Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Μαρία Α΄ της Αγγλίας»

Ωστόσο η Μαρία ήδη άρχιζε τα πρώτα βήματα για την συμφιλίωση με τη Ρώμη. Τον Αύγουστο 1553 έγραψε στον Πάπα [[Πάπας Ιούλιος Γ΄|Ιούλιο Γ']] για να επιτευχθεί η άρση του [[αφορισμός|αφορισμού]] που είχε επιβληθεί στην Αγγλία από την εποχή του Ερρίκου Η΄, και διαβεβαίωσε τον Πάπα ότι με πράξη του Κοινοβουλίου θα αναιρούσε όλα τα παρά φύσει νομοθετήματα των προκατόχων της.<ref name="whitelock188" /> Ακολούθως ο Πάπας διόρισε τον Καρδινάλιο [[Ρέτζιναλντ Πόουλ]] παπικό λεγάτο στην Αγγλία. Ο Πόουλ ήταν μακρινός συγγενής της Μαρίας, γιος της γκουβερνάντας της Μάργκαρετ Πόουλ, ο οποίος την εποχή της ανάρρησής της έμενε στη Ρώμη. Η Μαρία δεν ήθελε να πραγματοποιήσει θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις χωρίς απόφαση του Κοινοβουλίου και ούτως ήταν ανεκτική στον Προτεσταντισμό. Εξαίρεση αποτελούσε όμως η αδελφή της, Ελισάβετ, την οποία ήθελε για πολιτικούς λόγους να προσηλυτίσει στον Καθολικισμό. Όσο η Μαρία ήταν ανύπαντρη και άτεκνη, η Ελισάβετ ήταν διάδοχος του θρόνου και η Μαρία ήθελε να εξασφαλίσει μια Καθολική διαδοχή. Επειδή η Ελισάβετ μόνο αναγκαστικά παρακολουθούσε τη Θεία Ευχαριστία, η Μαρία σκέφτηκε σοβαρά να ονομάσει διάδοχό της την καθολική εξαδέλφή της [[Μάργκαρετ Ντάγκλας]].<ref name="porter251" />
 
Κατά την πρώτη της κοινοβουλευτική συνεδρίαση όχι μόνο κήρυξε έγκυρο τον γάμο των γονέων της, αλλά επίσης κατάργησε τους θρησκευτικούς νόμους της Εδουάρδου. Ούτως, ίσχυε πλέον η θρησκευτική νομοθεσία του Ερρίκου Η΄. Αν και το Κοινοβούλιο δεν είχε πρόβλημα να επανεγκαθιδρύσει έθιμα και τελετουργικά, εντούτοις αρνήθηκε σθεναρά να αποδεχτεί την κυριαρχία του Πάπα και την επιστροφή των παλαιών κτηματικών εκτάσεων της Εκκλησίας. Πολλοί κοινοβουλευτικοί είχαν πλουτίσει από αυτές τις εκτάσεις και έβλεπαν την παλινόρθωση της παπικής εξουσίας σαν απειλή προς την ευημερία τους.<ref name="whitelock199" /> Οπότε η Μαρία επέστρεψε στους [[Φραγκισκανοί|Φραγκισκανούς]] και τους [[Δομινικανοί|Δομινικανούς]] τις εκτάσεις που είχε δημεύσει ο Ερρίκος Η΄ και ανήκαν ακόμα στο στέμμα. Auch war sie aufgrund des Widerstands des Parlaments gezwungen, gegen ihren Willen vorläufig das Oberhaupt der englischen Kirche zu bleiben.<ref name="whitelock199" />
 
Μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες, που η Μαρία έπρεπε να, ήταν το γεγονός ότι υπήρχαν λίγοι κληρικοί που ικανοποιούσαν τις απαιτήσεις της. Επί Εδουάρδου δεν είχε υπάρξει συστηματική εκπαίδευση του κλήρου και πολλοί προτεστάντες κληρικοί ήταν παντρεμένοι.<ref name="marshall96" /> UnterstütztΗ wurdeΜαρία sieβρήκε inέρεισμα ihrenγια Bestrebungenτις vonπροσπάθειές της στον [[LordkanzlerΛόρδος Καγκελάριος|Λόρδο Καγκελάριο]] [[StephanΣτίβεν GardinerΓκάρντινερ]], demτον [[DiözeseΕπισκοπή Londonτου Λονδίνου|BischofΕπίσκοπο vonτου LondonΛονδίνου]] [[EdmundΈντμουντ BonnerΜπόνερ]] und,και zunächstλίγο inαργότερα Briefen,από abτον 1554ίδιο persönlich,τον von[[Ρέτζιναλντ ReginaldΠόουλ]] Pole,τον denοποίο sie nach seiner Ankunft zumόρισε [[ErzbischofΑρχιεπίσκοπος vonτου CanterburyΚαντέρμπουρι|Αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρι]] ernannteμετά την επιστροφή του. Στις 30 Noεμβρίου 1554 ο Πόουλ έδωσε επίσημα άφεση ως παπικός απεσταλμένος στην Αγγλία και δέχτηκε τη χώρα ξανά στους κόλπους της Εκκλησίας. Με τη βοήθεια της [[Συνόδος του Τρέντο|Συνόδου του Τρέντο]] ήλπιζε ο Πόουλ να μεταρρυθμίσει την εκπαίδευση των κληρικών και να αποκτήσει η Αγγλία ένα καλά εκπαιδευμένο σώμα καθολικών κληρικώνer. Ωστόσο, αυτές οι μεταρρυθμίσεις απαιτούσαν χρόνο.
 
Και ο Πόουλ και η Μαρία ήταν σίγουροι ότι ο πληθυσμός είχε μόνο σε πολύ μικρό ποσοστό μεταστραφεί στον Προτεσταντισμό.<ref name="odnb" /> Im Jahr 1555 wurden darum die Ketzergesetze aus dem 14. Jahrhundert wieder eingeführt. Die ersten Protestanten wurden wegen [[Ketzerei]] verurteilt und verbrannt. Einige der protestantischen Bischöfe, die nicht ins Ausland geflohen waren, fanden ihr Ende auf dem Scheiterhaufen, allen voran der verheiratete Priester [[John Rogers (Theologe)|John Rogers]], der Bischof von [[Gloucester]] [[John Hooper]], [[Hugh Latimer]] und [[Nicholas Ridley (Bischof)|Nicholas Ridley]]. Im Jahr 1556 folgte ihnen Erzbischof [[Thomas Cranmer]], dem Maria die Nichtigkeitserklärung zur Ehe ihrer Eltern niemals verziehen hatte. Er war das einzige bekannte Opfer der Verbrennungen, auf dessen Tod Maria ausdrücklich bestand, trotz seines Widerrufs und seiner Anerkennung der päpstlichen Autorität.<ref name="whitelock273" /> Bei allen anderen Verbrennungen legte Maria Wert darauf, dass die Hinrichtungen ohne Rachsucht und dem Gesetz entsprechend vollzogen wurden. Auch bestand sie darauf, dass je ein Mitglied ihres Rates als Zeuge bei Verbrennungen anwesend zu sein hatte und dass während der Hinrichtungen Gottesdienste abgehalten wurden.<ref name="whitelock265" />
[[Datei:Cranmer burning foxe.jpg|links|miniatur|hochkant=1|Verbrennung [[Thomas Cranmer]]s aus [[John Foxe]]s ''Acts and Monuments'']]
Es zeigte sich dennoch schnell, dass die Verbrennung seiner Anführer allein nicht genügen würde, um den Protestantismus auszurotten. Die Wiedereinführung des [[Katholizismus]] fasste schwerer Fuß in den einfachen Gemeinden, als die Königin geglaubt hatte. Auch fehlte es an Geld, um die einzelnen Gemeindekirchen wieder nach katholischen Ansprüchen auszustatten. Viele Gemeinden waren nicht in der Lage, steinerne Altäre, Priestergewänder und kostbare Gefäße anzuschaffen, und weigerten sich, mit Marias Gesandten zu kooperieren.<ref name="marshall98" />
 
== Παραπομπές ==
1.068

επεξεργασίες