Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Αρχαία Αλεξάνδρεια»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ
Γενικότερα, η συμβολή της διακυβέρνησης των τριών πρώτων [[Δυναστεία των Πτολεμαίων|Πτολεμαίων]] (331 π.Χ.-221 π.Χ.) στην οικονομική και πολιτισμική ανάπτυξη της Αλεξάνδρειας υπήρξε καθοριστική. Μολαταύτα, δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για τους μετέπειτα βασιλείς. Αυτό παρατηρούν ήδη από την αρχαιότητα ο [[Πολύβιος]], ο [[Πλούταρχος]] και ο [[Στράβων]]<ref>Στράβων 17.1.11.8: «ἅπαντες μὲν οὖν οἱ μετὰ τὸν τρίτον Πτολεμαῖον ὑπὸ τρυφῆς διεφθαρμένοι χεῖρον ἐπολιτεύσαντο, χείριστα δ' ὁ τέταρτος καὶ [ὁ] ἕβδομος καὶ ὁ ὕστατος ὁ Αὐλητής, ὃς χωρὶς τῆς ἄλλης ἀσελγείας χοραυλεῖν ἤσκησε, καὶ ἐπ' αὐτῷ γε ἐσεμνύνετο τοσοῦτον ὥστ' οὐκ ὤκνει συντελεῖν ἀγῶνας ἐν τοῖς βασιλείοις, εἰς οὓς παρῄει διαμιλλησόμενος τοῖς ἀνταγωνισταῖς».
</ref> που τους κατηγορούν για διαφθορά. Πράγματι, τον 2ο και τον 1ο αιώνα π.Χ. η Αίγυπτος γνώρισε προϊούσα παρακμή. Συμπτώματά της ήταν οι συνεχείς δυναστικές έριδες, η αρνητική πορεία της οικονομίας, η αδυναμία ικανοποιητικού ελέγχου του αυτόχθονος πληθυσμού και οι συνεχείς αναμείξεις της Ρώμης στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας. Το 144 π.Χ. ο Πτολεμαίος Η΄ έφτασε στο σημείο να αποπέμψει τους λόγιους που εργάζονταν στο Μουσείο και τη Βιβλιοθήκη, συμπεριλαμβανομένου του διευθυντού της Αρίσταρχου του Σάμιου.<ref>Günther Hölbl, ''Geschichte des Ptolemäerreiches,'' Wissenschaftliche buchgesellschaft, Darmstadt 1994, σ. 172.</ref> Τα γεγονότα κατέληξαν σε εμφύλιο πόλεμο κατά τον οποίο καταστράφηκαν τα ανάκτορα.<ref>Günther Hölbl, ''Geschichte des Ptolemäerreiches,'' Wissenschaftliche buchgesellschaft, Darmstadt 1994, σ. 175.</ref> Παρ' όλα αυτά οι εν λόγω αρνητικές εξελίξεις είχαν μικρές επιπτώσεις στην πρόοδο και στη λαμπρότητα της Αλεξάνδρειας ως πόλης.<ref>''Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια'', τόμ. Γ', σ. 604 α'.</ref>[[File:Oktadrachmon Ptolemaios II Arsinoe II.jpg|μικρογραφία|Χρυσά οκτάδραχμα ( 260 π.Χ. ). Από τη μία όψη απεικονίζεται ο Πτολεμαίος Β' και η Αρσινόη Β' με την επιγραφή “αδελφών”. Από την άλλη όψη ο Πτολεμαίος Α' και τη Βερενίκη Α' με την επιγραφή “θεών”. Βερολίνο.]]
