Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Μιλλέτ»

15 bytes αφαιρέθηκαν ,  πριν από 4 έτη
καμία σύνοψη επεξεργασίας
(→‎Ιστορία: +γουικισύνδεσμος)
Το '''μιλλέτ''' ([[τουρκική γλώσσα|τουρκ]]. ''millet''), ('''μιλέτι''' ή '''μιλλέτι''' ή και σπανιότερα [[μιλαέτι]]'''μιλλαέτι''' στα ελληνικά) είναι ένας [[Οθωμανική αυτοκρατορία|οθωμανικός]] όρος που περιγράφει ένα σύνολο ανθρώπων προσδιορισμένο με βάση τη [[θρησκεία]] τους.
 
==Ορολογία==
Αν και ο όρος προέρχεται από το [[αραβική γλώσσα|αραβικό]] ''milla'' ('έθνος'), χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει θρησκευτικές κοινότητες, όχι [[Έθνος (κοινωνιολογία)|έθνη]].<ref name="Masters 2006 274">{{harvnb|Masters|2006|p=274}}</ref> Στο [[Κοράνι]] ο όρος αναφέρεται στο 'λαό του [[Αβραάμ]]' ([[αραβική γλώσσα|αραβ]]. ''millat Ibrahim'') και κατά το [[Μεσαίωνας|Μεσαίωνα]] χρησιμοποιούνταν για [[Εβραίοι|Εβραίους]], [[Χριστιανοί|Χριστιανούς]] και [[Ισλάμ|Μουσουλμάνους]].<ref>{{harvnb|Braude|1982|p=69-70}}</ref>
 
Σύμφωνα με ένα ανακριβές στερεότυπο, οι υπήκοοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας από το 15ο αιώνα ζούσαν σε αυστηρά διαχωρισμένες θρησκευτικές κοινότητες που ονομάζονταν μιλλέτ.<ref name="Quataert 2005 175-6">{{harvnb|Quataert|2005|p=175-6}}</ref> Στην πραγματικότητα, η χρήση του όρου ''μιλλέτ'' για τους Οθωμανούς μη Μουσουλμάνους χρονολογείται στα χρόνια της βασιλείας του [[Μαχμούτ Β΄]], το 19ο αιώνα.<ref name="Quataert 2005 175-6"/> Καθώς συνυποδήλωνε την κυριαρχία της ομάδας που περιέγραφε, στην [[Οθωμανική Τουρκική γλώσσα|Τουρκική]] της οθωμανικής διοίκησης]] ο όρος περιέγραφε μέχρι και το 18ο αιώνα τους μουσουλμάνους της αυτοκρατορίας διαχωρίζοντάς τους από τους [[ζιμμήδες]], τους μη μουσουλμάνους υπηκόους,<ref>{{harvnb|Braude|1982|p=71, 70}}</ref> για τις ομάδες και συνενώσεις των οποίων συνηθέστερα χρησιμοποιούμενος όρος ήταν ο ''ταϊφές''.<ref name="Braude 1982 72">{{harvnb|Braude|1982|p=72}}</ref> Μόνο σε σπάνιες και εξαιρετικές περιπτώσεις χρησιμοποιούνταν τιμητικά και για [[Ορθόδοξη εκκλησία|Χριστιανούς Ορθόδοξους]] ή Εβραίους της αυτοκρατορίας, αλλά γινόταν περιστασιακή χρήση για τους Χριστιανούς άλλων κρατών που αποτελούσαν την κυρίαρχη θρησκευτική ομάδα στα κράτη όπου ζούσαν, διαχωρίζοντάς τους από εκείνους της αυτοκρατορίας.<ref>{{harvnb|Braude|1982|p=70-1}}</ref> Έχοντας γνώση μόνο αυτής της [[διπλωματία|διπλωματικής]] χρήσης του όρου που αναφερόταν στο εξωτερικό της αυτοκρατορίας, [[Δυτικός πολιτισμός|Δυτικοί]] μελετητές της [[Εγγύς Ανατολή|Ανατολής]] θεώρησαν ότι και οι Οθωμανοί Χριστιανοί αλλά και Εβραίοι αποτελούσαν μιλλέτ, όπως αποτυπώνεται σε [[λεξικό|λεξικά]] ήδη από το 17ο αιώνα.<ref name="Braude 1982 72"/> Αργότερα, αυτή η παρανόηση επηρέασε και τη γλώσσα των εσωτερικών οθωμανικών θεσμών. Την [[Τανζιμάτ|περίοδο των μεταρρυθμίσεων]] επί [[Μαχμούτ Β΄]] και [[Αμπντούλ Μετζίτ Α΄]] οι μη μουσουλμανικές κοινότητες της αυτοκρατορίας περιγράφονται ως ''μιλλέτ'' στην οθωμανική γραφειοκρατία, σε κείμενα όπως το [[Χαττ-ι-Σερίφ]] του 1839.<ref>{{harvnb|Braude|1982|p=72-3}}</ref> Αν και μέχρι το πέρας της περιόδου δεν εγκαταλείφθηκε η παραδοσιακή χρήση του όρου για τους Μουσουλμάνους της αυτοκρατορίας, τότε προσέλαβε τη διαδεδομένη σήμερα σημασία μίας προστατευμένης μη μουσουλμανικής κοινότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.<ref>{{harvnb|Braude|1982|p=73-4}}</ref>
 
