Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Αλεξάνδρεια»

Διορθώσεις
(Διορθώσεις)
(Διορθώσεις)
{{κύριο|Αρχαία Αλεξάνδρεια}}
 
Η πόλη ιδρύθηκε από τον [[Αλέξανδρος ο Μέγας|Αλέξανδρο τον Μέγα]] το 331 π.Χ.<ref>Fowden Garth, ''The Egyptian Hermes: A Historical Approach to the Late Pagan Mind'', Princeton University Press, New York 1993, σ. 20· Fraser Peter M., ''Ptolemaic Alexandria'', OUP, Oxford 1972, τόμ. 1, σ. 107· Ψελλός Μιχαήλ'', Ἑκατονταετηρὶς Βυζαντινῆς Ἱστορίας,'' Κ. Ν. Σάθα'','' ΜΒ, τόμ. Δ΄, σ. 123· Στράβων ''Γεωγρ''. 16.2.5.</ref><ref name=":0">Για πολλούς αιώνες η Αλεξάνδρεια δεν θεωρείτο μέρος της Αιγύπτου. Αναφερόταν συνήθως ως «Αλεξάνδρεια η πλησίον της Αιγύπτου» και παρέμενε πάντοτε κάτω από ιδιότυπο καθεστώς, ως να επρόκειτο για νησί μακριά από την ηπειρωτική χώρα. Σε αυτό ίσως να έπαιξεδιαδραμάτησε κάποιο ρόλο και ο Όμηρος· από μια σχετική αναφορά του Πλούταρχου (''Περί Ίσιδος και Οσίριδος'' 351 Stefanus page 367 section B line 10) προκύπτει ότι η νήσος Φάρος δεν θεωρούνταν μέρος της Αιγύπτου ήδη από την εποχή του επικού ποιητή. ΣτηνΑπό την έποψη των Αλεξανδρινών η ενδοχώρα, πέρα από τα νερά της λίμνης Μαρεώτιδας, η Αίγυπτος περνούσε σχεδόν απαρατήρητη. Οι ξένες κοινότητες της Αλεξάνδρειας, εγκαταστημένες εκεί για πολλές γενεές διατηρούσαν γι’ αυτήν την ίδια περηφάνεια που είχαν οι πολίτες μιας πόλης-κράτους. Douer Alisa, ''Egypt - The Lost Homeland: Exodus from Egypt, 1947-1967: The History of the Jews in Egypt, 1540 BCE to 1967 CE'', Logos Verlag, Berlin GmbH, 2015, σ. 41· Haag Michael, ''Alexandria: City of Memory,'' Yale University Press, New Haven 2004. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διατύπωση που χρησιμοποιείται στον «Χρησμό του Κεραμέα» (ένα κείμενο του 3ου αιώνα π.Χ. γραμμένο στην αιγυπτιακή δημοτική), οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι θεωρούσαν την Αλεξάνδρεια ξένη πόλη η οποία «κατοικούνταν από όλες τις φυλές των ανθρώπων». Fowden Garth, ''The Egyptian Hermes: A Historical Approach to the Late Pagan Mind'', Princeton University Press, New York 1993, σ. 21.
</ref> Άρχισε να ακμάζει, όταν έγινε πρωτεύουσα της Αιγύπτου μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου, κατά τη βασιλεία του [[Πτολεμαίος ο Σωτήρ|Πτολεμαίου Α' Σωτήρα]] (367–283 π.Χ), γιου του [[Λάγος|Λάγου]] και ιδρυτή της δυναστείας των [[Δυναστεία των Πτολεμαίων|Πτολεμαίων ή Λαγιδών]]. Ο τελευταίος επικράτησε το 321 π.Χ. στη σύγκρουση των επιγόνων για την κατοχή της σορού του Αλέξανδρου που θεωρούνταν σύμβολο ισχύος και εξουσίας και τη μετέφερε στην Αλεξάνδρεια από όπου τελικά χάθηκε μετά την απομάκρυνσή της από τη θέση που φυλασσόταν.<ref>O'Connor, Lauren (2009) "The Remains of Alexander the Great: The God, The King, The Symbol," ''Constructing the Past'': Vol. 10: Iss. 1, Article 8.</ref> [[Αρχείο:Pharos Alexandria (Fischer von Erlach).jpg|μικρογραφία|Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας|320x320εσ]]
Την πόλη κοσμούσε ο [[Φάρος της Αλεξάνδρειας]] καθώς και το [[Μουσείο της Αλεξάνδρειας|Μουσείο]], μέρος του οποίου ήταν η διάσημη [[βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας]].
 
Κατά τη διανομή του κράτους στους επιγόνους του Ιούλιου Καίσαρα ο [[Μάρκος Αντώνιος]] πήρε την Αίγυπτο και συγκυβέρνησε με τη βασίλισσα [[Κλεοπάτρα Ζ']], την τελευταία των Πτολεμαίων.
 
Το 31 π.Χ. ο [[Οκταβιανός Αύγουστος|Οκταβιανός]] (ο μετέπειτα Αύγουστος) νίκησε τον στόλο της Κλεοπάτρας στη [[ναυμαχία του Ακτίου]] και ύστερα από έναν χρόνο η Αλεξάνδρεια έγινε επισήμως μέρος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ήταν τότε η μεγαλύτερη από τις επαρχιακές πρωτεύουσες, με πληθυσμό 300.000 κατοίκων και πολυάριθμων σκλάβων. Το 115 μ.Χ., επί [[Τραϊανός|Τραϊανού]], στον λεγόμενο [[Πόλεμος του Κίτου|πόλεμο του Κίτου]] (παραφθορά του ονόματος του Λούσιου Κουίετου) καταστράφηκε μεγάλο μέρος της από τις μάχες με τους εξεγερμένους [[Εβραίοι|Εβραίους]]. Κατά την εποχή των αυτοκρατόρων [[Δέκιος|Δεκίου]] και [[Βαλεριανός|Βαλεριανού]] έγιναν διωγμοί εναντίον των [[Χριστιανισμός|χριστιανών]], ενώ το 269 μ.Χ. Η βασίλισσα της [[Παλμύρα|Παλμύρας]] [[Ζηνοβία]] κήρυξε τον πόλεμο στους Ρωμαίους και κατέλαβε την Αίγυπτο. Στις επιχειρήσεις ανακατάληψης της Αλεξάνδρειας από τον [[Αυρηλιανός|Αυρηλιανό]] το 297 ισοπεδόθηκε η συνοικία του Βρουχείου και η Βιβλιοθήκη.<ref>Αμμιανός XXII, 16, 15.</ref><ref>Επιφάνιος PG 43, 249C-252A.</ref> Τεράστιες ζημιές προκάλεσε και το τσουνάμι που ακολούθησε τον σεισμό της Κρήτης το 365. Μάλιστα, το γεγονός μνημονευόταν επί πολλά χρόνια ως «μέρα τρόμου».<ref>Stiros, Stathis C.: “The«The AD 365 Crete earthquake and possible seismic clustering during the fourth to sixth centuries AD in the Eastern Mediterranean: a review of historical and archaeological data”data», ''Journal of Structural Geology'', Volτόμ. 23 (2001), ppσσ. 545–562 (549 & 557).</ref>
 
Μετά τη διαίρεση της διοίκησης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε [[Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία|Δυτική]] και [[Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία|Ανατολική]] το 381 μ.Χ., η επαρχία Αιγύπτου πέρασε στη δικαιοδοσία των [[Βυζαντινή Αυτοκρατορία|Βυζαντινών]] ως [[Διοίκηση Αιγύπτου]]. Ο Κυβερνήτης της έφερε τον τίτλο του "Αυγουστάλιου Επάρχου" και είχε την έδρα του στην Αλεξάνδρεια[[Αλεξάνδρεια|.]] Το 619 η Αλεξάνδρεια πέρασε στα χέρια των [[Αυτοκρατορία των Σασσανιδών|Σασσανιδών Περσών]]. Χάρη στη συμφωνία του αυτοκράτορα [[Ηράκλειος|Ηράκλειου]] με τον Πέρση στρατηγό Σαρβαραζά οι Βυζαντινοί την επανάκτησαν το 629 και την κράτησαν για δεκατρία ακόμη χρόνια.
 
