακτικής Συνέλευσης σχημάτισαν την Πανρωσική Επιτροπή της Συντακτικής Συνέλευσης (Komuch) στη Σαμάρα και την ανακήρυξαν ως την νέα ανώτατη αρχή της χώρας.
Η Επιτροπή είχε την υποστήριξη των Τσεχοσλοβακικών Λεγεώνων και μπορούσε να επεκτείνει την εξουσία της σε μεγάλο μέρος της περιοχής Βόλγα-Κάμα. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος των περιοχών Σιβηρίας και Ουραλίων ελεγχόταν από ένα συνονθύλευμα εθνικών, Κοζάκικων, στρατιωτικών και φιλελεύθερων-δεξιών τοπικών κυβερνήσεων, οι οποίες συνεχώς συγκρούονταν με την Επιτροπή. Η Επιτροπή λειτούργησε ως τις 20 Σεπτεμβρίου 1918, αυξάνοντας τελικά σε 90 τα μέλη της Συντακτικής Συνέλευσης, όταν η λεγόμενη “Κρατική Συνδιάσκεψη” εκπροσωπώντας όλες τις αντι-Μπολσεβίκικες τοπικές κυβερνήσεις από τον Βόλγα ως τον Ειρηνικό Ωκεανό, σχημάτισαν τον συνασπισμό “Πανρωσική Ανωτάτη Αρχή” (γνωστή ως το “Διευθυντήριο της Ούφα”) με απώτερο σκοπό την εκ νέου σύγκληση της Συντακτικής Συνέλευσης όταν το επέτρεπαν οι περιστάσεις:
 
Η Επιτροπή είχε την υποστήριξη των Τσεχοσλοβακικών Λεγεώνων και μπορούσε να επεκτείνει την εξουσία της σε μεγάλο μέρος της περιοχής Βόλγα-Κάμα. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος των περιοχών Σιβηρίας και Ουραλίων ελεγχόταν από ένα συνονθύλευμα εθνικών, Κοζάκικων, στρατιωτικών και φιλελεύθερων-δεξιών τοπικών κυβερνήσεων, οι οποίες συνεχώς συγκρούονταν με την Επιτροπή. Η Επιτροπή λειτούργησε ως τις 20 Σεπτεμβρίου 1918, αυξάνοντας τελικά σε 90 τα μέλη της Συντακτικής Συνέλευσης, όταν η λεγόμενη “Κρατική Συνδιάσκεψη” εκπροσωπώντας όλες τις αντι-Μπολσεβίκικες τοπικές κυβερνήσεις από τον Βόλγα ως τον Ειρηνικό Ωκεανό, σχημάτισαν τον συνασπισμό “Πανρωσική Ανωτάτη Αρχή” (γνωστή ως το “Διευθυντήριο της Ούφα”) με απώτερο σκοπό την εκ νέου σύγκληση της Συντακτικής Συνέλευσης όταν το επέτρεπαν οι περιστάσεις:
 
2. Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της η κυβέρνηση θα καθοδηγείται απαρέγκλιτα από τα αναμφισβήτητα ανώτατα δικαιώματα της Συντακτικής Συνέλευσης. Θα διασφαλίζει ακούραστα ότι οι ενέργειες όλων των οργάνων, υφισταμένων στην Προσωρινή Κυβέρνηση, με κανέναν τρόπο δεν τείνουν να παραβιάσουν τα δικαιώματα της Συντακτικής Συνέλευσης ή να εμποδίσουν την επανάληψη των εργασιών της.
 
3. Θα παρουσιάσει έναν απολογισμό των δραστηριοτήτων της στην Συντακτική Συνέλευση, αμέσως μόλις η Συντακτική Συνέλευση δηλώσει ότι ξανάρχισε να λειτουργεί. Θα υποταχθεί άνευ όρων στην Συντακτική Συνέλευση, ως την μόνη ανώτατη αρχή στην χώρα.
 
