Άνοιγμα κυρίου μενού

Αλλαγές

καμία σύνοψη επεξεργασίας
}}
 
'''«Το νούμεροο 31328»''' (υπότιτλος ''Το βιβλίο της σκλαβιάς'')είναι το πρώτο μυθιστόρημα του λογοτέχνη [[Ηλίας Βενέζης|Ηλία Βενέζη]], το οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε το [[1924]] σε συνέχειες – αλλά όχι ολοκληρωμένο <ref>τα μειωμένα έσοδα ανάγκασαν τον Μυριβήλη να μειώσει τις σελίδες από 4 σε 2, και να διακόψει την επιφυλλίδα</ref>από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούνιο του 1924, ως επιφυλλίδα στην εφημερίδα της Μυτιλήνης «Καμπάνα», την οποία εξέδιδε και διεύθυνε ο [[Στράτης Μυριβήλης]], και αφορά την εμπειρία του συγγραφέα από την αιχμαλωσία του και την σκλαβιά στα [[Τάγματα Εργασίας (Οθωμανική Αυτοκρατορία)|εργατικά τάγματα της Τουρκίας, αμέσως μετά την [[Μικρασιατική Καταστροφή|Μικρασιατική καταστροφή]].
 
Ο ίδιος ο συγγραφέας, καλύτερα από τον καθέναν, μας μιλάει για την ουσία του βιβλίου που έγραψε: '''«...το βιβλίο τούτο είναι γραμμένο με αίμα.... Λέω για την καυτή ύλη, για τη σάρκα που στάζει το αίμα της και πλημμυρίζει τις σελίδες του. Για την ανθρώπινη καρδιά που σπαράζει, όχι για την ψυχή. Εδώ μέσα δεν υπάρχει ψυχή, δεν υπάρχει περιθώριο για ταξίδι σε χώρους της μεταφυσικής. Όταν καίγεται έτσι που καίγεται εδώ, με πυρωμένο σίδερο η σάρκα, παντοδύναμη θεότητα υψώνεται αυτή, κι όλα τ' άλλα σωπαίνουν....τίποτα δεν υπάρχει πιο βαθύ και πιο ιερό από ένα σώμα που βασανίζεται.Το βιβλίο τούτο είναι ένα αφιέρωμα σε αυτόν τον πόνο.»'' <ref>Από τον πρόλογο της β' έκδοσης, του 1945, σελ.13</ref>
 
Το έργο κυκλοφρόρησε σε βιβλίο το [[1931]], αφού ο συγγραφέας το επεξεργάστηκε ξανά, γνωρίζοντας την καταξίωση από το κοινό και τους κριτικούς. Ο Βενέζης γράφει για το πως δούλεψε το έργο, στην πρώτη έκδοση του 1931 ''... πάνε 21 χρόνια από το 1924 που έγραψα στην πρώτη του μορφή, γυρίζοντας, παιδί, απ' τα κάτεργα της Ανατολής, το χρονικό τούτο. Το ξαναδούλεψα το 1931, όταν βγήκε σε βιβλίο. Από τότε δεν το είχα πιάσει στα χέρια μου. Με είχε πολύ βασανίσει όταν το έγραφα, με είχε αναστατώσει το επίμονο στριφογύρισμα στην πυκνή και φοβερή ύλη αυτής της ζωής που έπρεπε να πάρει έκφραση. Είχα τότε περάσει πολλές νύχτες που κυνηγημένος απ' τους εφιάλτες και τις αναμνήσεις δεν μπορούσα να βρω καταφύγιο ούτε στον ύπνο. Γι' αυτό όταν βγήκε πια σε βιβλίο, το “Νούμερο 31328”, δεν τολμούσα, δεν ήθελα να το ξαναδώ – τέλος πάντων η ζωή όταν είσαι γερός και είσαι νέος έχει τόση δύναμη, σου το επιβάλλει να θ έ λ ε ι ς να ξεχνάς.'' <ref>όπου και παραπάνω</ref>
 
