Άνοιγμα κυρίου μενού

Αλλαγές

καμία σύνοψη επεξεργασίας
Για την πνευματικότητα οι διάφοροι θρησκειοψυχολόγοι έχουν, κατά καιρούς, διατυπώσει ποικίλους θεωρητικούς και λειτουργικούς ορισμούς (Klaassen et al., 2009). Σύμφωνα μάλιστα με τη Bregman (2006), υφίστανται 92 ορισμοί τής πνευματικότητας. Στη συνέχεια, παραθέτουμε τους βασικότερους, ταξινομώντας τους σε: υπαρξιακούς, σχεσιακούς και υπερβατικούς.
Από τις κοινωνικές επιστήμες, ο όρος πνευματικότητα εκλαμβάνεται ως η αναζήτηση σκοπού τής ζωής (Feenstra & Brouwer, 2008) και ως η επίτευξη της εσωτερικής αρμονίας (Schwartz, 1992. Myyry, 2008), παρουσιάζοντας εννοιολογική εγγύτητα με την καλοσύνη και την πανανθρώπινη συναίνεση (Verkasalo, 1996. Myyry & Helkama, 2001). Ο ως άνω αυτός ορισμός επιτρέπει την ανάδειξη και μιας άλλης διάστασης της πνευματικότητας: την ανθρώπινη ικανότητα για αυθυπέρβαση, κατά την οποία ο εαυτός εμπεριέχεται σε κάτι ευρύτερο από αυτόν τον ίδιο, συμπεριλαμβανομένης τής κατηγορίας τού ΙΕΡΟΥ (Benson et al., 2003). Πράγματι, κατά τον Doyle (1992), πνευματικότητα είναι η αναζήτηση υπαρξιακού νοήματος (Feenstra & Brouwer, 2008), ή, κατά την Boyatzis (2005a. Belzen, 2005), η αίσθηση της αυθυπέρβασης. Όσοι αδυνατούν να αντιληφθούν το νόημα στη ζωή τους, κινδυνεύουν να μείνουν άκαμπτοι και να απομονώνονται όλο και περισσότερο από τους άλλους (Feldman, 2010). Έτσι, σύμφωνα με τους Shafranske και Gorsuch (1984), η πνευματικότητα ορίζεται ως μια υπερβατική διάσταση εντός τής ανθρώπινης εμπειρίας, που ανακαλύπτεται σε στιγμές, κατά τις οποίες το άτομο ανακρίνει το νόημα της προσωπικής του ύπαρξης και επιχειρεί να θέσει τον εαυτό του σε ένα ευρύτερο οντολογικό πλαίσιο. Ομοίως, κατά τον Hart (1994), πνευματικότητα θεωρείται ο τρόπος αφενός που ένα πρόσωπο διακονεί στην καθημερινή του ζωή μια Πίστη, και αφετέρου που το ίδιο έρχεται αντιμέτωπο με τις απόλυτες («οριακές») καταστάσεις τής ύπαρξής του. Τέλος, κατά τον Elkins (1988) κ.ά., πνευματικότητα είναι ο τρόπος τής ύπαρξης και της εμπειρίας που λειτουργεί διά μέσου τής αντίληψης μιας υπερβατικής διάστασης και που χαρακτηρίζεται από κάποιες αναγνωρίσιμες αξίες όσον αφορά στον εαυτό, στη ζωή και σε οτιδήποτε εκλαμβάνεται ως Απόλυτο.
Ωστόσο, ερωτάται πώς ακριβώς εννοείται και προσδιορίζεται η λέξη-κλειδί, το Υπερβατικό: «οριζόντια» (ανθρωπολογικά και εγκοσμιοκρατικά), «κάθετα» (λ.χ. ως υπερφυσικό), ή το συναμφότερο (Hood, 2005); Γιατί το ατομικό αυτό στοιχείο, γενικά, τής πνευματικότητας ―σε αντίθεση, για παράδειγμα, με το κοινοτικό στοιχείο τού «ανήκειν» (λ.χ. τής θρησκευτικότητας)― μπορεί να οδηγήσει είτε σε μια «προσωπική μυθολογία», είτε σε μια «προσωπική θεολογία» (πρβλ. «πνευματικό supermarket»). Αν, όμως, πάλι αποκλεισθεί το αμιγώς Υπερβατικό (δηλ. το Άκτιστο), τότε δεν μένει, παρά η σημασιολόγηση και η «λατρεία»μαρια είτε τού ίδιου τού εαυτού (self-spirituality: Ναρκισσισμός) μας, συμπεριλαμβανομένης τής ψυχικής ευεξίας και υγείας [οι οποίες, όμως, δεν εκλαμβάνονται μεμονωμένα ως αυταξίες στον Χριστιανισμό και χωρίς τη διασύνδεσή τους με την πνευματική υγεία (Chandler et al., 1992. Hall, 2004)], είτε κάποιων ευδαιμονιστικών και ηδονιστικών αξιών («νοητών ειδώλων») τού «νεοεποχίτικου» (Heelas, 1996), καταναλωτικού και «μιντιακού» σημερινού πολιτισμού μας [TV, films, club πνευματικότητας ή club πολιτισμού, pop μουσική, διαφήμιση, μόδα, video games, gadgetry κ.λπ. (Lynch, 2002)].