=== Αραβική περίοδος ===
[[File:Guillaume-François Colson 001.jpg|thumb|''Είσοδος του Βοναπάρτη στην Αλεξάνδρεια'', λάδι σε καμβά, περ. 1800, Βερσαλλίες|318x320εσ|αριστερά]][[File:ModernEgypt, Muhammad Ali by Auguste Couder, BAP 17996.jpg|μικρογραφία|Μωχάμετ Άλη|339x339εσ]][[File:Philip James de Loutherbourg - The Battle of Alexandria, 21 March 1801 - Google Art Project.jpg|thumb|Η Μάχη της Αλεξάνδρειας|235x339εσ]]Όταν οι Άραβες κατέλαβαν την Αλεξάνδρεια το 642 η πόλη είχε απολέσει την παλιά της ευημερία, πράγμα που οφειλόταν κατά κύριο λόγο στη μείωση του θαλάσσιου εμπορίου. Η παρακμή της συνεχίστηκε περαιτέρω λόγω της μεταφοράς της πρωτεύουσας στο [[Κάιρο]] το 969 από τους σιίτες [[Φατιμίδες]]. Το χαλιφάτο των Φατιμιδών διατηρήθηκε μέχρι το 1171 όταν ο [[Σαλαντίν]] ίδρυσε τη δυναστεία των Αγιουβιδών και ενσωμάτωσε το κράτος των Φατιμιδών στο σουνιτικό χαλιφάτο των [[Αββασίδες|Αββασιδών]].<ref>Baer Eva, ''Metalwork in Medieval Islamic Art,'' SUNY Press, Albany N.Y., 1983. pσ. xxiii. <nowiki>ISBN 9780791495575</nowiki>. ''"«''Ωστόσο, κατά τον ύστερο ενδέκατο και τον δωδέκατο αιώνα το χαλιφάτο των Φατιμιδών άρχισε να παρακμάζει με ταχείς ρυθμούς και το 1171 η χώρα κατελήφθη από τον Σαλαντίν, τον ιδρυτή της δυναστείας των Αγιουβιδών. Ο Σαλαντίν αποκατέστησε την παλαιότερη πολιτική ισχύ της Αιγύπτου, την επανένταξε στο χαλιφάτο των Αββασιδών και εγκαθίδρυσε την επικυριαρχία των Αγιουβιδών, όχι μόνο επί της Αιγύπτου και της Συρίας, αλλά επίσης, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, επί της Βόρειας Μεσοποταμίας για μικρό χρονικό διάστημα"».
</ref> Το 1250 οι [[Μαμελούκοι]] ανέτρεψαν τους Αββασίδες και εγκαθίδρυσαν φεουδαρχικό σύστημα.<ref>Clifford Winslow William, Conermann Stephan, επιμ. ''[https://books.google.com/books?id=lu9IHN5VZj4C&pg=PA70 State Formation and the Structure of Politics in Mamluk Syro-Egypt, 648-741 A.H./1250-1340 C.E.]'' Bonn University Press'','' Goettingen 2013. <nowiki>ISBN 9783847100911</nowiki></ref> Η παρακμή της Αλεξάνδρειας επιταχύνθηκε τον 14ο αιώνα όταν το κανάλι που τη συνέδεε με τον Νείλο αχρηστεύτηκε από φερτά υλικά. Την ίδια εποχή το γόητρό της δέχτηκε ισχυρό πλήγμα λόγω της καταστροφής του εμβληματικού [[Φάρος της Αλεξάνδρειας|Φάρου]] της από τον ισχυρό σεισμό του 1309. Το 1517 η Αίγυπτος κατακτήθηκε από τους [[Οθωμανοί|Οθωμανούς]] και εντάχθηκε στην Οθωμανική αυτοκρατορία, αρχικά ως επαρχία της και από το 1867 έως το 1914 ως ανεξάρτητο χεδιβάτο. Κατά το διάστημα αυτό δεν ήταν λίγοι οι Έλληνες που ανέλαβαν σημαντικά αξιώματα. Μεταξύ αυτών σημαντικότερος ήταν ο [[Ραγίβ Πασάς]] που ανελίχθηκε στη θέση του πρωθυπουργού το 1882.<ref>Mohamed Duse, ''In the Land of the Pharaoh: a Short History of Egypt from the Fall of Ismail to the Assassination of Boutros Pasha'', Appleton and Company, New York 1911, σσ. Xii, 98. </ref> Στο πλαίσιο της εκστρατείας του στην Αίγυπτο ο [[Ναπολέων Α΄ της Γαλλίας|Ναπολέων]] κατέλαβε την Αλεξάνδρεια το 1798, αλλά η πόλη παρέμεινε υπό γαλλική διοίκηση μόλις μέχρι το 1801 οπότε έπεσε στα χέρια των Άγγλων. [[File:Bombardamento Alessandria 1882.jpg|thumb|Ο βομβαρδισμός της Αλεξάνδρειας από τους Άγγλους το 1882|αριστερά|235x250εσ]]Αξίζει να αναφερθεί ότι ο πληθυσμός της εκείνη την εποχή είχε συρρικνωθεί σε 4000 κατοίκους και η σπουδαιότητά της ως θαλάσσιου εμπορευματικού κόμβου είχε μειωθεί δραματικά λόγω του ανταγωνισμού που υφίστατο από την παράκτια πόλη [[Ροζέτα]] από την οποία εξάγονταν μεγάλες ποσότητες ρυζιού. Η πόλη αναγεννήθηκε σταδιακά μετά το 1819 όταν ο [[Μεχμέτ Αλή Πασάς|Μωχάμετ Άλη]] (Μεχμέτ Αλή πασάς, Καβάλα 1769 - Αλεξάνδρεια 1849) αποπεράτωσε ένα νέο κανάλι (γνωστό σήμερα ως «Κανάλι Μαχμουντία») που τη συνέδεε με τον Νείλο<ref>Sayyid-Marsot, Afaf Lutfi Al, ''Egypt in the Reign of Muhammad Ali'', Cambridge University Press, Cambridge MA 1984, σ. 98. <nowiki>ISBN 0521289688</nowiki>, 9780521289689. Το κανάλι πήρε το όνομα του Σουλτάνου [[Μαχμούτ Β΄]] (Μαχμουντία).</ref> και την ανέδειξε σε μεγάλο λιμένα και ναύσταθμο. Ο ικανός αυτός ηγεμόνας έθεσε τις βάσεις για τον εκσυγχρονισμό της χώρας και ενθάρρυνε την εγκατάσταση των ξένων και ιδιαίτερα των Ελλήνων. Πράγματι, ενώ το 1803 η ελληνική παροικία στην Αλεξάνδρεια αριθμούσε σαράντα οικογένειες,<ref>Domingo Badia Y Leyblich, ''Voyages d'Ali Bey el Abbassi en Afrique et en Asie, pendant les années 1803, 1804, 1805, 1806 et 1807'', τόμ. 2, P. Didot, Paris 1814, σ. 191.</ref> το 1872 ο πληθυσμός της, σύμφωνα με το πρώτο ημερολόγιο που τυπώθηκε στα ελληνικά με τίτλο "Αιγυπτιακόν Ημερολόγιον", έφτανε τους 25.000 κατοίκους.
 