==Πλοκή==
Βρισκόμαστε στο Φθινόπωρο του 1922. Η Μικρασιατική καταστροφή είχε ήδη συντελεστεί. Οι Τούρκοι κατέλαβαν όλες τις ελληνικές πόλεις της Μικρασίας. Και ανάμεσα σε αυτές και το Αϊβαλί, την πατρίδα του συγγραφέα.<br />
Η αφήγηση αρχίζει με την επιλογή των εφήβων και των νέων που οι Τούρκοι τους προορίζουν για τα τάγματα εργασίας. Η επιλογή αυτή πραγματοποιείται τη στιγμή που το αλλόφρον πλήθος αναζητάει ένα μέσο για να περάσει από τις ακτές της Ιωνίας στη μητροπολιτική Ελλάδα. Όσοι επιλέχτηκαν οδηγούνται σε πρόχειρα καταλύματα, όπου επισημαίνονται εκείνοι που θα εκτελεστούν. Κατά διαστήματα απάγονται ομάδες ολόκληρες αιχμαλώτων που οδηγούνται στο εκτελεστικό απόσπασμα. Το μίσος και τα πάθη των νικητών δεν ικανοποιούνται από τα δεινοπαθήματα μόνο των αιχμαλώτων αλλά πρέπει να κορεστούν από την εξόντωσή τους. Η διαδικασία αυτή που γεμίζει φόβο τους αιχμαλώτους και τους υποχρεώνει να ζουν με την αγωνία του αναμενόμενου θανάτου κρατάει μέρες ολόκληρες, ώσπου όσοι επέζησαν, συνταγμένοι σε ομάδες, μπουλούκια για την ακρίβεια, παραλαμβάνονται από ένοπλους φρουρούς για να μεταφερθούν στο εσωτερικό της Μ. Ασίας. Έτσι αρχίζει μια μαρτυρική πορεία που κρατάει μέρες ολόκληρες. Στη διάρκειά της η κούραση, η πείνα, η δίψα και οι εξευτελισμοί αφαιρούν κάθε ανθρώπινο συναίσθημα από το πλήθος αυτό και το μεταβάλλουν σε απλά ζώα, που το μόνο που τους απομένει ζωντανό είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, η ελπίδα και η προσπάθεια τους να επιζήσουν. Δεν πρόκειται πλέον για τους ανθρώπους αλλά για απλούς αριθμούς. Την προσωπικότητά τους την αντικαθιστά ο αριθμός, το νούμερο, που ο καθένας φέρνει στο στήθος
''...«Ο εχτρός είχε κατεβεί στην πόλη μας, το Αϊβαλί. Και στο λιμάνι είχαν αράξει βαπόρια με αμερικάνικες παντιέρες. Διαταγή: το σάπιο εμπόρευμα – τα παιδάκια κι οι γυναίκες – θα μπαρκέρναν για την Ελλάδα, μα οι άντρες από δεκαοχτώ ίσαμε σαρανταπέντε χρονώ, θα φεύγαν για το εσωτερικό, σκλάβοι στα εργατικά τάγματα.'' <br />
του σαν σημάδι αναγνώρισης. Κάποτε επιτέλους όσοι αιχμάλωτοι επέζησαν φτάνουν στο Κίρκαγατς. Εκεί οι συνθήκες της ζωής τους αλλάζουν, γίνονται πιο ανθρώπινες, και αυτό έχει ως συνέπεια να
''Η είδηση έφερε ένα δυνατό τίναγμα στους δικούς μας. Τα εργατικά τάγματα ήταν ένα μακρινό παρελθόν απ΄ τον Μεγάλο Πόλεμο. Είχαν γίνει θρύλος. Χιλιάδες Χριστιανοί είχαν αφήσει στα κάτεργα αυτά τα κόκκαλά τους. Τα δάκρυα στις μητέρες δεν είχαν στερέψει ακόμα.