==Ιστορία==
Πέρα από τον πνευματικό ρόλο, το [[Αρμένικο μιλλέτ]] και το [[Ρουμ μιλλέτ]] είχαν και έναν πολιτικό και πολιτισμικό ρόλο. Ο επικεφαλής του κάθε μιλλέτ διοριζόταν από το Σουλτάνο, που επέλεγε ανάμεσα στις προτάσεις της εκκλησιαστικής ηγεσίας, έμενε στην [[Κωνσταντινούπολη]] και υποχρεωνόταν να του είναι πιστός. Με τον όρο αυτό απολάμβανε ελευθερία στη διοίκηση του ποιμνίου του, για την οποία στηριζόταν στους αντιπροσώπους της σουλτανικής εξουσίας στις επαρχίες, [[πασάς|πασάδες]] και [[καδής|καδήδες]]. Η θρησκευτική ηγεμονία χρησιμοποιήθηκε επίσης για την επικράτηση της γλώσσας της Μητέρας Εκκλησίας και την επιβολή γλωσσικής ομοιομορφίας στο ποίμνιο των δύο αυτών μιλλέτ.<ref name="Masters 2006 274"/>
 
Η ταξινόμηση των μη Μουσουλμάνων υπηκόων της αυτοκρατορίας σε ιεραρχικές κοινωνικές ομάδες εμπεριείχε την απαρχή της μεταμόρφωσης της θρησκευτικηςθρησκευτικής ταυτότητας σε εθνική. Η επιτυχία των ελληνορθόδοξων και των Αρμενίων της Κωνσταντινούπολης να εξασφαλίσουν την έκδοση σουλτανικού διατάγματος με το οποίο ιδρυόταν το μιλλέτ τους επέτεινε τη δυσαρέσκεια των τοπικών [[λαϊκοί|λαϊκών]] ελίτ της περιφέρειας, η οποία εκφράστηκε το 19ο αιώνα στη γλώσσα του [[εθνικισμός|εθνικισμού]].<ref>{{harvnb|Masters|2006|p=274, 273}}</ref>
 
Λίγα χρόνια πριν την πτώση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, στις 22 Μαΐου 1905 αναγνωρίστηκε από τον [[Αμπντούλ Χαμίτ Β΄|Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ]] το [[Βλάχικο μιλλέτ]] (Ullah millet), δηλαδή επέτρεψε σε όσους αυτοπροσδιορίζονταν ως Βλάχοι να έχουν δικές τους εκκλησίες και σχολεία<ref>[http://books.google.gr/books?id=-ebpDLhkVWcC&lpg=PA148&dq=aromanians%20millet&pg=PA148#v=onepage&q=aromanians%20millet&f=false The ethnicity of Aromanians after 1990: the Identity of a Minority that Behaves lika a Majority], Thede Kahl, Ethnologia Balkanica, Vol. 6 (2002), σελ. 148</ref>.
Ανώνυμος χρήστης