Το 1825, σε μια τολμηρή αλλά αποτυχημένη καταδρομική ενέργεια, ο [[Κωνσταντίνος Κανάρης|Κανάρης]] επιχείρησε να κάψει τον Αιγυπτιακό στόλο που ήταν ελλιμενισμένος στην Αλεξάνδρεια, έτοιμος να μεταφέρει στρατεύματα στην [[Πελοπόννησος|Πελοπόννησο]].<ref>Θεοφανίδης Ιωάννης, ''Ιστορία του ελληνικού ναυτικού, ο αγών της ανεξαρτησίας, Σεπτέμβριος 1824 - Απρίλιος 1826, Νεόκαστρον - Καφηρεύς - Αλεξάνδρεια - Μεσολόγγιον'', Έκδοση Ναυτικής Επιθεωρήσεως, Αθήνα 1932, σσ. 181-212.</ref> Τον Απρίλιο του 1843 ιδρύθηκε η Ελληνική Κοινότητα της Αλεξάνδρειας. Πρώτος πρόεδρός της διετέλεσε ο [[Μιχαήλ Τοσίτσας]]. Τον διαδέχθηκαν ο [[Στέφανος Ζιζίνιας]], ο [[Δημήτριος Ρίζος]] κ.ά. Μεταξύ των προσωπικοτήτων που ανέλαβαν αργότερα τα ινία της Ε.Κ.Α. σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι [[Θεόδωρος Ράλλης]] και [[Γεώργιος Αβέρωφ]]. Κατά τον 19ο αιώνα εγκαταστάθηκαν στην Αλεξάνδρεια πολλοί ξένοι, οι οποίοι το 1907 έφτασαν να αποτελούν το 25% του συνολικού πληθυσμού. Το 1882 κατά τη διάρκεια πατριωτικής εξέγερσης με ηγέτη τον συνταγματάρχη Άχμεντ Ουράμπι ή Αράμπι Πάσα (επανάσταση του Ουράμπι) εναντίον της ευρωπαϊκής επικυριαρχίας σημειώθηκαν επεισόδια εις βάρος των ξένων τα οποία πρόσφεραν το πρόσχημα στους Άγγλους για να βομβαρδίσουν την πόλη.<ref>''Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια'', τόμ. Γ', σσ. 609 β΄-613 α'. </ref> Μετά την κατάληψη του Καΐρου οι τελευταίοι ανακήρυξαν την Αίγυπτο αγγλικό προτεκτοράτο και παρέμειναν εκεί μέχρι το 1922. Όντας η κύρια ναυτική βάση των συμμάχων στην Ανατολική Μεσόγειο κατά τον [[Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος|Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο]], η Αλεξάνδρεια βομβαρδίστηκε από τους [[Ναζιστική Γερμανία|Γερμανούς]].
 
=== Από την άνοδο του [[Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ|Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ]] μέχρι σήμερα ===
 
== Γράμματα ==
[[File:Constantine Cavafy with cane and hat in hand Photograph dated 1896 Alexandria Egypt.jpg|thumb|Ο ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης (1896)]] [[File:Library of Alexandria (sepia).jpg|thumb|Η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας|αριστερά|270x270εσ]]Από τα χρόνια του Πτολεμαίου Σωτήρα (332-283 Π.Κ.Ε.) είχαν συγκεντρωθεί στην Αλεξάνδρεια τα βιβλία, οι θρησκείες, οι λόγιοι και οι φιλοσοφίες όλου του κόσμου, γεγονός που οδήγησε στην ανάπτυξη έντονης πνευματική ζωής. Η πόλη είχε δύο διάσημες βιβλιοθήκες που βρίσκονταν η μία στο Μουσείο (στο βασιλικό διαμέρισμα του Βρουχείου) και η άλλη στο Σαράπειο (η λεγόμενη «Θυγάτηρ Βιβλιοθήκη»).<ref>Μουτσούλας Ηλίας Δ., «Τό “Περὶ μέτρων καὶ σταθμῶν” ἔργον Ἐπιφανίου τοῦ Σαλαμῖνος». Εἰσαγωγή-Κριτικὴ ἔκδοσις-Σχόλια (Ε´) [σελ. 157-209], ''ΘΕΟΛΟΓΙΑ'' Τόμος ΜΔ´ (1973) Τεύχος 1&2, σ. 171, γρ. 325.</ref><ref>Progymnasmata,Rabe επιμH. Hεπιμ. Rabe, «Aphthonii progymnasmata» [''Rhetores Graeci'' 10. Leipzig: Teubner, Leipzig 1926]: σσ. 1-51., 40. 4.</ref> Ο δανεισμός επιτρεπόταν αποκλειστικά στην τελευταία και γι’ αυτό τον λόγο περιείχε κυρίως πλεονάζον υλικό της Βιβλιοθήκης του Μουσείου. Πολλοί σημαντικοί Έλληνες λόγιοι διετέλεσαν διευθυντές της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Μεταξύ τους διακρίνονται ο λογοτέχνης και κριτικός Ζηνόδοτος ο Εφέσιος, ο μαθηματικός και γεωγράφος Ερατοσθένης ο Κυρηναίος, ο ειδικός στα Ομηρικά Έπη Αριστοφάνης ο Βυζαντινός και ο επίσης ομηριστής Αρίσταρχος από τη Σαμοθράκη. Στον κύκλο των δραστηριοτήτων της Βιβλιοθήκης περιλαμβάνονταν οι μεταφράσεις, η φιλολογική κριτική των αρχαίων κειμένων (με την οποία ασχολήθηκε ο Αρίσταρχος ο Σαμόθραξ) και η κατάρτιση εξειδικευμένων λεξικών. Μάλιστα, ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος (περ. 275-180 π.Χ.) θεωρείται ο ιδρυτής της επιστημονικής λεξικογραφίας και θεμελιωτής της φιλολογικής επιστήμης. Σε αυτόν αποδίδεται η εισαγωγή των τονικών σημείων [οξείες, βαρείες, δασείες κ.ο.κ.] στα έως τότε άτονα κεφαλαιογράμματα των αρχαίων κειμένων, που αποσκοπούσε στην πιστότερη απεικόνιση του μέτρου στα έργα του Ομήρου. Είναι κατά συνέπεια προφανές ότι οι οφειλές της εν λόγω επιστήμης στους αλεξανδρινούς λογίους είναι μεγάλες.
 