ξαναβρούν σε κάποιο μέτρο τουλάχιστο, τον παλιό τους εαυτό. Είναι υποχρεωμένοι να εργαστούν. Προσλαμβάνονται συνήθως σε αγροκτήματα. Και εκεί, ανάλογα με τους ανθρώπους στους οποίους θα τύχουν, βρίσκουν συχνά τη ζεστασιά της ανθρώπινης παρουσίας, την καλοσύνη, την ανθρωπιά, ακόμα και τον έρωτα. Παρά την τραγική θέση τους και την πολύ σκληρή συνήθως εργασία, έχουν το συναίσθημα ότι είναι άνθρωποι. Τα συναισθήματα και οι ψυχικές τους αντιδράσεις που ήταν ναρκωμένες, αρχίζουν πάλι να λειτουργούν κανονικά. Οι αριθμοί μεταβλήθηκαν σε ανθρώπους. Τέλος, όσοι επέζησαν, αναχωρούν για να
Γι' αυτό, στην αρχή, κανένας από τα νιάτα δεν έβρισκε το κουράγιο να παραδοθή. Μα σιγά – σιγά το πήραν απόφαση. Έναν μπόγο στο χέρι. Σαν μαζεύονταν διακόσοι – τρακόσοι άνθρωποι τους στέλναν με συνοδεία στο εσωτερικό.''<br />
μεταφερθούν στο ελληνικό έδαφος.
Ο συγγραφέας – ακριβώς στο όριο, 18 χρονών -για να γλιτώσει από αυτή τη ζοφερή προοπτική, τον πρώτο καιρό – και μέχρι να φύγουν οι δικοί του – κρύβεται μέρα και νύχτα, στην υπόγεια αποθήκη του σπιτιού τους. Μα ο χρόνος περνά, η διορία τελειώνει και τα τελευταία καράβια πρέπει να αναχωρήσουν για την Μυτιλήνη. Η οικογένεια αποφασίζει να το ρισκάρει, παρόλο που ξέρει ότι ρισκάρει την ζωή του παιδιού της, - η ποινή σε αυτούς που προσπαθούν κρυφά να το σκάσουν, είναι ο άμεσος θάνατος. Δωροδοκούν έναν φύλακα του λιμανιού, και προσπαθούν να περάσουν κρυμμένον όπως – όπως, και τον μεγάλο γιό μαζί τους. Αλλά, οι στρατιώτες τον ανακαλύπτουν. <br />
Τον μεταφέρουν κατευθείαν στην φυλακή της πόλης, και εκεί στοιβαγμένος μαζί με άλλους σαράντα άντρες, θα παραμείνει περιμένοντας από νύχτα σε νύχτα, το θάνατο.<br />
Και ο θάνατος φτάνει: ''...[ο αξιωματικός] είναι μπροστά μου. Αισθάνουμαι τα μικρά μου χρόνια απροφύλαχτα. Έτσι στήθος με στήθος. Η ανάσα κόβεται, το χέρι του αξιωματικού απλώνεται να με τραβήξει. Μα την ίδια ακριβώς στιγμή, μια τιποτένια στιγμή, τακ, ο αξιωματικός παραπάτησε απ' το μεθύσι. Γελά. Κάνει προσπάθεια να ισορροπήσει αλλά με την κίνηση τούτη η θέση του αλλάζει κατά δυο πόντους. Δύο τιποτένιοι πόντοι.'' <br />
''Το χέρι του πέφτει ίσα απάνου στον καπετάνιο, δίπλα μου.'' <br />
''Ανασαίνω βαθιά. Α, εκεί βαθιά είναι μια σκληρή χαρά, μια τέτοια σκληρή χαρά...''<br />
 
 
 
== Παραπομπές ==
22.109

επεξεργασίες