Η Πανρωσική Συντακτική Συνέλευση συνέχισε να λειτουργεί ως “το Κογκρέσο των Μελών της Συντακτικής Συνέλευσης”, αλλά δεν είχε πραγματική εξουσία, αν και το Διευθυντήριο δεσμεύτηκε να την στηρίζει:
Η Πανρωσική Συντακτική Συνέλευση συνέχισε να λειτουργεί ως “το Κογκρέσο των Μελών της Συντακτικής Συνέλευσης”, αλλά δεν είχε πραγματική εξουσία, αν και το Διευθυντήριο δεσμεύτηκε να την στηρίζει:
Κάθε δυνατή βοήθεια στο Κογκρέσο των Μελών της Συντακτικής Συνέλευσης, που λειτουργεί ως νόμιμο όργανο του κράτους, στην ανεξάρτητη εργασία του της διασφάλισης της μετεγκατάστασης των μελών της Συντακτικής Συνέλευσης, επισπεύδοντας και προετοιμάζοντας την επανάληψη της δραστηριότητας της Συντακτικής Συνέλευσης με την παρούσα σύνθεσή της.46
 
Αρχικά, η συμφωνία είχε την στήριξη της Κεντρικής Επιτροπής των Σοσιαλ-Επαναστατών, η οποία απέστειλε δύο μέλη της δεξιάς της πτέρυγας, τον Νικολάι Αυξεντίεφ και τον Βλαδίμηρο Ζενζινόβ, στο πενταμελές Διευθυντήριο της Ούφα. Ωστόσο, όταν ο Βίκτορ Τσερνόφ έφτασε στην Σαμάρα στις 19 Σεπτεμβρίου 1918, μπόρεσε να πείσει την Κεντρική Επιτροπή να αποσύρει την στήριξη από το Διευθυντήριο επειδή το θεώρησε πολύ συντηρητικό και την παρουσία των Εσέρων εκεί ελλιπή. Αυτό έβαλε το Διευθυντήριο σε πολιτικό κενό και δύο μήνες αργότερα, στις 18 Νοεμβρίου 1918, καταλύθηκε από δεξιούς αξιωματικούς που κατέστησαν τον Ναύαρχο Αλεξάντερ Κολτσάκ τον νέο “ανώτατο άρχοντα”.
Αρχικά, η συμφωνία είχε την στήριξη της Κεντρικής Επιτροπής των Σοσιαλ-Επαναστατών, η οποία απέστειλε δύο μέλη της δεξιάς της πτέρυγας, τον Νικολάι Αυξεντίεφ και τον Βλαδίμηρο Ζενζινόβ, στο πενταμελές Διευθυντήριο της Ούφα. Ωστόσο, όταν ο Βίκτορ Τσερνόφ έφτασε στην Σαμάρα στις 19 Σεπτεμβρίου 1918, μπόρεσε να πείσει την Κεντρική Επιτροπή να αποσύρει την στήριξη από το Διευθυντήριο επειδή το θεώρησε πολύ συντηρητικό και την παρουσία των Εσέρων εκεί ελλιπή. Αυτό έβαλε το Διευθυντήριο σε πολιτικό κενό και δύο μήνες αργότερα, στις 18 Νοεμβρίου 1918, καταλύθηκε από δεξιούς αξιωματικούς που κατέστησαν τον Ναύαρχο Αλεξάντερ Κολτσάκ τον νέο “ανώτατο άρχοντα”.
Τελειωτική κατάρρευση
 