Στο τέλος του 1ου Μιθριδατικού πολέμου το 85 π.Χ., ο Ρωμαίος στρατηγός Σύλλας μετέβη στην πόλη του Δαρδάνου στον Πόντο για να διεξαγάγει ειρηνευτικές συνομιλίες με τον Μιθριδάτη ΣΤ΄. Ο τελευταίος μετά την κατάκτηση της νήσου Κω το 88 π.Χ. είχε μεταφέρει στην Αυλή του τον θησαυρό της Κλεοπάτρας Γ΄ καθώς και τους τρεις εγγονούς της. Κατά την παραμονή του Σύλλα στον Πόντο, ένας από τους πρίγκιπες, ο Πτολεμαίος ΙΑ΄ Αλέξανδρος Β΄, γιος του Πτολεμαίου Ι΄, κατάφερε να περάσει κρυφά στο στρατόπεδό του Ρωμαίου στρατηγού και μετά την επιστροφή του τελευταίου στη Ρώμη έγινε έμπιστος σύμβουλός του για θέματα που αφορούσαν την πτολεμαϊκή δυναστεία. Όταν ο Πτολεμαίος Σωτήρας Λάθυρος πέθανε σε ηλικία εξήντα ενός ετών το 81 π.Χ. άφησε τη σύζυγό του Κλεοπάτρα-Βερενίκη Β΄ μοναδική κληρονόμο του. Ο Σύλλας αντιλήφθηκε την ευκαιρία που του πρόσφερε τούτη η συγκυρία και έσπευσε να επωφεληθεί. Εκμεταλλευόμενος την πτολεμαϊκή παράδοση της μεικτής συμβασιλείας (ενός θήλεος και ενός άρρενος), έστειλε τον προστατευόμενό του πρίγκιπα στην Αλεξάνδρεια για να νυμφευθεί τη λαοφιλή αλλά πρεσβύτερη μητριά-εξαδέλφη του και να συγκυβερνήσει μαζί της. Μία από τις προϋποθέσεις αυτής της διευθέτησης, ήταν η εκ μέρους του τελευταίου σύνταξη διαθήκης με την οποία θα όριζε μοναδικό δικαιούχο τη Ρώμη. Τυφλωμένος από το δέλεαρ της εξουσίας και διανύοντας μόλις την τρίτη δεκαετία της ζωής του ο Αλέξανδρος δεν δίστασε να δώσει τη συγκατάθεσή του. Ωστόσο, με την άφιξή του στην Αίγυπτο ξέσπασαν έριδες που αφορούσαν τα πρωτεία στην άσκηση της εξουσίας, ενώ παράλληλα οι Αλεξανδρινοί τον αποκαλούσαν «Παρείσακτο», μολονότι είχε νόμιμα δικαιώματα στον θρόνο. Φαίνεται ότι η υπομονή του εξαντλήθηκε γρήγορα και όντας απρόθυμος να συνδιοικεί με μια γυναίκα και μάλιστα ως δεύτερος τη τάξητάξει, δολοφόνησε τη δημοφιλή Βερενίκη μετά από δεκαοκτώ μέρες.<ref>Errington Malcolm R., ''A History of the Hellenistic World: 323 - 30 BC'', John Wiley & Sons, Malden MA 2008, σ. 302 κ.εξ.</ref> Οι Αλεξανδρινοί εξοργισμένοι από τον άδικο χαμό της βασίλισσάς τους κατέλαβαν εξ εφόδου το παλάτι, έσυραν τον νεαρό Πτολεμαίο ΙΑ΄ στο Γυμνάσιο και τον κατακρεούργησαν με την ίδια βιαιότητα που είχαν επιδείξει όταν εκδικήθηκαν τους θανάτους της Βερενίκης Β΄ και της Αρσινόης Γ΄ το 203 π.Χ.<ref>Οι Αλεξανδρινοί κατακρεούργησαν τον αυλικό Αγαθοκλή, την αδελφή του Αγαθόκλεια (ερωμένη του Πτολεμαίου Δ΄) και όλους τους συγγενείς και τους φίλους τους επειδή τους θεωρούσαν φυσικούς αυτουργούς στη δολοφονία της βασίλισσας Αρσινόης Γ΄ και πιθανόν της Βερενίκης Β΄, μητέρας του Πτολεμαίου Δ΄.</ref> Ο θάνατός του Πτολεμαίου ΙΑ΄ απεδείχθη κρίσιμο ορόσημο για την πτολεμαϊκή Αίγυπτο. Η χώρα βρέθηκε κάτω από την επικυριαρχία της Ρώμης και τίποτα το σημαντικό δεν μπορούσε να γίνει πλέον χωρίς την προηγούμενη έγκρισή της. Στη συνέχεια οι Αλεξανδρινοί έστειλαν αντιπροσωπεία στον Πόντο για να προσφέρει τον θρόνο στον γιο του φαραώ Πτολεμαίου Θ' Λάθυρου που είχε παραμείνει εκεί. Ο Πτολεμαίος ΙΒ΄ έφτασε στην Αλεξάνδρεια στα τέλη του 80 π.Χ. και τον Ιανουάριο του 79 π.Χ. νυμφεύτηκε την Κλεοπάτρα Ε΄ Τρύφαινα. Ο νέος βασιλιάς είχε τον τίτλο «Πτολεμαίος Νέος Διόνυσος Θεός Φιλοπάτωρ Φιλάδελφος», αλλά επειδή ασχολείτο ως μουσικός με τους αυλούς, τον αποκαλούσαν «Αυλητή».