Το κοσμοπολίτικο περιβάλλον της νεότερης Αλεξάνδρειας σε συνδυασμό με την ιστορία της αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για λογοτέχνες διεθνούς εμβέλειας, όπως ο ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης και ο συγγραφέας Στρατής Τσίρκας. Τα ενδιαφέροντα των Αιγυπτιωτών συγγραφέων ήταν στραμμένα κατά κύριο λόγο προς τη Μητρόπολη και, παράλληλα, προς το περιβάλλον τους. Η έγνοιά τους, όσον αφορά τη λογοτεχνία την οποία παρήγαν, εστίαζε ακριβώς σε αυτό: να μην αποκοπεί από τη Μητρόπολη, να μην απομονωθεί από τα διεθνή ρεύματα και τις διδαχές της Ευρώπης, αλλά επίσης να αντανακλά τη ζωή στη χώρα του Νείλου.<ref>Γιαλουράκης Μανώλης. ''Ιστορία των ελληνικών γραμμάτων στην Αίγυπτο,'' Αλεξάνδρεια 1962, σσ. 36-37.</ref> Κάτω από την τριπλή επιρροή της ελληνικής γλώσσας, της αιγυπτιακής κουλτούρας και της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, η διαμόρφωση μιας χαρακτηριστικής ελληνοαιγυπτιακής ταυτότητας ήταν ζήτημα ζωτικού ενδιαφέροντος για τους αιγυπτιώτες συγγραφείς. Σήμερα αποτελεί κοινή πίστη ότι η αλεξανδρινή ελληνική κοινότητα είχε το πολιτιστικό προβάδισμα έναντι των λοιπών παροικιών.
== Επιστήμες και τέχνες ==
[[File:Mohamed Fieter 's Building in Sultan Hassan Street.jpg|thumb|Το Μπαρόκ κτίριο Mohamed Fieter στην οδό Σουλτάν Χασάν|αριστερά|270x270εσ]]
[[File:Παρθένης Κωνσταντίνος (1878 - 1967), Τοπίο στην Αίγυπτο.jpg|thumb|Παρθένης Κωνσταντίνος, Τοπίο στην Αίγυπτο (Πιθανώς απεικονίζει το κανάλι Μαχμουντία στην Αλεξάνδρεια).]]Το Μουσείο λειτουργούσε ως ανώτατο μορφωτικό-ερευνητικό κέντρο και ήταν εφοδιασμένο με διάφορα εργαστήρια, ζωολογικό και βοτανικό κήπο, αστεροσκοπείο και ξενώνες για τους επισκέπτες μελετητές. Στις εγκαταστάσεις του εργάστηκαν σημαντικοί επιστήμονες, όπως ο αστρονόμος Αρίσταρχος, ο μαθηματικός Ευκλείδης, ο γεωγράφος Ερατοσθένης (ιδρυτής της επιστημονικής γεωγραφίας και τοπογραφίας) και ο ιατρός-ανατόμος Ηρόφιλος ο Χαλκηδόνιος ο οποίος θεωρείται μαζί με τον διάδοχό του [[Ερασίστρατος|Ερασίστρατο]] θεμελιωτής της μεγάλης ιατρικής σχολής της Αλεξάνδρειας. Η φήμη της τελευταίας προσέλκυσε τον Γαληνό ο οποίος συμπλήρωσε τις ανατομικές σπουδές του κοντά στον Ηρακλειανό, γιο του ανατόμου Νουμισιανού, και στη συνέχεια επέστρεψε στην πατρίδα του την Πέργαμο το 157 σε ηλικία 28 ετών. Σταδιακά, αρχής γενομένης από την πυρκαγιά του 47 που εικάζεται ότι κατέκαψε το Βρουχείο και στη συνέχεια με την ισοπέδωσή του τελευταίου από τον Αυρηλιανό κατά την αντιπαράθεσή του με τη βασίλισσα Ζηνοβία, οι βιβλιοθήκες υπέστησαν μεγάλες καταστροφές. Το 391 ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος απαγόρευσε τη δημόσια λατρεία στα ιδρύματα της αρχαίας θρησκείας<ref>''Codex Theodosianus'' 16.10.11.</ref> πράγμα που οδήγησε στην ισοπέδωση της «ακρόπολης» του Σαραπείου από Ζηλωτές μοναχούς και Ρωμαίους στρατιώτες.<ref>Giangrande G. (επιμ.), ''Eunapii Vitae Sophistarum'', Istituto Poligrafico dello Stato, Rome 1956, 6.11.2.</ref><ref>Amidon Philip R., μτφρ., Rufinus of Aquilea, ''The Church History of Rufinus of Aquileia: Books 10 and 11'', Oxford University Press, New York 1997, σσ. 85 (Rufinus Book 11.26-28), 103 σημ. 38.</ref> Ακολούθησε η κατάληψη της Αλεξάνδρειας από τους Άραβες το 642 και η (αμφισβητούμενη) καταστροφή των βιβλίων της Βιβλιοθήκης με εντολή του χαλίφη Ομάρ.<ref>De Sacy, ''Relation de l’Egypte par Abd al-Latif'', Paris, 1810, σσ. 183, 240-44, σημ. 55.</ref><ref>Abu'l-Faraj (Bar hebraeus), ''Historia compendiosa dynastiarum historiam complectens universalem, etc''., επιμ. E. Pococke (Oxford, 1663),· μτφρ., σ. 114; αραβικό κείμενο, σσ. 180 κ.εξ.</ref> Αξίζει να αναφερθεί επ᾽ αυτού ότι οι σχετικές μαρτυρίες ελέγχονται ως ανυπόστατες από αρκετούς μεταγενέστερους μελετητές λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε έως την καταγραφή τους καθώς και των ενδεχόμενων πολιτικών κινήτρων των συγγραφέων.<ref>Βλ. για παράδειγμα: MacLeod Roy, ''The Library of Alexandria: Centre of Learning in the Ancient World'' (2η εκδ.), I.B.Tauris, London 2004, σ. 71. <nowiki>ISBN 978-1850435945</nowiki></ref> Από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ου οι τέχνες άνθησαν και κατασκευάστηκαν εξαιρετικά κτήρια που ακολουθούν ποικίλα αρχιτεκτονικά στυλ (π.χ. αυτά του ιστορισμού, εκλεκτισμού, Αρ Νουβό, Αρ Ντεκό, Νέο-Μπαρόκ, Νέο-Αναγεννησιακό κλπ.).<ref>Mohamed Ali Mohamed Khalil, ''The Italian Architecture in Alexandria, Egypt'', Thesis submitted to University Kore of Enna, 2008-2009.</ref> Η Αλεξάνδρεια είναι γενέτειρα σπουδαίων καλλιτεχνών και επιστημόνων, όπως του ζωγράφου Κωνσταντίνου Παρθένη, του ιστορικού [[Έρικ Χόμπσμπαουμ]] και του αστρονόμου [[Ανδρέας Μιχαλιτσιάνος|Ανδρέα Μιχαλιτσιάνου]]. Στη σύγχρονη πόλη υπάρχουν σημαντικά μουσεία που αφηγούνται την πολυτάραχη ιστορία της: το Εθνικό Μουσείο της Αλεξάνδρειας, το Ελληνορωμαϊκό Μουσείο, το Μουσείο Καβάφη, και το Μουσείο Καλών τεχνών. Σημαντική είναι και η νέα μεγαλοπρεπής βιβλιοθήκη της (Bibliotheca Alexandrina) που όντας υπό την αιγίδα της UNESCO φιλοδοξεί να αναβιώσει το μεγαλείο της παλαιάς. {{wide image| Alexandria harbor banner.jpg|1400px| Πανοραμική όψη της Αλεξάνδρειας}}
 
== Θρησκείες ==
[[File:Emmanuel Tzanes - St. Mark the Evangelist - 1657.jpg|thumb|Άγιος Μάρκος ο Ευαγγελιστής]]Η Αλεξάνδρεια θεωρείται γενέτειρα της χριστιανικής θεολογίας και εστία διαμόρφωσης συγκρητιστικών απόψεων μεταξύ χριστιανών, νεοπλατωνικών και Γνωστικών. Εκεί αντιπαρατέθηκαν οι οπαδοί των κυριότερων θρησκευτικών ομάδων και έδρασαν σημαντικές προσωπικότητες όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο Ωριγένης<ref>Μαυράκης Νίκος, ''Ανατολικές επιρροές στην ελληνική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό''. Σοκόλης, (Αθήνα 2016), σ. 534, [[Ειδικό:ΠηγέςΒιβλίων/9786185139322|<u><font color="#0066cc" data-ve-color="#0066cc">ISBN 978-618-5139-32-2</font></u>]]</ref> και ο Φίλων ο Ιουδαίος που επηρέασε τη χριστιανική θεολογία ταυτίζοντας τον Λόγο των Στωικών με τη θεϊκή σοφία δια της οποίας κτίστηκε ο κόσμος. Αποτέλεσμα του ως άνω συγκρητισμού ήταν η δημιουργία διάφορων θεολογικών σχολών και αιρέσεων όπως ο μονοφυσιτισμός (Κόπτες), ο αρειανισμός και ο βασιλειδιανισμός. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τυχαίο το γεγονός ότι η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά (γνωστής ως «Mετάφραση των Eβδομήκοντα») έλαβε χώρα στην Αλεξάνδρεια. Ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της πόλης ενισχυόταν και από τη συνεχή εισροή βουδιστών μοναχών και Ινδών εμπόρων. Ορισμένοι μελετητές μάλιστα υποστηρίζουν ότι τα πρώτα μέλη του κοινοβίου των Θεραπευτών στη Μαρεώτιδα λίμνη είχαν σταλεί από τον Ασόκα κατά την εποχή του Πτολεμαίου Β΄. Λέγεται επίσης ότι η ονομασία της εν λόγω μοναχικής κοινότητας προέρχεται από τον εξελληνισμό του βουδιστικού όρου Thera-putta (–γιος του γηραιού– στη διάλεκτο Πάλι).<ref>Thundy Zacharias P. Thundy, ''Buddha and Christ: Nativity Stories & Indian Traditions'', Brill Publishers, Leiden 1993, σ. 245 κ.εξ.</ref><ref>Μαυράκης Νίκος, ''Ανατολικές επιρροές στην ελληνική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό''. Σοκόλης, (Αθήνα 2016), σ. 218. [[Ειδικό:ΠηγέςΒιβλίων/9786185139322|<u><font color="#0066cc" data-ve-color="#0066cc">ISBN 978-618-5139-32-2</font></u>]]</ref>
 