Μετά την πτώση του Διευθυντηρίου της Ούφα, ο Τσερνόφ διατύπωσε αυτό που αποκαλούσε ο “τρίτος δρόμος” τόσο κατά των Μπολσεβίκων, όσο και κατά του φιλελεύθερου-δεξιού Λευκού Κινήματος, αλλά οι προσπάθειες των Εσέρων να επιβληθούν σαν ανεξάρτητη δύναμη ήταν ανεπιτυχείς και το κόμμα, πάντα δύστροπο, άρχισε να αποσυντίθεται. Στα Δεξιά, ο Αυξεντίεφ και ο Ζενζινόβ πήγαν στο εξωτερικό με την άδεια του Κολτσάκ. Στα Αριστερά, κάποιοι Εσέροι συνδιαλέχθηκαν με τους Μπολσεβίκους. Ο Τσερνόφ προσπάθησε να οργανώσει μια εξέγερση κατά του Κολτσάκ τον Δεκέμβριο του 1918, αλλά κατεστάλη και οι συμμετέχοντες εκτελέστηκαν. Τον Φεβρουάριο του 1919 η Κεντρική Επιτροπή των Εσέρων αποφάσισε ότι οι Μπολσεβίκοι ήταν το μικρότερο από τα δύο κακά και εγκατέλειψε τον ένοπλο αγώνα εναντίον τους. Οι Μπολσεβίκοι επέτρεψαν η Κεντρική Επιτροπή των Εσέρων να επανιδρυθεί στη Μόσχα και να αρχίσει να εκδίδει μια εφημερίδα του κόμματος τον Μάρτιο του 1919, αλλά σύντομα συνελήφθησαν και πέρασαν το υπόλοιπο του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου στη φυλακή. Ο Τσερνόφ πέρασε στην παρανομία και τελικά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ρωσία, ενώ τα φυλακισμένα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής πέρασαν από δίκη το 1922 και οι ηγέτες τους καταδικάστηκαν σε θάνατο, αν και οι ποινές τους ανεστάλησαν.
Μετά την πτώση του Διευθυντηρίου της Ούφα, ο Τσερνόφ διατύπωσε αυτό που αποκαλούσε ο “τρίτος δρόμος” τόσο κατά των Μπολσεβίκων, όσο και κατά του φιλελεύθερου-δεξιού Λευκού Κινήματος, αλλά οι προσπάθειες των Εσέρων να επιβληθούν σαν ανεξάρτητη δύναμη ήταν ανεπιτυχείς και το κόμμα, πάντα δύστροπο, άρχισε να αποσυντίθεται. Στα Δεξιά, ο Αυξεντίεφ και ο Ζενζινόβ πήγαν στο εξωτερικό με την άδεια του Κολτσάκ. Στα Αριστερά, κάποιοι Εσέροι συνδιαλέχθηκαν με τους Μπολσεβίκους. Ο Τσερνόφ προσπάθησε να οργανώσει μια εξέγερση κατά του Κολτσάκ τον Δεκέμβριο του 1918, αλλά κατεστάλη και οι συμμετέχοντες εκτελέστηκαν. Τον Φεβρουάριο του 1919 η Κεντρική Επιτροπή των Εσέρων αποφάσισε ότι οι Μπολσεβίκοι ήταν το μικρότερο από τα δύο κακά και εγκατέλειψε τον ένοπλο αγώνα εναντίον τους. Οι Μπολσεβίκοι επέτρεψαν η Κεντρική Επιτροπή των Εσέρων να επανιδρυθεί στη Μόσχα και να αρχίσει να εκδίδει μια εφημερίδα του κόμματος τον Μάρτιο του 1919, αλλά σύντομα συνελήφθησαν και πέρασαν το υπόλοιπο του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου στη φυλακή. Ο Τσερνόφ πέρασε στην παρανομία και τελικά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ρωσία, ενώ τα φυλακισμένα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής πέρασαν από δίκη το 1922 και οι ηγέτες τους καταδικάστηκαν σε θάνατο, αν και οι ποινές τους ανεστάλησαν.
Με το κύριο φιλο-Συντακτική Συνέλευση κόμμα εκτός εικόνας, η μόνη απομένουσα δύναμη που υποστήριζε την εκ νέου σύγκληση ήταν οι Σύμμαχοι της Αντάντ. Στις 26 Μαΐου 1919, οι Σύμμαχοι προσέφεραν στον Κολτσάκ την στήριξή τους βασισμένη σε μια σειρά προϋποθέσεων, περιλαμβανομένων των ελεύθερων εκλογών σε όλα τα επίπεδα της διακυβέρνησης και την παλινόρθωση της Συντακτικής Συνέλευσης. Στις 4 Ιουνίου 1919 ο Κολτσάκ δέχτηκε τις περισσότερες από τις προϋποθέσεις, αλλά αρνήθηκε να συγκαλέσει εκ νέου την Συνέλευση που εκλέχτηκε τον Νοέμβριο του 1917 αφού, ισχυρίστηκε, είχε εκλεγεί υπό την εξουσία των Μπολσεβίκων και οι εκλογές δεν ήταν εντελώς ελεύθερες. Στις 12 Ιουνίου 1919, οι Σύμμαχοι έκριναν την απάντηση ικανοποιητική και η απαίτηση για εκ νέου σύγκληση της αρχικής Συντακτικής Συνέλευσης εγκαταλείφθηκε.
 