<ref>Ο αυλός είχε οργιαστικό χαρακτήρα και ήταν συνδεδεμένος με τη λατρεία του Διονύσου.</ref> Ο Αυλητής είχε δύο κόρες (εκ των οποίων η νεότερη ήταν η περίφημη Κλεοπάτρα Ζ΄) και έναν γιο, τον μετέπειτα Πτολεμαίο ΙΓ΄.<ref>Fletcher Joann, ''Cleopatra the Great: The Woman Behind the Legend'', Harper Perennial, New York 2012, σσ. 67-69.</ref> Μετά τον θάνατο του Αυλητή, ανήλθαν στο θρόνο οι δύο τελευταίοι. Γρήγορα όμως ήρθαν σε σύγκρουση και η Κλεοπάτρα αναγκάστηκε να φύγει από την [[Αλεξάνδρεια]]. Τη διαμάχη τους ανέλαβε να διευθετήσει ο [[Ιούλιος Καίσαρ]], ο οποίος έγινε τελικά εραστής της Κλεοπάτρας και προώθησε τα συμφέροντά της. Ο Πτολεμαίος ΙΓ', υποδαυλιζόμενος από τον αυλικό-ευνούχο Ποθίνο και τον στρατηγό Αχιλά, στράφηκε εναντίον του Ρωμαίου στρατηλάτη, πράγμα που οδήγησε στον λεγόμενο "Αλεξανδρινό Πόλεμο". Κατά τη διάρκειά του ο Καίσαρ υπερασπίστηκε με αποφασιστικότητα τις θέσεις του στην Αλεξάνδρεια, από τον Πτολεμαίο ΙΓ' και την αδερφή του, Αρσινόη Δ'.
 
== Ρωμαϊκή και Βυζαντινή εποχή ==
Η Αλεξάνδρεια θεωρείται γενέτειρα της χριστιανικής θεολογίας και εστία διαμόρφωσης συγκρητιστικών απόψεων μεταξύ χριστιανών, νεοπλατωνικών και Γνωστικών. Εκεί αντιπαρατέθηκαν οι οπαδοί των κυριότερων θρησκευτικών ομάδων και έδρασαν σημαντικές προσωπικότητες όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο Ωριγένης<ref>Μαυράκης Νίκος, ''Ανατολικές επιρροές στην ελληνική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό''. Σοκόλης, Αθήνα 2016, σ. 534, [[Ειδικό:ΠηγέςΒιβλίων/9786185139322|<u><font color="#0066cc">ISBN 978-618-5139-32-2</font></u>]]</ref> και ο Φίλων ο Ιουδαίος που επηρέασε τη χριστιανική θεολογία ταυτίζοντας τον Λόγο των Στωικών με τη θεϊκή σοφία δια της οποίας κτίστηκε ο κόσμος. [[File:Gentile e giovanni bellini, predica di san marco in alessandria 01.jpg|thumb|Κήρυγμα του Αγίου Μάρκου στην Αλεξάνδρεια|420x420εσ]]Αποτέλεσμα του ως άνω συγκρητισμού ήταν η δημιουργία διάφορων θεολογικών σχολών και αιρέσεων όπως ο μονοφυσιτισμός (Κόπτες), ο αρειανισμός και ο βασιλειδιανισμός. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τυχαίο το γεγονός ότι η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά (γνωστής ως «Mετάφραση των Eβδομήκοντα») έλαβε χώρα στην Αλεξάνδρεια. Ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της πόλης ενισχυόταν και από τη συνεχή εισροή βουδιστών μοναχών και Ινδών εμπόρων. Ορισμένοι μελετητές μάλιστα υποστηρίζουν ότι τα πρώτα μέλη του κοινοβίου των Θεραπευτών στη Μαρεώτιδα λίμνη είχαν σταλεί από τον Ασόκα κατά την εποχή του Πτολεμαίου Β΄. Λέγεται επίσης ότι η ονομασία της εν λόγω μοναχικής κοινότητας προέρχεται από τον εξελληνισμό του βουδιστικού όρου Thera-putta (–γιος του γηραιού– στη διάλεκτο Πάλι).<ref>Thundy Zacharias P., ''Buddha and Christ: Nativity Stories & Indian Traditions'', Brill Publishers, Leiden 1993, σ. 245 κ.εξ.</ref><ref>Μαυράκης Νίκος, ''Ανατολικές επιρροές στην ελληνική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό''. Σοκόλης, Αθήνα 2016, σ. 218. [[Ειδικό:ΠηγέςΒιβλίων/9786185139322|<u><font color="#0066cc">ISBN 978-618-5139-32-2</font></u>]]</ref> Ιδρυτής της αλεξανδρινής Εκκλησίας θεωρείται ο [[Απόστολος Μάρκος|Απόστολος Μάρκος.]] Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση ο [[Απόστολος Μάρκος|Μάρκος]] ήρθε στην Αλεξάνδρεια το έτος [[42]] και παρέμεινε επίσκοπός της επί 22 έτη. Λέγεται ότι το 62 χειροτόνησε τον πρώτο επίσκοπο της πόλης, τον Ανιανό, καθώς και τρεις πρεσβυτέρους, τους Σαβίνο, Κέρδωνα και Μηλαίο. Εντούτοις, δεν διαθέτουμε αξιόπιστες πηγές για τους χριστιανούς της πόλης πριν από τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. Εκείνη την εποχή ανέλαβε τη διεύθυνση της Θεολογικής Σχολής της Αλεξάνδρειας ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς και την οργάνωσε στα πρότυπα των παγανιστικών φιλοσοφικών σχολών.<ref>Ιδρυτής της Θεολογικής Σχολής της Αλεξάνδρειας θεωρείται ο Πάνταινος ο οποίος αναμόρφωσε και προήγαγε την υπάρχουσα Κατηχητική Σχολή.</ref> Ο Κλήμης, ένας από τους σπουδαιότερους θεολόγους της αρχαιότητας, επιχείρησε να δημιουργήσει μια σύνθεση του ελληνισμού και του χριστιανισμού. Ο μαθητής του Κλήμη και επίσης εξέχων θεολόγος Ωριγένης (185-254) απεδείχθη άξιος διάδοχός του· ωστόσο έχουν διατυπωθεί ενστάσεις σχετικά με ορισμένες απόψεις του επειδή περιείχαν στοιχεία από τη θεολογία των Γνωστικών.<ref>Μαυράκης Νίκος, ''Ανατολικές επιρροές στην ελληνική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό''. Σοκόλης, Αθήνα 2016, σσ. 494, 518, 534-537. <nowiki>ISBN 978-618-5139-32-2</nowiki>.</ref> Από τον τρίτο αιώνα εμφανίζονται αναφορές που αφορούν διωγμούς εναντίον των χριστιανών στην Αλεξάνδρεια. Αυτό ουσιαστικά συνεπάγεται ότι ο αριθμός των προσήλυτων εκείνη την εποχή ήταν ήδη σημαντικός. Μεταξύ των παραγόντων που διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο στη στροφή των Αλεξανδρινών προς τον χριστιανισμό ήταν ο κλονισμός της πίστης του εγχώριου πληθυσμού στις ζωόμορφες θεότητες που υπόκειντο στον χλευασμό των Ελλήνων, η απομάκρυνση των τελευταίων από τους δώδεκα θεούς που υποτίθετο ότι ζούσαν μεταξύ τους και ο συγχρωτισμός των λογίων τους με τους ήδη εκχριστιανισμένους πλατωνικούς Ιουδαίους.
 
Κατά τη ρωμαϊκή εποχή η Αλεξάνδρεια θεωρούνταν το τρίτο σημαντικότερο κέντρο του χριστιανισμού, μετά τη Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη. Ο Πάπας της ήταν δεύτερος τη τάξητάξει μετά από τον επίσκοπο Ρώμης ενώ στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας υπαγόταν το μεγαλύτερο μέρος της Αφρικής. Μετά τη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας που συγκλήθηκε στο ομώνυμο προάστιο της Κωνσταντινούπολης το 451 με κύριο στόχο την καταδίκη της αιρέσεως του μονοφυσιτισμού, η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας διασπάστηκε σε δύο μέρη, τους μονοφυσίτες και τους Μελκίτες (τους «βασιλικούς»). Οι πρώτοι προχώρησαν στη συγκρότηση της Κοπτικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας ενώ οι Μελκίτες συνέστησαν την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της Αλεξάνδρειας.<ref>Ο όρος «Κόπτης» ετυμολογείται από τη συγκεκομμένη μορφή της λέξης «Αιγύπτιος». Η ονομασία «Αίγυπτος» προέρχεται από το “Hak-ka-Ptah”, που μεταφράζεται ως «ο ναός του πνεύματος του Ptah».</ref> Κατά τον 8ο, τον 9ο και τον 11ο αιώνα ξέσπασαν διωγμοί εναντίον των Κοπτών κατά τους οποίους καταστράφηκαν πολυάριθμες εκκλησίες τους ενώ πολλοί πιστοί εξαναγκάστηκαν σε βίαιο εξισλαμισμό.
 
== Φιλοσοφία ==
341

επεξεργασίες