«λατρεία» είτε τού ίδιου τού εαυτού (self-spirituality: Ναρκισσισμός) μας, συμπεριλαμβανομένης τής ψυχικής ευεξίας και υγείας [οι οποίες, όμως, δεν εκλαμβάνονται μεμονωμένα ως αυταξίες στον Χριστιανισμό και χωρίς τη διασύνδεσή τους με την πνευματική υγεία (Chandler et al., 1992. Hall, 2004)], είτε κάποιων ευδαιμονιστικών και ηδονιστικών αξιών («νοητών ειδώλων») τού «νεοεποχίτικου» (Heelas, 1996), καταναλωτικού και «μιντιακού» σημερινού πολιτισμού μας [TV, films, club πνευματικότητας ή club πολιτισμού, pop μουσική, διαφήμιση, μόδα, video games, gadgetry κ.λπ. (Lynch, 2002)].
Έπειτα, κατά τον Armstrong (1996· πρβλ. Hill & Pargament, 2003. Feen¬stra & Brouwer, 2008. Simpson et al., 2008), ως πνευματικότητα μπορεί να λογισθεί η ύπαρξη σχέσης τού ανθρώπου με μια Ανώτερη Δύναμη, η οποία επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο ίδιος μέσα στον κόσμο. Ομοίως, κατά τον Tart (1975), ως πνευματικότητα θεωρείται το απέραντο βασίλειο της ανθρώπινης δυνητικής σύνδεσης με τους πιο υψηλούς στόχους, τις Θείες οντότητες, τον Θεό, την αγάπη, τη συμπόνια και την προθετικότητα. Κατά δε τους Fahlberg και Fahlberg (1991), ως πνευματικότητα νοείται οτιδήποτε εμπλέκεται στη συνάντηση με το «Θεῖον» εντός τού εαυτού ή τού (ανθρώπινου) Self. Εξάλλου, από τον Piedmont (1999) ως πνευματικότητα εκλαμβάνεται ο εσωτερικός προσανατολισμός τού ατόμου προς μια ευρύτερη υπερβατική πραγματικότητα, «που συνδέει όλα τα πράγματα σε μια πιο ενωτική αρμονία» (p. 988). Μάλιστα δε, σύμφωνα με τον Lerner (2004), η αίσθηση του Υπερβατικού, που σχετίζεται με τη διαδικασία τής ελεύθερης βούλησης, αποτελεί την ουσία τής πνευματικότητας (Lerner et al., 2003. Oman et al., 2006). Πιο ειδικά, ως πνευματικότητα ορίζεται από άλλους η προσωπική ή συλλογική αναζήτηση (Pargament, 1997, 1999. Zinnbauer & Pargament, 2005) ή/και η υποκειμενική εμπειρία (Vaughan, 1991) τού ΙΕΡΟΥ. Παρόμοια, κατά τον Benner (1989), ως πνευματικότητα ορίζεται η ανθρώπινη ανταπόκριση (Heinemann, 1957. Μπούκης, 1967) στο αγαπητικό κάλεσμα (κλήση) τού Θείου για σύναψη σχέσης (κοινωνίας) μαζί Του, όπως η τελευταία εκδηλώνεται λ.χ. στη διαδικασία τής συγκεχυμένης και της κατακτημένης ταυτότητας, στην επίγνωση του Θείου σχεδίου και στη Θεία ή την υπερβατική γενικά κλήση (βλ. έκσταση) τής όλης ύπαρξης (Feenstra & Brouwer, 2008). Έτσι, κατά τη θεολογική Ανθρωπολογία, η πνευματικότητα, η οποία βεβαίως διαπερνά ολόκληρη την προσωπικότητα (Θεοδώρου, 1967. Schmemann, 1976/1984. Benner, 1998. Τσαγκαρλή - Διαμάντη, 2004), δεν είναι ούτε κάτι το επιπρόσθετο για την απόκτηση της «σωτηρίας», ούτε μια ψυχολογική επικάλυψη φυσιολογικών μηχανισμών (βλ. αντανακλαστική Ψυχολογία τής Συμπεριφοράς).
Κατά συνέπεια, ο όρος πνευματικότητα αναφέρεται γενικά σε κάποιες στάσεις, πεποιθήσεις και πρακτικές που εμπνέουν και ενθαρρύνουν τούς ανθρώπους, βοηθώντας τους να γίνουν ο εαυτός τους, δηλ. αυθεντικοί (Porterfield, 2001), και έτσι να αναχθούν σε «ὑπέρ αἴσθησιν» πραγματικότητες, βρίσκοντας νόημα στη ζωή (Feenstra & Brouwer, 2008). Πράγματι, κατά τον Benson κ.ά. (2003· πρβλ. Feenstra & Brouwer, 2008), η πνευματικότητα ορίζεται ως η εσωτερική ανθρώπινη ικανότητα για αυθυπέρβαση, κατά την οποία ο εαυτός διευρύνεται, προκειμένου να περιλάβει και το ΙΕΡΟ, αναζητώντας συνδεσιμότητα, νόημα, σκοπό και υποστήριξη.
Ανώνυμος χρήστης