Τόσο ο Κολτσάκ, όσο και ο ηγέτης του Λευκού Κινήματος στη Νότια Ρωσία, Στρατηγός Άντον Ντενίκιν, επίσημα προσυπέγραψαν την αρχή του “μη προκαθορισμού”, δηλαδή αρνήθηκαν να καθορίσουν τι είδους κοινωνικό ή πολιτικό σύστημα θα είχε η Ρωσία μόλις ανατρέπονταν ο Μπολσεβικισμός. Ο Κολτσάκ και ο Ντενίκιν έκαναν γενικές επαγγελίες με την έννοια ότι δεν θα υπήρχε επιστροφή στο παρελθόν και ότι θα υπήρχε κάποια μορφή λαϊκής εκπροσώπησης. Ωστόσο, όπως ένας Ρώσος δημοσιογράφος παρατήρησε τότε:
Με το κύριο φιλο-Συντακτική Συνέλευση κόμμα εκτός εικόνας, η μόνη απομένουσα δύναμη που υποστήριζε την εκ νέου σύγκληση ήταν οι Σύμμαχοι της Αντάντ. Στις 26 Μαΐου 1919, οι Σύμμαχοι προσέφεραν στον Κολτσάκ την στήριξή τους βασισμένη σε μια σειρά προϋποθέσεων, περιλαμβανομένων των ελεύθερων εκλογών σε όλα τα επίπεδα της διακυβέρνησης και την παλινόρθωση της Συντακτικής Συνέλευσης. Στις 4 Ιουνίου 1919 ο Κολτσάκ δέχτηκε τις περισσότερες από τις προϋποθέσεις, αλλά αρνήθηκε να συγκαλέσει εκ νέου την Συνέλευση που εκλέχτηκε τον Νοέμβριο του 1917 αφού, ισχυρίστηκε, είχε εκλεγεί υπό την εξουσία των Μπολσεβίκων και οι εκλογές δεν ήταν εντελώς ελεύθερες. Στις 12 Ιουνίου 1919, οι Σύμμαχοι έκριναν την απάντηση ικανοποιητική και η απαίτηση για εκ νέου σύγκληση της αρχικής Συντακτικής Συνέλευσης εγκαταλείφθηκε.
 
Τόσο ο Κολτσάκ, όσο και ο ηγέτης του Λευκού Κινήματος στη Νότια Ρωσία, Στρατηγός Άντον Ντενίκιν, επίσημα προσυπέγραψαν την αρχή του “μη προκαθορισμού”, δηλαδή αρνήθηκαν να καθορίσουν τι είδους κοινωνικό ή πολιτικό σύστημα θα είχε η Ρωσία μόλις ανατρέπονταν ο Μπολσεβικισμός. Ο Κολτσάκ και ο Ντενίκιν έκαναν γενικές επαγγελίες με την έννοια ότι δεν θα υπήρχε επιστροφή στο παρελθόν και ότι θα υπήρχε κάποια μορφή λαϊκής εκπροσώπησης. Ωστόσο, όπως ένας Ρώσος δημοσιογράφος παρατήρησε τότε:
στην ίδια την Ομσκ… φαινόταν ένας πολιτικός σχηματισμός που ήταν πρόθυμοι να υποσχεθούν ο,τιδήποτε ήθελαν οι Σύμμαχοι, ενώ έλεγαν ότι “Όταν φτάσουμε στη Μόσχα μπορούμε να μιλήσουμε μαζί τους σε διαφορετικό τόνο”.
 
Τα πολυάριθμα απομνημονεύματα που εκδόθηκαν από τους ηγέτες του Λευκού Κινήματος μετά την ήττα τους, δεν είναι πειστικά για το ζήτημα αυτό. Δεν φαίνεται να υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να πούμε ποια ομάδα στο Λευκό Κίνημα θα επικρατούσε στην περίπτωση Λευκής νίκης και κατά πόσον θα είχαν γίνει νέες εκλογές για Συντακτική Συνέλευση, πολύ λιγότερο πόσο περιορισμένες θα ήταν.
Τα πολυάριθμα απομνημονεύματα που εκδόθηκαν από τους ηγέτες του Λευκού Κινήματος μετά την ήττα τους, δεν είναι πειστικά για το ζήτημα αυτό. Δεν φαίνεται να υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να πούμε ποια ομάδα στο Λευκό Κίνημα θα επικρατούσε στην περίπτωση Λευκής νίκης και κατά πόσον θα είχαν γίνει νέες εκλογές για Συντακτική Συνέλευση, πολύ λιγότερο πόσο περιορισμένες θα ήταν.
Μετά την νίκη των Μπολσεβίκων στον Εμφύλιο Πόλεμο στα τέλη του 1920, 38 μέλη της Συντακτικής Συνέλευσης συνεδρίασαν στο Παρίσι το 1921 και σχημάτισαν μια εκτελεστική επιτροπή, η οποία αποτελούνταν από τον ηγέτη των Συνταγματικών Δημοκρατών Πάβελ Μιλιούκοφ, έναν εκ των Προοδευτικών ηγετών, τον Αλεξάντερ Κονοβαλόφ, το μέλος του Διευθυντηρίου της Ούφα Αυξεντίεφ και τον επικεφαλή της Προσωρινής Κυβέρνησης Κερένσκι. Όπως και οι άλλες οργανώσεις φυγάδων, αποδείχτηκε αναποτελεσματική.
 