Ιδρυτής της αλεξανδρινής Εκκλησίας θεωρείται ο [[Απόστολος Μάρκος|Απόστολος Μάρκος.]] Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση ο [[Απόστολος Μάρκος|Μάρκος]] ήρθε στην Αλεξάνδρεια το έτος [[42]] και παρέμεινε επίσκοπός της επί 22 έτη. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή η Αλεξάνδρεια θεωρούνταν το τρίτο σημαντικότερο κέντρο του χριστιανισμού, μετά τη Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη. Ο Πάπας της ήταν δεύτερος τη τάξη μετά από τον επίσκοπο Ρώμης ενώ στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας υπαγόταν το μεγαλύτερο μέρος της Αφρικής. Μετά τη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας, που συγκλήθηκε στο ομώνυμο προάστιο της Κωνσταντινούπολης το 451 με κύριο στόχο την καταδίκη της αιρέσεως του μονοφυσιτισμού, η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας διασπάστηκε σε δύο μέρη, τους μονοφυσίτες και τους Μελκίτες (τους «βασιλικούς»). Οι πρώτοι προχώρησαν στη συγκρότηση της Κοπτικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας ενώ οι Μελκίτες συνέστησαν την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της Αλεξάνδρειας. Κατά τον 8ο, τον 9ο και τον 11ο αιώνα ξέσπασαν διωγμοί εναντίον των Κοπτών κατά τους οποίους καταστράφηκαν πολυάριθμες εκκλησίες τους ενώ πολλοί πιστοί εξαναγκάστηκαν σε βίαιο εξισλαμισμό. Από τον 10ο αιώνα ξεκίνησε η εκλογή αραβόφωνων Πατριαρχών. Τον 19ο αιώνα Καθολικοί και προτεστάντες ιεραπόστολοι προσηλύτισαν αρκετούς από τους ακόλουθους των ορθόδοξων Εκκλησιών στα αντίστοιχα δόγματά τους. Παρότι η θρησκευτική ελευθερία στην Αίγυπτο είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη, οι Κόπτες ισχυρίζονται ότι υφίστανται διακρίσεις, θρησκευτικές και πολιτικές. Στη σύγχρονη Αλεξάνδρεια το 94% του πληθυσμού ασπάζεται τον ισλαμισμό (σουνιτικό δόγμα) που είναι η επίσημη θρησκεία. Το υπόλοιπο 6% αποτελείται κυρίως από Κόπτες χριστιανούς με επικεφαλής τοπικό πατριάρχη και από μικρή κοινότητα Εβραίων. Στην Α. βρίσκεται επίσης η έδρα του Ορθόδοξου Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής. Η κάποτε ακμάζουσα εβραϊκή κοινότητα παρήκμασε γρήγορα μετά τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1948. Κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 οι περισσότεροι από τους 50.000 Εβραίους της παροικίας μετανάστευσαν στο νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ, τη Γαλλία τη Βραζιλία και σε άλλες χώρες. Η σημαντικότερη Συναγωγή στην Αλεξάνδρεια είναι αυτή του Ελιάχου Χαναβί.
 
== Οικονομία ==
[[File:Chromolithographic and paper mill factory of Mr. K. I. Lagoudakis & Co in Alexandria (c. 1902).jpg|thumb|Χρωμολιθογραφείο και χαρτοποιεία Κ. Ι. Λαγουδάκη & Σια στην Αλεξάνδρεια (περ. 1901)]]Η Αλεξάνδρεια είναι ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά κέντρα της ευρύτερης περιοχής. Πάνω από το 70% του αιγυπτιακού εμπορίου (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, βαμβάκι, φρούτα, λαχανικά, διάφορα επεξεργασμένα προϊόντα κλπ.) περνάει από το λιμάνι της (ικανότητα διακίνησης 36,8 μ. τόνων στην Αλεξάνδρεια και 22,1 μ. τόνων στον λιμένα της Δεκέλειας). Η μεταπολεμική βελτίωση των οικονομικών δεικτών της οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στο αναπτυξιακό πρόγραμμα του Νάσερ κατά τη δεκαετία του ʼ60, που έδωσε έμφαση στη βιομηχανία επεξεργασίας τροφίμων και στην υφαντουργία. Μεγάλο ρόλο ως προς αυτό διαδραμάτισε και η ανακάλυψη το 1976 αποθεμάτων φυσικού αερίου στο Αμπού Μαντί και στον κόλπο του Αμπουκίρ (Ίντκου, 40 χλμ. ανατολικά της Α.) όπου δημιουργήθηκαν εγκαταστάσεις υγροποίησης. Η Δεκέλεια (7 χλμ. δυτικά της Α.) εξελίχθηκε σε μεγάλο κέντρο κατεργασίας σιδήρου και χάλυβος. Τα διυλιστήρια αναβαθμίστηκαν και στα τέλη της δεκαετίας του ʼ70 αποπερατώθηκε αγωγός αργού πετρελαίου που ξεκινάει από τη Μεσόγειο, κοντά στην Α. και καταλήγει στην πόλη του Σουέζ. Ένας άλλος αγωγός συνδέει τα διυλιστήρια πετρελαίου της Μοστορόντ, στη βόρεια περιφέρεια του αστικού πυρήνα του Καΐρου, με την Α. Οι βιομηχανικές δραστηριότητες στην Α. (παραγωγή πετροχημικών και τσιμέντου, κατασκευές, επεξεργασία τροφίμων, βυρσοδεψία, λατομεία ασβεστόλιθου, βιομηχανίες επεξεργασίας χάρτου και ρυζιού κ.ά.) αντιστοιχούν στο 40% της εθνικής βιομηχανικής παραγωγής. Ο αριθμός των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται ανά τομέα (στοιχεία του έτους 2013) έχει ως εξής: τρόφιμα, γεωργία και κτηνοτροφία: 350, υφαντουργία: 284, χημικά: 176, πλαστικά και ελαστικά: 101.<ref>Oxford Business Group, ''The Report: Egypt 2013'', Oxford Business Group 2013, σ. 115. <nowiki>ISBN 1907065911</nowiki>, 9781907065910</ref> Είναι άξιο σημείωσης ότι η Α. αποτελεί τον μοναδικό παραγωγό αιθυλενίου και πολυαιθυλενίου σε εθνικό επίπεδο. Εξάλλου, το 2013 ξεκίνησε στη Δεκέλεια η παραγωγή πολυστερίνης σε νεόδμητο εργοστάσιο. Σημαντικοί για την τοπική οικονομία θεωρούνται επίσης οι τομείς της ναυτιλίας, του τουρισμού, της εφοδιαστικής, και των τραπεζικών υπηρεσιών. Η συνεισφορά της ελληνικής παροικίας στην οικονομική ζωή της Αλεξάνδρειας δεν μπορεί να υπερτονιστεί. Οι πρώτες τράπεζές της δημιουργήθηκαν από Έλληνες (Τράπεζα της Αλεξανδρείας και Γενική Τράπεζα της Αλεξανδρείας). Εξάλλου οι ομογενείς αγρότες ήταν οι πρώτοι που οργάνωσαν την καλλιέργεια του βαμβακιού και του καπνού με συστηματικό τρόπο και στη συνέχεια έγιναν οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς.<ref>Η άνοδος και η πτώση του χειροποίητου αιγυπτιακού τσιγάρου - Ιωάννης [https://hellenicdiaspora.com/wp-content/uploads/2014/12/aigyptiako_tsigaro_N.compressed.pdf Ζήλλης]. </ref> Άλλοι τομείς δραστηριοποίησής τους ήταν οι βιομηχανίες τροφίμων, ελαιόλαδου και γλυκισμάτων, η οινοπαραγωγή, τα αρωματικά σαπούνια, η εστίαση κ.ά.<ref>Πολίτης Α., ''Ο Ελληνισμός και η νεωτέρα Αίγυπτος'', τόμ. Β΄: ''Συμβολή του Ελληνισμού εις την ανάπτυξη της νεωτέρας Αιγύπτου'', Αλεξάνδρεια-Αθήνα: Γράμματα, 1930.</ref><ref>Γεράκις Θωμάς Θ., "«Ο Ελληνισμός της Αλεξάνδρειας"», ''Δωδεκανησιακόν Ημερολόγιον'', Τυπογραφείο Π. Καστρούνη και Ζ. Χαλκιάδη, Αλεξάνδρεια Αιγύπτου 1924.
</ref> Η Αλεξάνδρεια ανέδειξε πληθώρα εθνικών ευεργετών. Μεταξύ τους διακρίνονται οι [[Μιχαήλ Τοσίτσας|Μιχαήλ Τοσίτσα]]<nowiki/>ς, [[Γεώργιος Αβέρωφ]], [[Εμμανουήλ Μπενάκης|Εμμανουήλ Μπενάκη]]<nowiki/>ς και [[Αντώνης Μπενάκης]].
 
