Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Μπάουχαους»

Οι ιστορικές ρίζες του Μπαουχάους τοποθετούνται συχνά στα μέσα του [[19ος αιώνας|19ου αιώνα]] και το Βρετανικό κίνημα ''Arts and Crafts'' του [[Γουίλιαμ Μόρις]], συνδεδεμένο με τις ευρύτερες προσπάθειες ενοποίησης της καλλιτεχνικής έκφρασης με τη δημιουργία πρακτικών κατασκευών, που σημειώθηκαν μετά τη [[βιομηχανική επανάσταση]]. H σχολή του Μπαουχάους ιδρύθηκε το 1919 από τον [[Βάλτερ Γκρόπιους]] στη συντηρητική πόλη της [[Βαϊμάρη]]ς και αρχικά αποτέλεσε ένα είδος συγχώνευσης της Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Βαϊμάρης (γερμ. ''Grossherzogliche Sächsische Hochschule für Bildende Kunst'') με την Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών της Βαϊμάρης (γερμ. ''Kunstgewerbeschule''). Το όνομά της προήλθε από αντιστροφή της [[γερμανική γλώσσα|γερμανικής]] λέξης ''Hausbau'' («οικοδόμηση»).<ref name="Britannica"/> Ο απώτερος σκοπός του Μπαουχάους ήταν να αποτελέσει μια ενιαία σχολή τόσο στην αρχιτεκτονική όσο και στις καλές τέχνες. Βασική αρχή της σχολής ήταν το ανοιχτό πνεύμα μπροστά στις νέες προκλήσεις της εποχής αλλά και ειδικότερα η προσέγγισή τους, περισσότερο από μια πρακτική άποψη και λιγότερο θεωρητικά. Στο μανιφέστο του Μπαουχάους που δημοσιεύτηκε το 1919, ο Γκρόπιους ανέλυσε το εκπαιδευτικό πρόγραμμα της σχολής και τόνισε την αναγκαιότητα κατάργησης τής διάκρισης μεταξύ σπουδαστών στην [[τέχνη]] και στην τεχνική κατάρτιση, με όραμα τη δημιουργία ενός νέου τύπου κτιρίου του μέλλοντος, το οποίο θα συνδύαζε την [[αρχιτεκτονική]], τη [[γλυπτική]] και τη [[ζωγραφική]] σε μία ενιαία φόρμα.<ref>Πρβλ. Kenneth Frampton, ''Modern Architecture: A Critical History (World of Art)'', Thames & Hudson, 1992, σελ 123</ref>
 
Ο Γκρόπιους επιθυμούσε να αναλάβουν το ρόλο των καθηγητών διακεκριμένοι και διάσημοι καλλιτέχνες, ακόμα και αν το έργο τους ήταν δυσπρόσιτο. Μεταξύ των πρώτων που δίδαξαν στη σχολή ήταν οι ζωγράφοι [[Γιοχάνες Ίττεν|Γιοχάνες Ίτεν]], [[Λάιονελ Φάινινγκερ]], [[Πάουλ Κλέε]] και [[Βασίλι Καντίνσκι]], καθώς και οι γλύπτες [[Γκέρχαρντ Μαρκς]] και [[Όσκαρ Σλέμερ]]. Ο Ίτεν υπήρξε μία από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες της σχολής και εκείνος που διαμόρφωσε τον πρώτο κύκλο σπουδών στη σχολή.<ref name="Grove">Rainer K. Wick:'Bauhaus', The Grove Art Online, Oxford University Press</ref> Το πρόγραμμα σπουδών περιλάμβανε ένα αρχικό προπαρασκευαστικό στάδιο (''Vorlehre'') διάρκειας έξι μηνών και στη συνέχεια ακολουθούσε μία τριετής περίοδος φοίτησης, κατά την οποία οι σπουδαστές εκπαιδεύονταν πρακτικά σε εργαστήρια (''Werklehre''), λαμβάνοντας παράλληλα θεωρητικά μαθήματα (''Formlehre''). Κάθε εργαστήριο διέθετε ως επικεφαλής δύο δασκάλους, έναν καλλιτέχνη (''Meister der Form'') και έναν τεχνίτη ή τεχνικό (''Meister des Handwerks''), που ειδικεύονταν σε μία ή περισσότερες μορφές τέχνης. Η εκπαίδευση αποσκοπούσε στην απόκτηση τόσο πρακτικών τεχνικών γνώσεων όσο και καλλιτεχνικών δεξιοτήτων, με κύρια φιλοσοφία την μάθηση μέσα από την πράξη. Στα εργαστήρια, οι σπουδαστές διδάσκονταν ελεύθερο σχέδιο, μεταλλοτεχνία, υφαντουργική, ξυλοτεχνία, [[Κεραμική|κεραμεική]], τυπογραφία, βιβλιοδεσία και εν γένει τη χρήση διαφορετικών υλικών, όπως [[γυαλί]], [[ξύλο]], [[μέταλλα|μέταλλο]] κ.λπ. Αξιοσημείωτες θεωρητικές διαλέξεις υπήρξαν αυτές των Κλέε, πάνω σε βασικά προβλήματα της φόρμας, καθώς και τα σεμινάρια του Καντίνσκι.
 
[[Αρχείο:Weissenhof Corbusier 1.jpg|thumb|right|280px|''Weissenhof Siedlung'', Στουτγκάρδη ([[1927]])]]
200

επεξεργασίες