Μετά την νίκη των Μπολσεβίκων στον Εμφύλιο Πόλεμο στα τέλη του 1920, 38 μέλη της Συντακτικής Συνέλευσης συνεδρίασαν στο Παρίσι το 1921 και σχημάτισαν μια εκτελεστική επιτροπή, η οποία αποτελούνταν από τον ηγέτη των Συνταγματικών Δημοκρατών Πάβελ Μιλιούκοφ, έναν εκ των Προοδευτικών ηγετών, τον Αλεξάντερ Κονοβαλόφ, το μέλος του Διευθυντηρίου της Ούφα Αυξεντίεφ και τον επικεφαλή της Προσωρινής Κυβέρνησης Κερένσκι. Όπως και οι άλλες οργανώσεις φυγάδων, αποδείχτηκε αναποτελεσματική.
Ιστορικές αμφισβητήσεις
 
Σύμφωνα με ένα βιβλίο του 1975, το Leninism under Lenin (Ο Λενινισμός υπό τον Λένιν) του Μαρσέλ Λήμπμαν, οι Μπολσεβίκοι και οι σύμμαχοί τους είχαν την πλειοψηφία στα Σοβιέτ λόγω του ασυνήθιστου εκλογικού συστήματος. Κατά το Σοβιετικό Σύνταγμα του 1918, κάθε αστικό (και συνήθως υπέρ των Μπολσεβίκων) Σοβιέτ είχε 1 αντιπρόσωπο ανά 25.000 ψηφοφόρους. Σε κάθε αγροτικό (συνήθως υπέρ των Εσέρων) Σοβιέτ επιτράπηκε μόνο 1 αντιπρόσωπος ανά 125.000 ψηφοφόρους. Οι Μπολσεβίκοι δικαιολόγησαν το κλείσιμο της Συνέλευσης επισημαίνοντας ότι οι εκλογές δεν έλαβαν υπόψη την διάσπαση στο Κόμμα των Εσέρων. Λίγες εβδομάδες αργότερα οι Αριστεροί Εσέροι και οι Δεξιοί Εσέροι πήραν σχεδόν τις ίδιες ψήφους στα Αγροτικά Σοβιέτ. Οι Μπολσεβίκοι επίσης ισχυρίστηκαν ότι τα Σοβιέτ ήταν περισσότερο δημοκρατικά, καθώς οι αντιπρόσωποι μπορούσαν να απομακρυνθούν από τους εκλέκτορές τους άμεσα και όχι το κοινοβουλευτικό στυλ της Συνέλευσης, όπου τα εκλεγμένα μέλη μπορούσαν να απομακρυνθούν μόνο μετά από χρόνια, στις επόμενες εκλογές. Το βιβλίο εξηγεί ότι όλες οι εκλογές στα Αγροτικά και Αστικά Σοβιέτ ήταν ελεύθερες και αυτά τα Σοβιέτ μετά εξέλεξαν το Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, το οποίο επέλεξε την Σοβιετική Κυβέρνηση, το Δεύτερο Συνέδριο που έγινε πριν την Συνέλευση, και το Τρίτο Συνέδριο αμέσως μετά.
Σύμφωνα με ένα βιβλίο του 1975, το Leninism under Lenin (Ο Λενινισμός υπό τον Λένιν) του Μαρσέλ Λήμπμαν, οι Μπολσεβίκοι και οι σύμμαχοί τους είχαν την πλειοψηφία στα Σοβιέτ λόγω του ασυνήθιστου εκλογικού συστήματος. Κατά το Σοβιετικό Σύνταγμα του 1918, κάθε αστικό (και συνήθως υπέρ των Μπολσεβίκων) Σοβιέτ είχε 1 αντιπρόσωπο ανά 25.000 ψηφοφόρους. Σε κάθε αγροτικό (συνήθως υπέρ των Εσέρων) Σοβιέτ επιτράπηκε μόνο 1 αντιπρόσωπος ανά 125.000 ψηφοφόρους. Οι Μπολσεβίκοι δικαιολόγησαν το κλείσιμο της Συνέλευσης επισημαίνοντας ότι οι εκλογές δεν έλαβαν υπόψη την διάσπαση στο Κόμμα των Εσέρων. Λίγες εβδομάδες αργότερα οι Αριστεροί Εσέροι και οι Δεξιοί Εσέροι πήραν σχεδόν τις ίδιες ψήφους στα Αγροτικά Σοβιέτ. Οι Μπολσεβίκοι επίσης ισχυρίστηκαν ότι τα Σοβιέτ ήταν περισσότερο δημοκρατικά, καθώς οι αντιπρόσωποι μπορούσαν να απομακρυνθούν από τους εκλέκτορές τους άμεσα και όχι το κοινοβουλευτικό στυλ της Συνέλευσης, όπου τα εκλεγμένα μέλη μπορούσαν να απομακρυνθούν μόνο μετά από χρόνια, στις επόμενες εκλογές. Το βιβλίο εξηγεί ότι όλες οι εκλογές στα Αγροτικά και Αστικά Σοβιέτ ήταν ελεύθερες και αυτά τα Σοβιέτ μετά εξέλεξαν το Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, το οποίο επέλεξε την Σοβιετική Κυβέρνηση, το Δεύτερο Συνέδριο που έγινε πριν την Συνέλευση, και το Τρίτο Συνέδριο αμέσως μετά.
Δύο περισσότερο πρόσφατα βιβλία που χρησιμοποιούν υλικό από τα Σοβιετικά αρχεία που άνοιξαν, το The Russian Revolution 1899-1919 (Η Ρωσική Επανάσταση 1899-1919) του Ρίτσαρντ Πάιπς και το A People’s Tragedy (Η Τραγωδία Ενός Λαού) του Ορλάντο Φίτζις, δίνουν μια διαφορετική εκδοχή. Ο Πάιπς υποστηρίζει ότι οι εκλογές για το Δεύτερο Συνέδριο δεν ήταν δίκαιες, για παράδειγμα ένα Σοβιέτ με 1.500 μέλη έστειλε 5 αντιπροσώπους, που ήταν περισσότεροι από του Κιέβου. Βεβαιώνει ότι τόσο οι Εσέροι, όσο και οι Μενσεβίκοι κήρυξαν τις εκλογές παράνομες και μη αντιπροσωπευτικές. Τα βιβλία λένε ότι οι Μπολσεβίκοι, δύο ημέρες μετά την διάλυση της Συντακτικής Συνέλευσης, δημιούργησαν μία αντι-συνέλευση, το Τρίτο Συνέδριο των Σοβιέτ. Έδωσαν στους εαυτούς τους και στους Αριστερούς Σοσιαλιστές-Επαναστάτες το 94% των εδρών, πάρα πολύ περισσότερες από τα αποτελέσματα από τις μόνες εθνικού επιπέδου κοινοβουλευτικές δημοκρατικές εκλογές στη Ρωσία εκείνη την περίοδο.
 