 
=== Ομογενειακοί αθλητικοί σύλλογοι ===
Η ελληνική παροικία έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τα σπορ και οι αθλητές της σημείωσαν μεγάλες επιτυχίες τόσο στο αιγυπτιακό ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα<ref>Στατιστικά της ΑΕΕΑ στην Α' εθνική, της 21-08-2004</ref><ref>{{Cite web|url=http://www.rsssf.com/tablese/egyalltime.html|title=Egypt All-Time Table|last=|first=|date=|website=|publisher=|accessdate=28-06-2010}}</ref> όσο και σε άλλα αθλήματα. Ο πρώτος ομογενειακός γυμναστικός σύλλογος της Αλεξάνδρειας ήταν ο “Μίλων” που συστάθηκε το 1873 και διατηρήθηκε σε λειτουργία επί 40 χρόνια. Το 1905 ιδρύθηκε ο «Όμιλος Φιλάθλων Αλεξανδρείας» ως αποκλειστικά γυμναστικό σωματείο. Ο Ελληνικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Αλεξανδρείας ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1910 με πρωτοβουλία Ελλήνων ποδοσφαιριστών που αγωνίζονταν κάθε Κυριακή στο γήπεδο Ρόν Πουάν. Το 1922 δημιουργήθηκε ο ποδοσφαιρικός σύλλογος Άρης ο οποίος από το 1925 απέκτησε γυμναστήριο κοντά στο καζίνο Μπελβεντέρε και δραστηριοποιήθηκε στο χώρο του αθλητισμού. Με τον θαλάσσιο αθλητισμό ασχολείται από το 1909 μέχρι σήμερα ο Ελληνικός Ναυτικός Όμιλος Αλεξάνδρειας (ΕΝΟΑ). Το 1910 συγκροτήθηκε η Αθλητική Ένωση Ελλήνων Αλεξανδρείας (Α.Ε.Ε.Α.) με την οποία συγχωνεύτηκε στη συνέχεια ο Ελληνικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Αλεξανδρείας. Η Α.Ε.Ε.Α. διέθετε τμήματα ποδοσφαίρου, καλαθοσφαίρισης, πετοσφαίρισης, ενόργανης γυμναστικής, κλασικού αθλητισμού κ.ά. Έδρα της είναι το κοινοτικό στάδιο της Ελληνικής Κοινότητας. Στο ενεργητικό της έχει συμμετοχές σε αρκετά πανελλήνια πρωταθλήματα στίβου και σημαντικές διακρίσεις.<ref>Αθλητική Ηχώ 14/11/1949, «Οι καλύτερες επιδόσεις στον ελληνικό στίβο για το 1949», εφ. «Αθλητική Ηχώ» 14/11/1949.</ref><ref>Αθλητική Ηχώ 5 Φεβρουαρίου 1953, «Οι καλύτερες επιδόσεις στον αιγυπτιακό στίβο για το 1952», εφ. «Αθλητική Ηχώ» 5 Φεβρουαρίου 1953.</ref> Έχει αναδείξει μεγάλους αθλητές από τους οποίους ορισμένοι εντάχθηκαν στην εθνική ομάδα της Ελλάδας.<ref>Χατζηφώτης Ι. Μ., ''Αλεξάνδρεια, Οι δύο Αιώνες του Νεότερου Ελληνισμού (19ος-20ος)'', Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999, σσ. 461-463, 481-484.
</ref>
 
* Η Στήλη του Πομπήιου, ένα από τα πιο γνωστά μνημεία της Αλεξάνδρειας, βρίσκεται στην αρχαία ακρόπολή της, κοντά στο αραβικό νεκροταφείο. Το συνολικό ύψος της (συμπεριλαμβανομένης της βάσης) είναι 26,85 μέτρα και για την κατασκευή της χρησιμοποιήθηκε μονόλιθος γρανίτη. Η ονομασία της είναι παραπλανητική καθώς δεν σχετίζεται με τον Πομπήιο. Πρόκειται για θριαμβική στήλη προς τιμήν του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, που ανεγέρθηκε το 297/298 για να απαθανατίσει τη νίκη του επί των στασιαστών οι οποίοι είχαν ανακηρύξει αυτοκράτορα τον Λούκιο Δομίτιο Δομιτιανό.
* Οι κατακόμβες Κομ Ελ Σουκάφα (αραβική μετάφραση της αρχαιοελληνικής ονομασίας «Λόφος των οστράκων») βρίσκονται σε μικρή απόσταση από τη στήλη του Πομπήιου και είναι προσβάσιμες μέσω μιας μεγάλης ελικοειδούς σκάλας. Αποτελούνται από λαβύρινθο πολλαπλών επιπέδων στον οποίο υπάρχουν δεκάδες θάλαμοι κοσμημένοι με λαξευμένους κίονες, αγάλματα και ρωμαιο-αιγυπτιακά θρησκευτικά σύμβολα. Υπάρχουν επίσης πολλές σαρκοφάγοι, νεκρικές κόγχες, καθώς και μεγάλη αίθουσα συμποσίων Ρωμαϊκού τύπου όπου οι συγγενείς των νεκρών παρέθεταν μνημόσυνα γεύματα. Οι κατακόμβες είχαν λησμονηθεί από τους Αλεξανδρινούς μέχρι την ανακάλυψή τους το 1900.
* Ο ναός του Όσιρι στο προάστιο Αμπουκίρ<ref>«Αμπού-Κιρ» σημαίνει στα αιγυπτιακά «πατήρ Κύρος» (ένας από τους Αγίους Αναργύρους).</ref> (αρχαία Ταπόσιρι Μάγκνα), δυτικά της Αλεξάνδρειας· χτίσθηκε κατά την εποχή των Πτολεμαίων. Σήμερα είναι ερειπωμένος και σώζονται μόνο ο εξωτερικός τοίχος και οι πυλώνες. Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν στην περιοχή νεκρόπολη ζώων, καθώς και τεκμήρια που στοιχειοθετούν την άσκηση της λατρείας τους. Εξάλλου, η ύπαρξη ερειπίων χριστιανικής εκκλησίας φανερώνει την αλλαγή χρήσης του ναού σε μεταγενέστερους αιώνες. Βρέθηκαν επίσης κατάλοιπα ρωμαϊκών λουτρών, κυματοθραύστης, αποβάθρες και γέφυρα. Κοντά στην παραλία υπάρχουν τα κατάλοιπα πύργου που κατασκευάστηκε από τον Πτολεμαίο II Φιλάδελφο. Ο εν λόγω πύργος ήταν ομοίωμα του Φάρου της Αλεξάνδρειας, υπό κλίμακα.
[[File:Κατακόμβες Κομ Ελ Σουκάφα.jpg|μικρογραφία|Κατακόμβες Κομ Ελ Σουκάφα|290x300εσ]]
* Το Κάστρο Κάιτ Μπέη βρίσκεται στην είσοδο του ανατολικού λιμένα, στην ανατολική πλευρά της νήσου του Φάρου, εκεί που υψωνόταν κάποτε ο ομώνυμος φάρος. Κτίστηκε από τον Μαμελούκο σουλτάνο Αμπντούλ-Νάσερ Κάιτ Μπέη το 1477 για να προστατεύει την πόλη από τις επιδρομές των Σταυροφόρων. Σήμερα λειτουργεί ως ναυτικό μουσείο.
'''Ο Όμηρος οδηγεί τον Αλέξανδρο στη Φάρο'''
 
Αμέσως μετά την κατάκτηση της Αιγύπτου ο Όμηρος επισκέφτηκε τον Αλέξανδρο σε ένα όνειρο και απήγγειλε τμήματα από την Οδύσσεια στα οποία υπήρχε αναφορά στη νήσο Φάρο. Σύμφωνα με τη διήγηση του Πλούταρχου<ref>Πλούταρχος ''Αλέξ''. 26.5.</ref> «ένας άνδρας με αξιοσέβαστο παρουσιαστικό και πάλλευκα μαλλιά φάνηκε να στέκεται δίπλα στον βασιλιά και να απαγγέλει αυτούς τους στίχους: «Υπάρχει ένα νησί στην ταραγμένη θάλασσα, μπροστά στην Αίγυπτο. Οι άνθρωποι το αποκαλούν Φάρο».<ref>''Οδ''. δ. 354</ref> Αμέσως ο Αλέξανδρος ξύπνησε και πήγε στη Φάρο που ήταν ακόμη νησί. Όταν αντιλήφθηκε τα φυσικά πλεονεκτήματα της περιοχής είπε ότι ο Όμηρος δεν ήταν μόνο θαυμάσιος από όλες τις άλλες απόψεις, αλλά επίσης ο σοφότερος των αρχιτεκτόνων, και εκπόνησε το σχέδιο της πόλης του προσαρμόζοντάς το στη συγκεκριμένη τοποθεσία».
 
'''Η ιστορία της αποτύπωσης του σχεδίου της πόλης επί του εδάφους'''
'''Η ιστορία της καθιέρωσης του Σάραπη ως πολιούχου θεότητας'''
 
Σύμφωνα με τον θρύλο ο Πτολεμαίος Σωτήρας ονειρεύτηκε το κολοσσιαίο άγαλμα κάποιου θεού, ο οποίος τον πρόσταξε να τον μεταφέρει το συντομότερο στην Αλεξάνδρεια· επειδή δεν γνώριζε πού βρισκόταν το άγαλμα διηγήθηκε το όραμα στον πολυταξιδεμένο Σωσίβιο, ο οποίος του είπε ότι είχε δει έναν τέτοιον κολοσσό στη Σινώπη. Ο Πλούταρχος αναφέρει σχετικά:<ref>Πλούτ. ''Περί Ίσιδος και Οσίριδος,'' 351, Stephanus page 361 section F line 2.</ref> «Ο βασιλιάς ανέθεσε στον Σωτέλη και τον Διονύσιο να μεταφέρουν πάση θυσία το άγαλμα στην Αλεξάνδρεια και –μετά από πολύ χρόνο και με κόπο– οι τελευταίοι κατάφεραν με τη βοήθεια της Θείας Πρόνοιας να κλέψουν το άγαλμα και να του το παραδώσουν. Όταν ο Τιμόθεος (ο εξηγητής των ιεροτελεστιών) και ο Αιγύπτιος ιερέας Μανέθωνας το εξέτασαν, αποφάνθηκαν ότι απεικόνιζε τον Πλούτωνα και έπεισαν τον Πτολεμαίο ότι [στην πραγματικότητα] δεν άνηκε σε κανένα άλλο θεό, παρά στον Σάραπη. Βέβαια, στη Σινώπη αποκαλούνταν Πλούτωνας, αλλά στην Αίγυπτο έπρεπε να έχει το κατάλληλο αιγυπτιακό όνομα, το οποίο ήταν Σάραπης. Και όσα παραδίδει ο Ηράκλειτος ο φυσικός, ότι δηλαδή ο Άδης και ο Διόνυσος είναι ένα και το αυτό, οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα. Θα ήταν κατά συνέπεια λογικό να ταυτίσουν τον Όσιρι με τον Διόνυσο και να σχηματίσουν ένα νέο όνομα από τα ονόματα του Όσιρι και του ταύρου Άπι. Αφού λοιπόν άλλαξε η φύση και η ονομασία του Όσιρι, ο Σάραπης έγινε κοινός θεός όλου του κόσμου, μιας και ο Όσιρις λατρεύεται από τους Αιγύπτιους και ο Διόνυσος από τους Έλληνες». Στην πραγματικότητα το τεράστιο άγαλμα ήταν πιθανότατα έργο του γλύπτη Βρύαξη Β΄.<ref>''Κλήμης'' ο ''Αλεξανδρινός, ''Προτρεπτικός'', 4.48-49.'' </ref>
 
'''Η καταστροφή των βιβλίων της Βιβλιοθήκης από τους Άραβες'''
 
Ο μονοφυσίτης επίσκοπος και ιστορικός του 13ου αιώνα Αμπντούλ Φαράγκ παραδίδει πως ο φημισμένος χριστιανός λόγιος Ιωάννης Φιλόπονος (490-570 μ.Χ.), έχοντας φιλικές σχέσεις με τον Άραβα στρατηγό Αμρ ελ Ας, του ζήτησε ως δώρο τα βιβλία της Βιβλιοθήκης που [υποτίθεται ότι] είχαν μείνει ως τότε άθικτα. Ο Αμρ εξέταζε το αίτημα του Φιλόπονου με συμπάθεια, αλλά θεώρησε καθήκον του να αναφέρει το ζήτημα στον Χαλίφη. Η λακωνική απάντηση του Ομάρ διδάσκεται μέχρι σήμερα στο μάθημα της λογικής: «Σχετικά με τα βιβλία που αναφέρεις, εάν μεν το περιεχόμενό τους συμφωνεί με το Βιβλίο του Θεού, είναι άχρηστα, εάν όχι είναι επιζήμια· κατά συνέπεια να τα καταστρέψεις. Κατόπιν αυτού ο Αμρ διέταξε να κατανεμηθούν τα βιβλία στα 4.000 λουτρά της πόλης και να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμος ύλη για τη θέρμανση του νερού». Η καύση των βιβλίων διήρκεσε έξη μήνες.<ref>''Mackensen-Stellhorn Ruth'' “Background«Background of the History of Moslem Libraries”Libraries» στο ''The American Journal of Semitic languages and literatures'', 51, Αραρ. 2 (January 1935), σσ. 114-125, κυρίως σσ. 117-118.
Ωστόσο, αυτή η εκδοχή ελέγχεται ως μη πιθανή. Σύμφωνα με ένα πρόχειρο υπολογισμό, έστω και εάν είχαν διασωθεί 100000 πάπυροι, μετά τον διαμοιρασμό τους στα 4000 λουτρά της πόλης θα αναλογούσαν 25 πάπυροι ανά λουτρό. Η χρήση τους ως καύσιμη ύλη θα επαρκούσε για να θερμάνει το νερό μόνο για μερικά λεπτά. Αυτό καθιστά ανυπόστατη την ιστορία που θέλει τους παπύρους να θερμαίνουν τα λουτρά επί έξη μήνες. Εξάλλου, ο διαμοιρασμός στα λουτρά θα εμπεριείχε τον κίνδυνο να πωληθούν οι πολύτιμοι πάπυροι από τους ιδιοκτήτες των λουτρών.
 