Δύο περισσότερο πρόσφατα βιβλία που χρησιμοποιούν υλικό από τα Σοβιετικά αρχεία που άνοιξαν, το The Russian Revolution 1899-1919 (Η Ρωσική Επανάσταση 1899-1919) του Ρίτσαρντ Πάιπς και το A People’s Tragedy (Η Τραγωδία Ενός Λαού) του Ορλάντο Φίτζις, δίνουν μια διαφορετική εκδοχή. Ο Πάιπς υποστηρίζει ότι οι εκλογές για το Δεύτερο Συνέδριο δεν ήταν δίκαιες, για παράδειγμα ένα Σοβιέτ με 1.500 μέλη έστειλε 5 αντιπροσώπους, που ήταν περισσότεροι από του Κιέβου. Βεβαιώνει ότι τόσο οι Εσέροι, όσο και οι Μενσεβίκοι κήρυξαν τις εκλογές παράνομες και μη αντιπροσωπευτικές. Τα βιβλία λένε ότι οι Μπολσεβίκοι, δύο ημέρες μετά την διάλυση της Συντακτικής Συνέλευσης, δημιούργησαν μία αντι-συνέλευση, το Τρίτο Συνέδριο των Σοβιέτ. Έδωσαν στους εαυτούς τους και στους Αριστερούς Σοσιαλιστές-Επαναστάτες το 94% των εδρών, πάρα πολύ περισσότερες από τα αποτελέσματα από τις μόνες εθνικού επιπέδου κοινοβουλευτικές δημοκρατικές εκλογές στη Ρωσία εκείνη την περίοδο.
 
==Παραπομπές==