Ωστόσο αυτή η εκδοχή ελέγχεται ως μη πιθανή. Σύμφωνα με ένα πρόχειρο υπολογισμό έστω και εάν είχαν διασωθεί 100000 πάπυροι, μετά τον διαμοιρασμό τους στα 4000 λουτρά της πόλης θα αναλογούσαν 25 πάπυροι ανά λουτρό. Η χρήση τους ως καύσιμη ύλη θα επαρκούσε για να θερμάνει το νερό μόνο για μερικά λεπτά. Αυτό καθιστά ανυπόστατη την ιστορία που θέλει τους παπύρους να θερμαίνουν τα λουτρά επί έξη μήνες. Εξάλλου, ο διαμοιρασμός στα λουτρά θα εμπεριείχε τον κίνδυνο να πωληθούν οι πολύτιμοι πάπυροι από τους ιδιοκτήτες των λουτρών.
</ref>
 
'''Η Κόμη της Βερενίκης'''
 
Αμέσως μετά το γάμο του με τη [[Βερενίκη Β΄ της Αιγύπτου|Βερενίκη Β΄]] ο [[Πτολεμαίος Γ΄ Ευεργέτης|Πτολεμαίος Γ΄ Ευεργέτη]]<nowiki/>ς αναχώρησε από την Αίγυπτο για να υποστηρίξει την αδερφή του, που ονομαζόταν επίσης [[Βερενίκη Φερνοφόρος|Βερενίκη]], στον [[Τρίτος Συριακός πόλεμος|Τρίτο Συριακό πόλεμο]]. Ο [[Καλλίμαχος]] <nowiki/>μάλιστα αναφέρει πως ο Ευεργέτης άφησε τη βασίλισσα στο νυφικό της κρεβάτι. Ο θρύλος λέει πως η Βερενίκη αφιέρωσε στη θεά [[Αφροδίτη (μυθολογία)|Αφροδίτη]] και συγκεκριμένα στον ναό της στο Ζεφύριο τα πλούσια μαλλιά της, προκειμένου ο Πτολεμαίος να επιστρέψει ασφαλής. Τελικά ο φαραώ επέστρεψε νικηφόρος και η Βερενίκη εκπλήρωσε το τάμα της. Την άλλη μέρα όμως τα μαλλιά της είχαν εξαφανιστεί από τον ναό. Ο αυλικός [[Κόνων ο Σάμιος|Κόνων]], μαθηματικός και αστρονόμος από τη [[Σάμος|Σάμο]], υποστήριξε πως οι θεοί τοποθέτησαν τη χαμένη κόμη ανάμεσα στα αστέρια. Ο εν λόγω αστερισμός φέρει ακόμη και σήμερα το όνομα «Κόμη της Βερενίκης» (Coma Berenice) ή «Πλόκαμος της Βερενίκης». Ο [[Καλλίμαχος]] απαθανάτισε το γεγονός σε ποίημά του από το οποίο σώζονται μικρά αποσπάσματα και μετάφρασή του στα λατινικά από τον [[Κάτουλλος|Κάτουλλο]].<ref>''Ἐπίτομον Ἐγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν τῆς "«Πρωΐας"»''. ΠΡΩΪΑ, Αθήνα: ΠΡΩΪΑ. 1932.</ref>
 
== Η Αλεξάνδρεια στον κινηματογράφο, το θέατρο και τη λογοτεχνία ==
''Τέσσερεις άνδρες και μία προσευχή'' (περιπέτεια του 1938)· ''Παγωνιά στην Αλεξάνδρεια'', στρατιωτική περιπέτεια του 1958 (στις ΗΠΑ παρουσιάστηκε το 1961 ως ''Η επίθεση της ερήμου'')· ''Ιουστίνη'', δράμα του 1969 εμπνευσμένο από την ομώνυμη νουβέλα του Λώρενς Ντάρρελ· ''Διαβατήριο για το Σουέζ'', περιπέτεια του 1943 και ''Τοσούν πασά'', τούρκικη κωμωδία του 1976.
 
Λογοτεχνικό φόρο τιμής στην Αλεξάνδρεια έχουν αποδώσει ο Καβάφης με το ποίημα «Ἀπολείπειν ὁ θεὸς Ἀντώνιον», ο Λώρενς Ντάρρελ με την τετραλογία του «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» (''Ιουστίνη'', ''Βαλτάσαρ'', ''Μαουντόλιβ'', ''Κλέα'') που αποτέλεσε σταθμό στη λογοτεχνία και ο Στρατής Τσίρκας στο τελευταίο μέρος της τριλογίας του «Ακυβέρνητες Πολιτείες», τη «Νυχτερίδα». Στην τριλογία ''Αραμπέσκ'' του Τζον Κόρτνεϊ Γκρίμγουντ η Αλεξάνδρεια αποτελεί το σκηνικό μιας σειράς εναλλακτικών ιστορικών νουβελών. Επίσης, το βιβλίο «Αλεξάνδρεια: Η πόλη της μνήμης», του Μάικλ Χάαγκ, παρουσιάζει την πόλη με τα μάτια των Καβάφη, Ντάρελ και Φόρστερ. Με τη νουβέλα [[:en:Miramar|''Μιραμάρ'']]<ref>Μαχφούζ Ναγκίμπ, ''Μιραμάρ'', μτφρ.: Μαρία Κ. Χωρεάνθη, Ψυχογιός 1999.</ref> (1967) ο Αιγύπτιος συγγραφέας [[Ναγκίμπ Μαχφούζ]] δημιούργησε ένα γεμάτο αντιθέσεις πορτραίτο της σύγχρονης μετααποικιακής πόλης. Όπως συμβαίνει και με άλλα έργα του Μαχφούζ, το ''Μιραμάρ'' βρίθει από αλληγορίες. Η ηρωίδα του – σύμβολο της Αιγύπτου–, μια όμορφη αλλά αμόρφωτη καμαριέρα που αποτελεί το μήλο της έριδος για τους ενοίκους της πανσιόν Μιραμάρ, άγεται και φέρεται από τις αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις τους. Οι τελευταίοι αντιπροσωπεύουν κύκλους προσκείμενους στην κυβέρνηση του Νάσερ, διάφορες πολιτικο-θρησκευτικές οργανώσεις, την ανώτερη εύπορη τάξη, τους Ευρωπαίους, τους Αιγύπτιους εθνικιστές κλπ. Το 1988 η Σουηδική Ακαδημία Γραμμάτων τίμησε τον Μαχφούζ με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το ''Αλεξάνδρεια'' της Λίντσεϊ Ντέιβις είναι μια ιστορία μυστηρίου, με ήρωα τον Μάρκους Ντίντιους Φάλκο, πληροφοριοδότη, αυτοκρατορικό πράκτορα και «ιδιωτικό ντετέκτιβ» των ρωμαϊκών χρόνων (2009). Άλλες σχετικές ελληνικές εκδόσεις είναι: ''Το φεγγάρι έσβησε στην Αλεξάνδρεια'', Πολυζωίδης Απόστολος 2011· ''Φάρος και φαρίσκος, Ιστορίες της Αλεξάνδρειας και ένα κείμενο του Γιώργου Σεφέρη για τον Ε. Μ. Φόρστερ'', Forster, Edward Morgan· ''Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας,'' Τζίλλιαν Μπράντσοου· ''Ο λύχνος της Ανατολής'', Φωτίου Ελένη· ''Έξοδος από την Αίγυπτο'', Ασιμάν Αντρέ 1951· ''Οι σκιές που αναζητάς στην Αλεξάνδρεια'', Φιλίππου Μάρω 2013· ''Μέρες Αλεξάνδρειας'', Στεφανάκης Δημήτρης Γ.· ''Στην Αλεξάνδρεια ζάχαρη και στο Μισίρι ρύζι'', Γκιάλη, Έλεν - Έλλη 2011.
 
Η ζωή της Υπατίας εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο μυθοπλασίας για συγγραφείς διαφόρων εθνικοτήτων. Έργα που εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία είναι: ''Υπατία: Επιστήμων της Αλεξάνδρειας'' (''Ipazia, scienziata alessandrina'') του Ιταλού Αντριάνο Πέτα· ''Η Υπατία και η αιωνιότητα'' ''(Hypatia y la eternidad)'' του Ισπανού Ραμόν Γκάλι· ''Η Ανάμνηση της Υπατίας: μια νουβέλα της αρχαίας Αιγύπτου'', του Μπράιαν Τρεντ· ''Υπατία, ή νέοι εχθροί με παλιό πρόσωπο'' μια νουβέλα του Τσάρλς Κίνγκσλεϊ (1853)·''Η Συνομωσία για τη σωτηρία του Σωκράτη,'' του Πωλ Λέβινσον (2006) · ''Αίρεση: η ζωή του Πελάγιου'' (2012), του Ντέιβιντ Λάβτζοϊ και το ''Αζαζίλ,'' του Αιγύπτιου συγγραφέα Γιούσεφ Ζιντάν που περιγράφει τις θρησκευτικές έριδες εκείνης της εποχής μέσα από τα μάτια ενός καλόγερου. Μέρος του βιβλίου αναφέρεται στην Υπατία.
341

επεξεργασίες